Box οffice με θυμίαμα και φράκο εποχής

Published on February 12, 2026 at 11:43 AM

Οι ταινίες "Καποδίστριας" και "Άγιος Παΐσιο" έκοψαν τα περισσότερα εισιτήρια στη μεγάλη οθόνη. Την ίδια περίοδο προβαλλόταν η "Σπασμένη Φλέβα", μια ταινία σκληρή και σύγχρονη. Το κοινό, δεν ψήφισε την οργή, το χάος και τη σκοτεινή ενδοσκόπηση, αλλά δυο μορφές που λειτουργούν πιο παρηγορητικά. Τον ηγέτη που θυσιάζεται για το έθνος και τον μοναχό που φωτίζει με την πίστη του.

Στο ελληνικό box office τερμάτισαν πρώτες δύο ελληνικές βιογραφίες με βαθιά ρίζα στην πίστη και στην εθνική μνήμη. Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας και ένας σύγχρονος άγιος έκοψαν περισσότερα εισιτήρια από οτιδήποτε άλλο έπαιζε στη μεγάλη οθόνη. Αν αυτό δεν είναι πολιτισμικό statement, τότε τι είναι; Ο "Καποδίστριας", σε σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή, είναι μια βιογραφική ταινία που παρακολουθεί τη ζωή και τη διαδρομή του Ιωάννη Καποδίστρια: από τη διπλωματική καριέρα του στην Ευρώπη μέχρι την άφιξή του σε μια ρημαγμένη Ελλάδα και τη σύγκρουσή του με συμφέροντα, τοπικισμούς και εσωτερικές αντιπαλότητες. Ο Σμαραγδής, πιστός στο ύφος του, επιλέγει μια προσέγγιση που δεν κρύβει τον θαυμασμό του για το πρόσωπο του οποίου τη ζωή αφηγείται.

Η ταινία επενδύει στη μεγαλοπρέπεια, στην ιστορική αναπαράσταση, στον τόνο της εθνικής αφήγησης που ακουμπά συχνά τα όρια του εξαγνισμού.

Από την άλλη, ο "Άγιος Παΐσιος", σε σκηνοθεσία Στάμου Τσάμη, μεταφέρει στον κινηματογράφο τη ζωή του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη. Από τα παιδικά του χρόνια στη Μικρά Ασία, τη μετεγκατάσταση της οικογένειάς του στην Ελλάδα, μέχρι την απόφασή του να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και τη σταδιακή του ανάδειξη σε πνευματικό σημείο αναφοράς για χιλιάδες πιστούς. Η ταινία εστιάζει στη διαδρομή ενός ανθρώπου που επιλέγει την ταπείνωση, τη σιωπή και την προσευχή, σε έναν κόσμο που διαρκώς φωνάζει. Η αφήγηση είναι γαλήνια, συγκινητική, με έμφαση στον θαυμαστό αλλά και στο ανθρώπινο στοιχείο του προσώπου. 

Ο "Καποδίστριας" ξεπέρασε τις 750.000 εισιτήρια και κινήθηκε σταθερά προς ή και πάνω από τις 800.000, καταγράφοντας μία από τις πιο εμπορικές πορείες ελληνικής ταινίας των τελευταίων ετών. Ο "Άγιος Παΐσιος", από την πλευρά του, κατάφερε σε συνεχόμενα τετραήμερα να βρεθεί στην κορυφή του box office. Συνολικά, η πορεία του τον έφερε στις υψηλότερες θέσεις της χρονιάς, επιβεβαιώνοντας ότι το κοινό που είχε ήδη αγκαλιάσει την ιστορία στην τηλεόραση ακολούθησε μαζικά και στη σκοτεινή αίθουσα.

Την ίδια στιγμή στις αίθουσες προβαλλόταν η "Σπασμένη Φλέβα" του Γιώργου Οικονομίδη, μια ταινία σκληρή, σύγχρονη, γεμάτη ένταση, ρεαλισμό και με το γνώριμο νεύρο του δημιουργού της. Το μαζικό κοινό δεν την έφερε στην κορυφή. Δεν ψήφισε την οργή, το χάος και τη σκοτεινή ενδοσκόπηση. Ψήφισε δυο μορφές που λειτουργούν σχεδόν παρηγορητικά. Τον ηγέτη που θυσιάζεται για το έθνος και τον μοναχό που φωτίζει με την πίστη του. Η επιτυχία αυτών των δύο ταινιών δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι απλώς μια σύμπτωση καλού marketing ή συγκυρίας. Είναι επιλογή συλλογική, καθαρή και μετρημένη σε εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια.

Οταν δύο έργα με έντονο θρησκευτικό και εθνικοϊστορικό πρόσημο στρογγυλοκάθονται στην κορυφή του box office, αυτό αποτυπώνει με ακρίβεια τι θέλουμε να βλέπουμε και πώς θέλουμε να το βλέπουμε. Δεν αναζητούμε γκρίζες ζώνες. Δεν αναζητούμε αποδόμηση. Δεν αναζητούμε ρωγμές στον μύθο. Επιλέγουμε πρόσωπα καθαρά, σχεδόν φωτισμένα από μέσα. Επιλέγουμε αφηγήσεις που εξυψώνουν, που επιβεβαιώνουν και καθησυχάζουν. Θέλουμε η Ιστορία να έχει πρόσωπο αυστηρό αλλά δίκαιο. Θέλουμε η πίστη να έχει βλέμμα γαλήνιο και παρηγορητικό. Θέλουμε η οθόνη να λειτουργεί σαν εικονοστάσι ή σαν εθνική τοιχογραφία

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Σε μια εποχή αβεβαιότητας, οικονομικής κόπωσης και γενικευμένης σύγχυσης στρεφόμαστε συνειδητά σε αφηγήσεις που μας κάνουν να βγαίνουμε από την κινηματογραφική αίθουσα με ένα αίσθημα ηθικής ανύψωσης. Να έχουμε συγκινηθεί, να έχουμε θαυμάσει, να έχουμε επιβεβαιώσει ότι κάπου, κάποτε, υπήρξαν μορφές ακέραιες. Και μας συγκινεί ακόμη βαθιά η ιδέα του "μεγάλου άνδρα" και του "αγίου ανθρώπου". Είναι καλό να βγαίνουν ελληνικές ταινίες. Είναι ακόμη καλύτερο ότι ο κόσμος πηγαίνει και τις βλέπει. Σε μια αγορά που για χρόνια ασφυκτιούσε, το να κόβει μια ελληνική παραγωγή 700 και 800 χιλιάδες εισιτήρια είναι είδηση αισιόδοξη.

Αλλά ακριβώς επειδή υπάρχει κοινό, ακριβώς επειδή οι αίθουσες γεμίζουν, δεν γίνεται να μην υπάρξει και ένας προβληματισμός. Οχι για το αν κάναμε καλά και τις στηρίξαμε, καλά κάναμε. Αλλά για το τι επιλέγουμε και τι αυτό φανερώνει για τον τρόπο που θέλουμε να βλέπουμε τα πράγματα. Θέλουμε την Ιστορία ως πεδίο σύγκρουσης ή ως εικονογραφημένο έπος; Θέλουμε την πίστη ως υπαρξιακό ερώτημα ή ως βεβαιότητα; Θέλουμε τον ήρωα άνθρωπο ή σύμβολο; Η μαζική μας προτίμηση απαντά. Θέλουμε σύμβολα. Θέλουμε μορφές που δεν τσακίζονται εύκολα. Θέλουμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα από το φως τους, όχι μέσα από τα σκοτάδια τους. Και κάπως έτσι, χρόνο με τον χρόνο, κτίζεται και η συλλογική μας αφήγηση.

Όχι μόνο μέσα από τα βιβλία της Ιστορίας, αλλά και μέσα από τα ταμεία των κινηματογράφων. Γιατί τελικά η προσέγγισή μας απέναντι στην Ιστορία δεν φαίνεται μόνο σε επετείους και λόγους, την αποκαλύπτει και το εισιτήριο που κρατάμε στο χέρι. Το ελληνικό box office φέτος έγινε καθρέφτης μιας χώρας που προτιμά να κοιτάζει το παρελθόν της σαν να είναι βιτρό σε εκκλησία: με φως να το διαπερνά, λειαίνοντας τις γωνίες και καθαγιάζοντας πρόσωπα. Είναι κάπως προβληματικό, δεν νομίζετε;

 

Λίλα Σταμπούλογλου (Protagon.gr)

Add comment

Comments

There are no comments yet.