Δεν είναι η δημαρχία της Νέας Υόρκης το πραγματικό πολιτικό γεγονός των τελευταίων ημερών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ούτε η προσωπική επιτυχία του Ζόχραν Μαμντάνι.
Η πραγματική είδηση είναι πολύ μεγαλύτερη: η σοσιαλιστική πτέρυγα των Δημοκρατικών δείχνει πλέον ικανή όχι απλώς να εκλέγει έναν δημοφιλή πολιτικό, αλλά να διαμορφώνει τους ίδιους τους συσχετισμούς εξουσίας μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Οι προκριματικές εκλογές στη Νέα Υόρκη έδειξαν ότι ο Μαμντάνι δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο πολιτικό φαινόμενο. Μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά αριστερών υποψηφίων, πολλοί από τους οποίους επικράτησαν απέναντι σε στελέχη του κομματικού κατεστημένου με τη δική του στήριξη.
Το μήνυμα είναι σαφές. Η μάχη δεν διεξάγεται πλέον ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς.
Η πραγματική σύγκρουση εξελίσσεται στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, όπου η μετριοπαθής, φιλελεύθερη πτέρυγα βλέπει ολοένα και περισσότερο έδαφος να χάνει απέναντι σε μια νέα γενιά πολιτικών που θεωρούν ότι η λύση σχεδόν σε κάθε κοινωνικό πρόβλημα βρίσκεται σε περισσότερους φόρους, μεγαλύτερο κράτος και ευρύτερη αναδιανομή του πλούτου.
Από την περιφέρεια στο κέντρο της εξουσίας
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οι Δημοκράτες Σοσιαλιστές αποτελούσαν μια σχετικά μικρή ιδεολογική ομάδα με περιορισμένη επιρροή.
Η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς το 2016 άλλαξε τα δεδομένα.
Η εκλογή της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές απέδειξε ότι οι ιδέες αυτές μπορούσαν να βρουν εκλογική απήχηση.
Η άνοδος του Μαμντάνι δείχνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό.
Ότι ο σοσιαλιστικός χώρος δεν αρκείται πλέον σε συμβολικές παρουσίες. Επιχειρεί να αναλάβει τον έλεγχο των εσωτερικών μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος και να καθορίσει ποιοι θα είναι οι επόμενοι βουλευτές, οι επόμενοι κυβερνήτες και, ενδεχομένως, οι επόμενοι προεδρικοί υποψήφιοι.
Αυτό ακριβώς ανησυχεί το παραδοσιακό κατεστημένο των Δημοκρατικών.
Το αφήγημα που κερδίζει τους νέους
Η επιτυχία του Μαμντάνι δεν είναι τυχαία. Το αφήγημά του είναι εξαιρετικά απλό. Η Αμερική είναι άδικη. Οι πλούσιοι πληρώνουν λίγα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν υπερβολική δύναμη. Το κράτος πρέπει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο. Η αγορά απέτυχε.
Επομένως, χρειάζονται περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες, περισσότερες επιδοτήσεις, μεγαλύτερη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και ευρύτερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία.
Σε μια περίοδο όπου η στεγαστική κρίση πλήττει ιδιαίτερα τις μεγάλες πόλεις και το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, το μήνυμα αυτό βρίσκει εύκολα ακροατήριο, ιδιαίτερα μεταξύ νέων ψηφοφόρων που δεν έχουν ζήσει περιόδους υψηλού πληθωρισμού ή δημοσιονομικών κρίσεων.
Η ιστορία όμως είναι λιγότερο αισιόδοξη
Οι ιδέες αυτές παρουσιάζονται συχνά ως κάτι νέο. Δεν είναι.
Η αύξηση της φορολογίας, η διεύρυνση του δημόσιου τομέα και η αντικατάσταση της αγοράς από κρατικούς μηχανισμούς αποτελούν προτάσεις που έχουν εφαρμοστεί, σε διαφορετικές μορφές και εντάσεις, σε πολλές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες.
Οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι, όταν αυτές οι πολιτικές υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο, αρχίζουν να παράγουν αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που επιδιώκουν.
Η υψηλή φορολογία μειώνει τα κίνητρα για επενδύσεις. Οι επιχειρήσεις μεταφέρουν δραστηριότητες σε περιοχές με ευνοϊκότερο φορολογικό περιβάλλον. Τα κεφάλαια γίνονται πιο κινητικά. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Τελικά, η φορολογική βάση συρρικνώνεται και το κράτος δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει τις ίδιες τις κοινωνικές πολιτικές που εξήγγειλε.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και αρκετές ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες εγκατέλειψαν, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, πολλές από τις πιο κρατικιστικές επιλογές τους, υιοθετώντας μεταρρυθμίσεις υπέρ της αγοράς και της ανταγωνιστικότητας.
Η Νέα Υόρκη δεν είναι απομονωμένη από την οικονομία
Οι υποστηρικτές του Μαμντάνι συχνά υποστηρίζουν ότι η Νέα Υόρκη είναι τόσο ισχυρή οικονομικά ώστε μπορεί να χρηματοδοτήσει μεγαλύτερες κοινωνικές δαπάνες.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η οικονομία της πόλης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοπιστωτική δραστηριότητα, στις επενδύσεις, στις επιχειρηματικές υπηρεσίες και στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας.
Πρόκειται ακριβώς για τους κλάδους που έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα γεωγραφικής μετακίνησης.
Η πανδημία απέδειξε ότι χιλιάδες επιχειρήσεις μπορούν πλέον να λειτουργούν εξ αποστάσεως.
Η Φλόριντα και το Τέξας έχουν ήδη προσελκύσει σημαντικό αριθμό εταιρειών και υψηλών εισοδημάτων, αξιοποιώντας χαμηλότερους φόρους και πιο ευνοϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον.
Το ερώτημα λοιπόν είναι εύλογο:
Μπορεί μια πόλη να αυξάνει συνεχώς τη φορολογία των πιο παραγωγικών φορολογουμένων της χωρίς να επηρεάζεται η ανταγωνιστικότητά της;
Η απάντηση μόνο αυτονόητη δεν είναι.
Το δίλημμα των Δημοκρατικών
Η άνοδος του Μαμντάνι δημιουργεί ένα υπαρξιακό πρόβλημα για το Δημοκρατικό Κόμμα. Οι μετριοπαθείς γνωρίζουν ότι οι προεδρικές εκλογές δεν κρίνονται στη Νέα Υόρκη ή στην Καλιφόρνια.
Κρίνονται στην Πενσιλβάνια, στο Μίσιγκαν, στο Ουισκόνσιν, στην Αριζόνα και στη Τζόρτζια. Σε πολιτείες όπου οι ψηφοφόροι εμφανίζονται αισθητά πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε πολιτικές εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης.
Αν η εικόνα που κυριαρχήσει είναι ότι το Δημοκρατικό Κόμμα εγκαταλείπει οριστικά τον οικονομικό φιλελευθερισμό της εποχής Κλίντον και μετακινείται προς μια πιο σοσιαλιστική ατζέντα, οι Ρεπουμπλικανοί αποκτούν ένα εξαιρετικά ισχυρό προεκλογικό όπλο.
Ήδη ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να παρουσιάσει κάθε επιτυχία της προοδευτικής πτέρυγας ως απόδειξη ότι οι Δημοκρατικοί έχουν αιχμαλωτιστεί από την “άκρα Αριστερά”.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία
Η συζήτηση αυτή δεν είναι άγνωστη στην Ευρώπη. Η ήπειρος έχει γνωρίσει για δεκαετίες ισχυρά κοινωνικά κράτη, υψηλή φορολογία και εκτεταμένη κρατική παρέμβαση.
Παράλληλα, όμως, έχει βιώσει και τις δυσκολίες που δημιουργεί η χαμηλή ανάπτυξη, η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση του δημόσιου χρέους και η απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ακόμη και σοσιαλδημοκρατικές, έχουν τα τελευταία χρόνια υιοθετήσει πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας, μεταρρυθμίσεων και ενίσχυσης των επενδύσεων, αναγνωρίζοντας ότι η αναδιανομή πλούτου προϋποθέτει πρώτα τη δημιουργία νέου πλούτου.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η επιτυχία του Μαμντάνι δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη τοπική πολιτική είδηση. Αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης ιδεολογικής μετατόπισης.
Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, η σοσιαλιστική πτέρυγα των Δημοκρατικών δείχνει ικανή όχι μόνο να επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο, αλλά να διαμορφώνει ενεργά τους πολιτικούς συσχετισμούς μέσα στο ίδιο το κόμμα.
Το αν αυτή η μετατόπιση θα οδηγήσει σε μια πιο δίκαιη κοινωνία ή αν θα επαναφέρει πολιτικές που οι επικριτές τους θεωρούν οικονομικά αναποτελεσματικές, θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δοκιμασίες της επόμενης δεκαετίας.
Το βέβαιο είναι ότι η μάχη για το μέλλον της αμερικανικής οικονομίας δεν θα δοθεί μόνο απέναντι στους Ρεπουμπλικανούς.
Θα δοθεί, πρωτίστως, μέσα στο ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα.
Add comment
Comments