Στο παρελθόν, η προσωπική μου αντίδραση σε κάθε μεγάλη παγκόσμια κρίση ήταν συνήθως να μην κάνω απολύτως τίποτα - στάση που, πέρα από το ότι ταιριάζει στον χαρακτήρα μου, έχει και το πλεονέκτημα ότι ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις συστάσεις των ειδικών.
Σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας των αγορών, η συμβουλή είναι σαφής: μην κοιτάτε καν τις επενδύσεις σας, πόσο μάλλον μην κάνετε παρεμβάσεις. Αν βρεθείτε αντιμέτωποι με αρκούδα, πρέπει να μείνετε απολύτως ακίνητοι (εκτός βέβαια αν πρόκειται για εκείνες που τρομάζουν με κατσαρόλες — αλλά ας το αφήσουμε αυτό). Έτσι διαμορφώνεται μια φιλοσοφία αποφυγής, συνοψισμένη στο "μάλλον όλα θα πάνε καλά", η οποία όμως αυτή την εβδομάδα, καθώς η Τεχεράνη χλεύαζε τις ΗΠΑ για τις δήθεν ειρηνευτικές συνομιλίες, συνοδεύτηκε από μια πιο ψυχρή, ανταγωνιστική σκέψη: κι αν αυτή τη φορά είναι διαφορετικά;
Ακολούθησαν δύο ανησυχητικά ερωτήματα: καθώς ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται και η ενεργειακή κρίση βαθαίνει, θα μπορούσαν τα επιτόκια να επιστρέψουν στα επίπεδα της δεκαετίας του ’70 (αδιανόητο, άραγε;) Και, τελικά, σημαίνει αυτό ότι πρέπει να διαβάσω το βιβλίο του Andrew Ross Sorkin για το κραχ της Wall Street;
Οι τίτλοι δεν καθησυχάζουν. Στους Financial Times, το βασικό θέμα του Σαββατοκύριακου προειδοποιούσε: "Το κόστος δανεισμού εκτοξεύεται σε υψηλό 18ετίας". Αρθρογράφοι της The Telegraph μοιράζονταν σχέδια για αποθήκευση καυσίμων και κονσερβών. "Θα μπορούσε ο πόλεμος στο Ιράν να οδηγήσει σε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο;" διερωτάτο το NPR, με σχεδόν εύθυμο τόνο, ενώ στους The New York Times, ένας διαχειριστής hedge fund που μετέπειτα ανέλαβε ρόλο στο αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών προειδοποιούσε: "Προέβλεψα την κρίση του 2008. Αυτό που έρχεται μπορεί να είναι χειρότερο" - μια δυσοίωνη εκτίμηση, κάπως μετριασμένη από τον σχεδόν "ρουτινιάρικο" ύφος του τίτλου.
Πέρα από τα μέσα ενημέρωσης, οι αγορές ήδη αναπροσαρμόζουν τις προσδοκίες τους: την περασμένη εβδομάδα, traders στο City άρχισαν να προεξοφλούν τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης για το 2026 - μια πλήρης ανατροπή σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις που ήθελαν τα επιτόκια να υποχωρούν εντός του έτους
Δεν είναι μόνο τα επιτόκια, προφανώς, αποτελούν όμως προειδοποιητικό σημάδι για δυσμενέστερες εξελίξεις που έρχονται.. Την ίδια στιγμή, οι συνήθεις - και μέχρι τώρα αυτονόητες - παρηγοριές αρχίζουν να χάνουν την ισχύ τους. Χθες, η Ursula von der Leyen, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έβαλε τέλος ακόμη και σε αυτή την ύστατη αυταπάτη - την τόσο οικεία σε περιόδους κρίσης “μήπως να φύγουμε για την Αυστραλία” -, τονίζοντας ενώπιον του αυστραλιανού κοινοβουλίου ότι η χώρα εισέρχεται σε μια “νέα πραγματικότητα”, όπου η γεωγραφική απόσταση δεν αποτελεί πλέον ασπίδα.
Διαβάστε ακόμα: Rick Scott : Το μεγάλο κράτος καταστρέφει το Αμερικανικό όνειρο
Και λοιπόν; Ποια είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση; Να κάνεις μεταστροφή την τελευταία στιγμή, αν βρίσκεσαι ένα βήμα πριν από την αγορά κατοικίας - όπως έκαναν δύο φίλοι την περασμένη εβδομάδα, φοβούμενοι επιτόκια της τάξης του 5,5% μέσα στα επόμενα δύο χρόνια; Ή να καταφύγεις σε εκείνη τη στρεβλή λογική που συνήθως επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει αγορές πέρα από τις πραγματικές σου δυνατότητες; Για παράδειγμα, πριν από έξι χρόνια, ο οικονομολόγος Nouriel Roubini είχε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο μιας “Μεγάλης Ύφεσης” μέσα στη δεκαετία - πρόβλεψη που επανήλθε στο προσκήνιο αυτή την εβδομάδα. Και όμως, πιάνοντας τον εαυτό μου να σκέφτεται - άσχετα - ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που, όπως λέγεται, είχε εκμαγεία γυναικείων γεννητικών οργάνων στους τοίχους του, αναρωτιέμαι: πόσο αξιόπιστος είναι τελικά;
Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες φωνές. Ο πατέρας μου υπενθυμίζει ότι στο Η.Β. τα επιτόκια έφταναν το 10% τη δεκαετία του ’70, όταν οι γονείς μου αγόρασαν το σπίτι όπου μεγάλωσα, αγγίζοντας ακόμη και το 17% το 1979 - και όμως, όλοι τα έβγαλαν πέρα. Η σύγκριση, ωστόσο, έχει και αυτή τα όριά της. Το 1979, το μέσο στεγαστικό δάνειο ανερχόταν μόλις σε 11.000 λίρες, με τους δανειολήπτες να φτάνουν το πολύ στο διπλάσιο ή δυόμισι φορές του ετήσιου εισοδήματός τους. Σήμερα, το μέσο δάνειο στο Λονδίνο πλησιάζει τις 300.000 λίρες, ενώ για τους αγοραστές πρώτης κατοικίας σε εθνικό επίπεδο διαμορφώνεται στις 210.000. Την ίδια στιγμή, ο διάμεσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2025 ήταν 39.039 λίρες.
Όλα αυτά είναι γνωστά. Υπάρχει επίσης η πρόσφατη εμπειρία της COVID-19 - μιας οικονομικής κρίσης σαφώς πιο βίαιης και αιφνίδιας από οτιδήποτε θα μπορούσε να προκύψει στον Κόλπο ή να πυροδοτηθεί από την τεχνητή νοημοσύνη - από την οποία, τελικά, τα χρηματοπιστωτικά συστήματα ανέκαμψαν. Η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά επέστρεψε σε ιστορικά υψηλά μέσα σε πέντε χρόνια από την κρίση του 2008.
Αν υπάρχει μια περίοδος που εξακολουθεί να προκαλεί δέος, αυτή είναι του κραχ στη Wall Street το 1929 - μια εποχή κατά την οποία, σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις, χρειάστηκαν σχεδόν δύο δεκαετίες για να ανακτήσουν οι αγορές το 90% των απωλειών τους. Ίσως, τελικά, ήρθε η ώρα να επιστρέψω και στο βιβλίο του Andrew Ross Sorkin."
Σε ατομικό επίπεδο, πέρα από το να σηκώσει κανείς τα χρήματά του από την τράπεζα και να τα κρύψει “κάτω από το στρώμα”, οι επιλογές μοιάζουν ουσιαστικά δύο: είτε να διακόψει απότομα ό,τι έκανε - να ακυρώσει ένα ταξίδι, να παγώσει την αγορά κατοικίας, να μην παραιτηθεί για να γράψει ποίηση - και να περιμένει μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο· είτε, αποδεχόμενος ότι η εικόνα ίσως να μην γίνει ποτέ πλήρως σαφής και ότι η ακινησία δεν βοηθά, να συνεχίσει κανονικά - απλώς με μεγαλύτερη ανησυχία.
Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί; Κατά πάσα πιθανότητα, όλα θα πάνε καλά.
Add comment
Comments