Το κράτος παίρνει περισσότερα από όσα παίρνουν επιχείρηση και εργαζόμενοι μαζί

Published on April 6, 2026 at 5:18 PM

Στην έρευνα της Interview για το Capital, πίσω από τα ποσοστά της υπάρχει μια αλήθεια που όποιος έχει πληρώσει μισθοδοσία, ΦΠΑ, εισφορές και φόρους τη γνωρίζει καλά, αλλά η δημόσια συζήτηση κάνει πάντα πως δεν τη βλέπει.

Ο πόλεμος, η αβεβαιότητα, η αύξηση στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, η νευρικότητα των αγορών και η πίεση στην κατανάλωση βαραίνουν τις επιχειρήσεις. Αυτά εξηγούν γιατί οι προσδοκίες για το 2026 έχουν σκοτεινιάσει. Αυτά όμως είναι η συγκυρία.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι άλλο: ότι στην Ελλάδα το κράτος έχει στήσει ένα σύστημα στο οποίο εισπράττει πρώτο τη μερίδα του λέοντος, σταθερά και αδιαπραγμάτευτα, ενώ ο επιχειρηματίας μένει τελευταίος να δει αν δούλεψε για να ζήσει ο ίδιος ή απλώς για να αιμοδοτήσει έναν μηχανισμό που τον αποστραγγίζει με επαναληπτικότητα μετρονόμου.

Σχεδόν 6 στις 10 επιχειρήσεις λένε στην έρευνα ότι τα χρήματα που δίνουν στο κράτος είναι υπερβολικά για τη δραστηριότητά τους. Και φυσικά έχουν δίκιο.

Όταν μια επιχείρηση λέει πως συνθλίβεται από τους φόρους, δεν μιλά μόνο για τον φόρο εισοδήματος. Μιλά για το καθημερινό στράγγισμα: ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων, ΦΜΥ, ρυθμίσεις, προκαταβολές φόρου, φόρο μερισμάτων, όλο εκείνο το πλέγμα επιβαρύνσεων που δουλεύει με ελβετική ακρίβεια όταν είναι να πάρει, και με νωθρότητα όταν είναι να αφήσει μια επιχείρηση να ανασάνει.

Για να μην μιλάμε όμως θεωρητικά, ας το δούμε πάνω σε ένα χαρακτηριστικό και απλό παράδειγμα της μεταποιητικής οικονομίας: έναν καλό συνοικιακό φούρνο.

Με έναν άνθρωπο που ξυπνάει στις 4:00 αξημέρωτα, ανεβάζει ρολά, ζυμώνει, ψήνει, γεμίζει πάγκους, κόβει αποδείξεις, πληρώνει προσωπικό, πρώτες ύλες, ρεύμα, ενοίκιο, κράτος και μετά κοιτάζει μήπως έμεινε και κάτι για τον ίδιο.

Ας υποθέσουμε ότι ο φούρνος κάνει τζίρο €2.000 την ημέρα.
Με τα €500 αγοράζει πρώτες ύλες. Αλεύρια, ζάχαρες, γάλα, λάδια, βούτυρα, τυριά, ζαμπόν, καφέ, φρούτα, συσκευασίες, νερά, αναψυκτικά και όλα όσα μπαίνουν μέσα στο προϊόν πριν φτάσει στην προθήκη.

Εκτός από τον φούρναρη η επιχείρηση απασχολεί ακόμη 6 υπαλλήλους, που αμείβονται με περίπου €1.000 καθαρά το μήνα ο καθένας, κατά μέσο όρο.
Κάπου εδώ αρχίζει η μεγάλη ελληνική παρεξήγηση.

Κάποιος που ακούει "€1.000 καθαρά” νομίζει ότι εκεί περίπου είναι το κόστος του εργαζομένου για την επιχείρηση. Δεν είναι έτσι. Για να πάρει ο εργαζόμενος μηνιάτικο ένα χιλιάρικο καθαρά, η επιχείρηση πληρώνει πολύ περισσότερα: εργοδοτικές εισφορές, παρακρατήσεις, δώρα, επιδόματα, άδειες μετ’ αποδοχών.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη που ξεχνάει όποιος δεν έχει πληρώσει ποτέ μισθοδοσία: στην Ελλάδα ο υπάλληλος πληρώνεται 14 μήνες, αλλά η επιχείρηση δεν έχει 14 μήνες παραγωγής. Έχει περίπου 11 μήνες πραγματικής εργασίας καθενός εργαζομένου, διότι ένας μήνας είναι οι άδειές του. Άρα το κόστος των 14 μισθών πρέπει να βγει από 11 μήνες εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εργάσιμη ημέρα κουβαλάει μεγαλύτερο μισθολογικό βάρος από όσο φαντάζεται όποιος κοιτάζει μόνο τον μηνιαίο καθαρό μισθό.

Αν λοιπόν το φέρουμε σε ημερήσια βάση, ένας εργαζόμενος με περίπου €1.000 καθαρά τον μήνα κοστίζει στον εργοδότη περίπου €70 τη μέρα σε καθαρό μισθό, εισφορές και ΦΜΥ. Αν προσαρμόσουμε αυτό το ποσό στο ότι πληρώνεται 14 μήνες για να δουλεύει ουσιαστικά 11, το πραγματικό εργοδοτικό κόστος ανεβαίνει περίπου στα €90 ανά εργάσιμη ημέρα. Για 6 εργαζόμενους, ο φούρνος χρειάζεται περίπου €540 την ημέρα για προσωπικό. Προσθέστε άλλα €100 για ρεύμα, €100 για ενοίκιο, και άλλα €100 για λογιστή, καθαριστικά, φθορές, συντηρήσεις, αναλώσιμα και αποσβέσεις και λοιπά έξοδα.


Άρα έχουμε:
€500 υλικά
€540 μισθολογικό κόστος
€300 λοιπά λειτουργικά
Σύνολο €1.340 τη μέρα.

Για €2.000 τζίρο μικτό τα €230 είναι ΦΠΑ. Βέβαια δεν πληρώνεται όλος απευθείας από τον φούρνο, γιατί μέρος του έχει ήδη πληρωθεί στις αγορές υλικών και λογαριασμών. Γι αυτό υπάρχει ο συμψηφισμός εισροών και εκροών.

Αυτό όμως δεν αλλάζει την ουσία: ο φούρνος λειτουργεί σαν ταμειακός αιμοδότης του κράτους, κουβαλώντας μία μόνιμη αφαίμαξη ρευστότητας.

Από €2.000 τζίρο, μείον €230 ΦΠΑ και €1.340 λειτουργικά, απομένουν περίπου €430 κέρδος προ φόρων.

Από αυτά, το κράτος ρουφάει ξανά: 22% φόρο, 80% προκαταβολή, και 5% στα μερίσματα. Χοντρικά λοιπόν θα πάρει άλλα €185 και θα μείνουν €245 για διανομή.

Βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα γιατί 6 στις 10 επιχειρήσεις λένε ότι πνίγονται από τη φορολογική αφαίμαξη.

Από τον φούρνο της ιστορίας μας, το κράτος εισπράττει για κάθε ημέρα λειτουργίας του:
€156 μισθολογικές επιβαρύνσεις,
€230 ΦΠΑ,
€185 φόρο εισοδήματος, προκαταβολή και φόρο διανομής μερισμάτων.

Συνολικά περίπου €570 την ημέρα πάνε απευθείας από το ταμείο στο κράτος.

Και δεν είναι μόνο αυτά. Το κράτος παίρνει φόρο ενοικίου (€35), εισφορές αυτοαπασχολούμενου (€25) και όλη τη δεύτερη στρώση επιβαρύνσεων που γεννά η ίδια η δραστηριότητα (όπως τέλη κυκλοφορίας, φόροι καυσίμου για το βανάκι, και άλλα τα οποία δεν μετράμε για να είναι απλό το παράδειγμα). Το πραγματικό ποσό ξεπερνάει εύκολα τα €630 τη μέρα.

Τι μένει στον φούρναρη που έβαλε το κεφάλαιο, νοίκιασε μαγαζί, αγόρασε μηχανήματα, πληρώνει προμηθευτές, ρεύμα, φυσικό αέριο, βλάβες, προσωπικό, κράτος, εκτός από τον κίνδυνο της αγοράς και το άγχος της επόμενης μέρας;

Αφού πληρώσει το ΕΦΚΑ του αυτοαπασχολούμενου μένουν πάνω-κάτω €220 ανά εργάσιμη ημέρα.

Το κράτος παίρνει σχεδόν τριπλάσια απ’ όσα μένουν στον φούρναρη.
Από τα ημερήσια καθαρά και των 6 εργαζομένων μαζί (περίπου €380) το κράτος παίρνει πάνω από μιάμιση φορά απ’ όσα μπαίνουν καθαρά στους εργαζομένους. 

Δηλαδή, για να δουλεύει η επιχείρηση, το κράτος εισπράττει περισσότερα απ’ όσα παίρνουν μαζί επιχειρηματίας και εργαζόμενοι.

Αυτή η συζήτηση γίνεται συνήθως ανάποδα στην Ελλάδα. Δεν είναι οι επιχειρήσεις που ζουν από το κράτος. Είναι το κράτος που έχει μάθει να ζει ρουφώντας το μεδούλι από τις επιχειρήσεις.

Αυτό στην ουσία του είναι καθεστώς ομηρίας της παραγωγής.

Και το χειρότερο είναι ότι αυτό δεν συμβαίνει κατά λάθος. Το χειρότερο είναι ότι αυτό έχει γίνει το μοντέλο. Ένα άπληστο κράτος που δεν περιορίζει πουθενά τη δική του όρεξη, αλλά αντιμετωπίζει την παραγωγή ως μόνιμη φορολογική λεία. 

Έχουμε ένα μοντέλο κράτους που καταναλώνει το παραγωγικό του υπόβαθρο αντί να το καλλιεργεί.

Απορεί κανείς γιατί σχεδόν 6 στις 10 επιχειρήσεις απαντούν έτσι στην έρευνα της Interview; 

Τι να πρωτοκάνουν οι μικρές επιχειρήσεις; 

  • Να δώσουν καλύτερους μισθούς; Από ποιο μαξιλάρι κερδοφορίας; 
  • Να επενδύσουν και να εκσυγχρονιστούν; Με ποιο αποθεματικό;
  • Να αντέξουν μια κακή χρονιά; Με ποιο λίπος, όταν κάθε μήνα το κράτος τις αποστραγγίζει;

Φυσικά όταν πέφτει ο τζίρος λόγω βροχής, ζέστης, πολέμου, εκλογών, διακοπών ή λόγω μιας απλής κακοτυχίας (π.χ. χάλασαν τα ψυγεία και καταστράφηκαν τα υλικά) ο προμηθευτής θέλει να πληρωθεί, οι εργαζόμενοι δικαίως θέλουν να πληρωθούν, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου θέλει το ενοίκιό του, οι πάροχοι τα δικά τους, και το κράτος τα δικά του.

Ο φούρναρης μένει πάντα τελευταίος, να μάθει αν περίσσεψε κάτι τελικά για να πληρωθεί ή όχι.

Αυτή είναι η ουσία της έρευνας της Interview

Η αγορά δεν γκρινιάζει. Περιγράφει ένα κράτος που αφαιμάζει παραπάνω απ’ όσα παίρνουν η επιχείρηση και όλοι οι εργαζόμενοι μαζί, μόνο και μόνο για να αφήνει την επιχείρηση να λειτουργεί. 

Έτσι όμως δεν χτίζεις παραγωγική οικονομία. 
Χτίζεις οικονομία εξαντλημένων μικρομεσαίων σε καθεστώς ομηρίας. Μια χώρα που απορεί κάθε λίγα χρόνια γιατί δεν επενδύει κανείς, γιατί δεν μεγαλώνει κανείς, γιατί δεν αντέχει κανείς.

Ούτε φταίει ο φούρναρης που δεν αντέχει άλλο να δουλεύει σαν το σκυλί για να ταΐζει το κράτος.

Φταίει το κράτος που νόμισε ότι μπορεί για πάντα να τρώει τον σπόρο και να απαιτεί συγχρόνως και σοδειά.

 

Άγης Βερούτης (Capital.gr)

Add comment

Comments

There are no comments yet.