Η Διακήρυξη των Αθηνών προσέκρουσε στους γνωστούς "υφάλους". Ο λόγος που συνέβη δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί: η Αγκυρα εκτιμά ότι είναι ο ισχυρότερος πόλος στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και κάθε κίνηση πρέπει να έχει τη συγκατάθεσή της. Αυτή η ήδη περίπλοκη εξίσωση επιβαρύνεται από τις ραγδαίες περιφερειακές εξελίξεις σε Γάζα και Ιράν
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που θα έπρεπε να συγκρατήσει η ελληνική διπλωματία σε σχέση με τη Διακήρυξη των Αθηνών, που υπεγράφη στις 7 Δεκεμβρίου 2023, είναι ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν για την υπέρβαση διμερών διαφορών όπως αυτών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας: διαφορών βαθιά ριζωμένων στον χρόνο, επί τη βάση ακραία διαφορετικών αντιλήψεων για τον ρόλο κάθε χώρας σε μια περιοχή τόσο εύφλεκτη όσο η Ανατολική Μεσόγειος.
Με δεδομένη την άρνηση της Αγκυρας να μεταβάλει έστω κατ’ ελάχιστον τις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις της και παράλληλα τη δυστοκία μεγάλου μέρους της ελληνικής πολιτικής και διπλωματικής ελίτ να μιλήσει με παρρησία για τα "δύσκολα σημεία" των ελληνοτουρκικών διαφορών, αυτές οι καλές προθέσεις ηχούν ως γράμμα κενό. Η Διακήρυξη των Αθηνών μοιάζει σήμερα σαν να εξυπηρετούσε τους διαφορετικούς στόχους των δύο πρωτευουσών και όχι απαραίτητα έναν κοινό σκοπό, όπως η επίλυση της μίας ή των περισσοτέρων διμερών διαφορών. Η μεν Αθήνα ήθελε κατά βάση να κερδίσει χρόνο ώστε μέσα από τη "θεωρία των ήρεμων νερών" να μπορέσει να προχωρήσει στην ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος δια της "Ατζέντας 2030" και να αφοσιωθεί στην οικονομική ανάκαμψη, η δε Αγκυρα επεδίωκε, για ακόμη μία φορά, "να παγώσει" τον χρόνο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και να διασφαλίσει ένα… πιστοποιητικό καλής διαγωγής έναντι τρίτων – ιδιαίτερα των Ευρωπαίων.
Με αυτή την εγγενή αντίφαση στον πυρήνα της, η Διακήρυξη των Αθηνών προσέκρουσε στους γνωστούς "υφάλους". Ο λόγος που αυτό συνέβη δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί: η Αγκυρα εκτιμά ότι είναι ο ισχυρότερος πόλος στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και κάθε κίνηση πρέπει να έχει τη συγκατάθεσή της. Αυτή η ήδη περίπλοκη εξίσωση επιβαρύνεται από τις ραγδαίες περιφερειακές εξελίξεις μετά από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Εδώ εντοπίζεται το επιπλέον "κλειδί" που εξηγεί τον εκνευρισμό της Aγκυρας.
Η εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδος - Ισραήλ με τη συμμετοχή της Κύπρου συνιστά για τους τούρκους επιτελείς έναν άξονα περικύκλωσης που δρα αποτρεπτικά στην ανάπτυξη του δόγματος της "Γαλάζιας Πατρίδας" στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο άξονας αυτός ενοχλούσε την Αγκυρα από την αρχή της διαμόρφωσής του. Παλαιότερα, η τουρκική πλευρά θεωρούσε τους σχεδιασμούς για τον αγωγό φυσικού αερίου EastMed ως την πρακτική έκφραση του υπό διαμόρφωση άξονα. Αυτή η προσέγγιση οδήγησε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών (2019) και στην κρίση του Ορούτς Ρέις (2020).
Το νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες
Η Αγκυρα θεώρησε ότι η σκληρή στάση της εκείνη την περίοδο είχε ενταφιάσει τις κινήσεις των ανταγωνιστών της. Ωστόσο, όταν ήρθε στο προσκήνιο η υπόθεση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Great Sea Interconnector (GSI) διέγνωσε ότι έπρεπε να δράσει ξανά δυναμικά επί του πεδίου (Κάσος 2024). Οι ελληνικές κινήσεις με τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (λιγότερο) και με τις συμφωνίες παραχώρησης δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης στην αμερικανική Chevron (κυρίως) ενεργοποίησαν περαιτέρω τα αντανακλαστικά της Αγκυρας.
Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ενταχθεί η πρωτοβουλία που αποκάλυψε αρχικά σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της στις 3 Μαΐου η τουρκική εφημερίδα Milliyet με τον τίτλο "Κίνηση της Τουρκίας για τις περιοχές (θαλάσσιας) δικαιοδοσίας", είδηση που αναδημοσιεύθηκε στο Bloomberg λίγες ημέρες αργότερα. Η τουρκική πρωτοβουλία αφορά στην κατάρτιση νομοσχεδίου για τη συνεκτική ρύθμιση των τουρκικών ζωνών θαλάσσιας δικαιοδοσίας (χωρικών υδάτων, υφαλοκρηπίδας, ΑΟΖ κ.ά.). Τονίζεται δε ότι η Τουρκία διατηρεί χωρικά ύδατα 6 ν.μ. στο Αιγαίο Πέλαγος, σε αντίθεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, όπου έχει 12 ν.μ.
Διαβάστε ακόμα: Η ΝΔ έχει μια μεγάλη δεξαμενή, μεγαλύτερη του 46%
Η τουρκική επιστολή στο ΝΑΤΟ για την αποστρατιωτικοποίηση
Υπάρχει όμως ακόμη ένα ζήτημα που περιβάλλεται από έντονη μυστικότητα. Η Τουρκία κατέθεσε εντός του Μαρτίου επιστολή στο ΝΑΤΟ μετά την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να αναπτύξει μια συστοιχία πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο για αντιπυραυλική προστασία εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν, καθώς επίσης για την αποστολή δύο αεροσκαφών F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας στη Λήμνο με σκοπό την παροχή προστασίας στη Βουλγαρία (μαζί με ακόμη μία συστοιχία Patriot στο Διδυμότειχο). Οι εν λόγω κινήσεις, που έγιναν σε πλήρη συνεννόηση με το ΝΑΤΟ, προκάλεσαν ενόχληση στην Αγκυρα εξαιτίας της πάγιας άποψής της περί αποστρατιωτικοποίησης τόσο των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου όσο και των Δωδεκανήσων.
Η επιστολή φέρεται να εστάλη απευθείας στο ιδιωτικό γραφείο του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε. Οι τουρκικές θέσεις περί της αποστρατιωτικοποίησης είναι διατυπωμένες επανειλημμένως και έχουν τα τελευταία χρόνια συνδεθεί με την ελληνική κυριαρχία επί αυτών. Στο δε ΝΑΤΟ, οι Τούρκοι έχουν εγείρει το ζήτημα σταδιακά ήδη από τη δεκαετία του 1950. Σύμφωνα πάντως με μια γραμμή πληροφόρησης, η Αγκυρα επιδιώκει με αυτή την επιστολή (γύρω από το περιεχόμενο της οποίας τα αρμόδια υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας τηρούν σιγήν ιχθύος) να ανανεώσει κατά κάποιο τρόπο τις περιώνυμες "Οδηγίες Λουνς" (Luns Rulings), με τις οποίες ο πρώην Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γιόζεφ Λουνς είχε ζητήσει το 1980 την εξαίρεση της Λήμνου από τη χρηματοδότηση νατοϊκών υποδομών, αποδεχόμενος ουσιαστικά το σκεπτικό της Αγκυρας.
Το σύνδρομο της περικύκλωσης και οι άξονες στη Μεσόγειο
Οι δηλώσεις κομβικών τούρκων αξιωματούχων (όπως του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν) μπορεί να είναι λιγότερες συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν, ίσως επειδή η τουρκική διπλωματία έχει αφοσιωθεί στην τρέχουσα συγκυρία στους τρόπους τερματισμού της νέας σύγκρουσης στο Ιράν. Ωστόσο ο τουρκικός εκνευρισμός καθίσταται εμφανής στον δημόσιο διάλογο μέσω του φιλοκυβερνητικού Τύπου. Η έμφαση δίνεται σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδος-Ισραήλ-Κύπρου συνιστά μείζον πρόβλημα για την τουρκική εξωτερική πολιτική, στο οποίο μάλιστα έχει εσχάτως προστεθεί η συμπαράταξη της Γαλλίας. Το δεύτερο είναι η απογοήτευση για τη στάση της ΕΕ έναντι της Τουρκίας.
Ο τουρκικός εκνευρισμός για την τριμερή συνεργασία έχει κορυφωθεί μετά την τελευταία τριμερή Σύνοδο Κορυφής των Κυριάκου Μητσοτάκη, Μπενιαμίν Νετανιάχου και Νίκου Χριστοδουλίδη το 2025 στην Ιερουσαλήμ. Αν και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ αξιοποίησε τη συνάντηση για να στείλει ευθεία μηνύματα προς την Αγκυρα, τα όσα είπε δεν απέχουν πολύ από όσα κατά βάθος πιστεύουν ο έλληνας Πρωθυπουργός και ο κύπριος πρόεδρος. Η δημόσια διπλωματία της Aγκυρας επιδιώκει να αναδείξει την Ελλάδα και την Κύπρο ως "ενεργούμενα" του Ισραήλ. Ο φιλοκυβερνητικός τουρκικός Τύπος "ξεψαχνίζει" σχετικά τις δηλώσεις ελλήνων αξιωματούχων, όπως αποδεικνύουν τα εκτενή δημοσιεύματα για όσα είπε ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Θαλάσσιας Ασφάλειας στις 28 Απριλίου στο Ιδρυμα Ευγενίδου.
Ωστόσο, αυτό που επέτεινε τον εκνευρισμό ήταν η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Η ανανέωση της στρατηγικής συμφωνίας με την Ελλάδα (που περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής στην οποία έδωσε έμφαση ο Μακρόν), αλλά και η ανακοίνωση ότι επίκειται εντός του Ιουνίου στο Παρίσι η υπογραφή συμφωνίας (Status of Forces Agreement – SOFA) για τη στάθμευση γαλλικών δυνάμεων στην Κύπρο έχουν επαναφέρει την τουρκική αλλεργία για τον γαλλικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Εχοντας υπόψη της και το προηγούμενο της αποστολής ελληνικών αλλά και ευρωπαϊκών δυνάμεων στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου για την παροχή προστασίας από πιθανά χτυπήματα του Ιράν ή της Χεζμπολάχ, τούρκοι διαμορφωτές πολιτικής έχουν αρχίσει να εγείρουν το κατά πόσο τέτοιου είδους κινήσεις συνάδουν με τα προβλεπόμενα της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960 για το νησί (στην οποία μετέχουν Ελλάδα, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο).
Σε μία προσπάθεια εξισορρόπησης εντυπώσεων αλλά και ουσίας, η Αγκυρα προσπαθεί να αναδείξει ως αντίβαρο στα προαναφερθέντα την πρόσφατη υπογραφή Στρατηγικής Συμφωνίας-Πλαισίου με το Λονδίνο. Η υπογραφή έλαβε χώρα στις 23 Απριλίου μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και της βρετανίδας ομολόγου του Ιβέτ Κούπερ. Η συνεργασία και ο συντονισμός εντός ΝΑΤΟ με σκοπό και την ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα της Συμμαχίας και η συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην αμυντική βιομηχανία προβάλλονται ιδιαίτερα στο κείμενο, αλλά συνοδεύονται και από συμφωνία να εμβαθυνθεί η σχέση ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των δύο πλευρών.
Κάπως έτσι, συγκεκριμένοι και σαφείς άξονες έχουν αρχίσει και διαμορφώνονται στη Μεσόγειο αλλά και στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής ηπείρου, σε μια περίοδο που ο πόλεμος ΗΠΑ/Ισραήλ – Ιράν τροφοδοτεί με επιπλέον ένταση την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Αν υποθέσει κανείς ότι η Ελλάδα, το Ισραήλ, η Κύπρος, η Γαλλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (οι συχνές επαφές του έλληνα Πρωθυπουργού με την ηγεσία της χώρας δεν είναι τυχαίες) συνιστούν τον έναν άξονα (στον οποίο μπορεί να ενταχθεί και η Ιορδανία), η Αγκυρα προσπαθεί να… εργαλειοποιήσει το Ηνωμένο Βασίλειο και να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις της με τη Μαδρίτη και τη Ρώμη.
Η τουρκική αμυντική βιομηχανία συνιστά κομβικό δίαυλο για αυτή την εξέλιξη και δεν επηρεάζεται από τη μη συμπερίληψή της στο πρόγραμμα SAFE της ΕΕ. Η Ισπανία ετοιμάζεται να ενσωματώσει το τουρκικό εκπαιδευτικό αεροσκάφος Hürjet στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Πολεμικής Αεροπορίας της, ενώ η Ιταλία σχεδιάζει την προμήθεια μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayractar TB3 για το αεροπλανοφόρο Cavour. Οσο για τις γερμανοτουρκικές σχέσεις, που πάντα απασχολούν και την Αθήνα, αυτές παραμένουν στενές. Παράλληλα, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν επιδιώκουν, παρά τις διαφωνίες τους σε άλλα ζητήματα, να κινηθούν μαζί σε μια προσπάθεια να ελεγχθεί η επιθετικότητα του Ισραήλ και να βρεθεί λύση στο ιρανικό ζήτημα.
Οι δύσκολες ευρωτουρκικές σχέσεις
"Πρέπει να επιτύχουμε την ενοποίηση της ευρωπαϊκής ηπείρου ώστε να μην επηρεάζεται από τη Ρωσία, την Τουρκία ή την Κίνα". Η αποστροφή αυτή ανήκει στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η πρόεδρος της Κομισιόν την εκστόμισε στην εκδήλωση για την επέτειο των 80 ετών από την ίδρυση της γερμανικής εφημερίδας "Die Zeit", στις 19 Απριλίου στο Αμβούργο. Παρά τις απόπειρες να κατευναστούν οι αντιδράσεις, η Αγκυρα έγινε έξαλλη και ο εκνευρισμός εκφράστηκε από τον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. "Σήμερα η ανάγκη της Ευρώπης για την Τουρκία είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη της Τουρκίας για την Ευρώπη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μια ΕΕ της οποίας η Τουρκία δεν είναι πλήρες μέλος δεν δύναται να αποτελεί παγκόσμιο παράγοντα ή κέντρο με ειδικό βάρος" δήλωσε.
Η προσπάθεια της ΕΕ να αναβαθμίσει τον αμυντικό και γεωπολιτικό ρόλο της είχε ειδωθεί στην Τουρκία ως η καλύτερη ευκαιρία για μία αναζωογόνηση των ευρωτουρκικών σχέσεων έπειτα από μια περίοδο νέκρωσης λόγω του "βάλτου" στον οποίο έχει πέσει η ενταξιακή προοπτική της εξαιτίας της σοβαρής οπισθοδρόμησης σε θέματα δημοκρατίας και κράτους Δικαίου. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία θεωρείται από πολλούς αναγκαία για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, ενώ εκτιμάται ότι η Τουρκία έχει ρόλο να διαδραματίσει στην "επόμενη ημέρα" του Ουκρανικού.
Μετά όμως από το (οριστικό ή προσωρινό, μένει να φανεί) ναυάγιο της συμμετοχής της Τουρκίας στο SAFE, οι ευρωτουρκικές σχέσεις πάγωσαν ξανά. Για τον γνωστό τούρκο αναλυτή Μουράτ Γετκίν ο προσεχής Ιούλιος συνιστά ορόσημο για το μέλλον των ευρωτουρκικών σχέσεων. Στις 30 Ιουνίου λήγει η κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ και στις 2 Ιουλίου θα διεξαχθεί Διάλογος Υψηλού Επιπέδου ΕΕ - Τουρκίας για την Οικονομία στην Κωνσταντινούπολη. Κατόπιν, στις 5-7 Ιουλίου, θα πραγματοποιηθεί στην Αγκυρα η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ και ο πρόεδρος Ερντογάν θα αναμένει με ανοιχτές αγκάλες τον αμερικανό ομόλογό του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Τουρκία άλλωστε προσπαθεί με κάθε τρόπο να αξιοποιήσει τη θέση της στο ΝΑΤΟ, βλέποντας την απροθυμία της ΕΕ να την εντάξει στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια (εξ ου και η Αγκυρα δεν βλέπει με καλό μάτι την αξιοποίηση του Αρθρου 42.7 των ευρωπαϊκών συνθηκών για τη συλλογική αλληλεγγύη) και θα συνεχίσει την επιλεκτική εμπλοκή με τις ευρωπαϊκές δομές ασφαλείας, όπως τονίζει σε άρθρο του στην εφημερίδα Sabah ο διευθυντής ερευνών της φιλοκυβερνητικής δεξαμενής σκέψης SETA Μουράτ Γεσιλτάς.
Ισως όμως η πιο ψύχραιμη προσέγγιση να είναι αυτή του γνωστού ακαδημαϊκού Ιλτέρ Τουράν στη φιλοευρωπαϊκή οικονομική εφημερίδα NB Ekonomim: "Το να περιμένει η Τουρκία να γίνει μέλος μόνο και μόνο επειδή η Ευρώπη τη χρειάζεται για την άμυνά της απέχει από την πραγματικότητα".
Add comment
Comments