Ο Donald Trump κατέβηκε στις εκλογές ως λαϊκιστής - και κέρδισε ως λαϊκιστής. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι, όπως η Hillary Clinton, τον κατήγγειλαν με τον ίδιο χαρακτηρισμό. Η προεκλογική του στρατηγική ακολούθησε το κλασικό “λαϊκιστικό εγχειρίδιο”: υποσχέθηκε να υπηρετήσει τον “απλό λαό”, να πολεμήσει την ελίτ της εξουσίας, να “αποξηράνει τον βάλτο” της διαφθοράς και να ανατρέψει το σύστημα εκμετάλλευσης.
Ωστόσο, με αρκετά χρόνια ακόμη μπροστά του, γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται να διαταράξει ουσιαστικά τα συμφέροντα της κυβερνώσας ελίτ.
Περιορισμένα αποτελέσματα και πολιτικές αποτυχίες
Πέρα από μια μερική επιτυχία στο μεταναστευτικό - το οποίο πλέον έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα - ο Trump απέτυχε σε σχεδόν όλους τους άλλους τομείς. Η αποτυχία αυτή αποτυπώνεται στη συνεχιζόμενη αύξηση των κρατικών δαπανών, στη διατήρηση πληθωριστικής νομισματικής πολιτικής και στην απουσία σημαντικών νομοθετικών αλλαγών που να επηρεάζουν την ελίτ.
Αντί να μετατρέψει την εκλογική του νίκη σε ένα σταθερό νομοθετικό πρόγραμμα, επέλεξε να κυβερνά με διατάγματα - κάτι που καθιστά τις αποφάσεις του εύκολα αναστρέψιμες από τον επόμενο πρόεδρο. Παράλληλα, η ενίσχυση των εξουσιών της προεδρίας ενδέχεται να ωφελήσει περισσότερο τους διαδόχους του.
Ποιες είναι οι “κυβερνώσες ελίτ”
Η ανάλυση εστιάζει σε ένα δίκτυο κρατικών αξιωματούχων και ομάδων συμφερόντων που διασφαλίζουν τη συνεχή ροή πόρων από τους φορολογούμενους προς τους ίδιους. Σε αυτό περιλαμβάνονται ο “μόνιμος κρατικός μηχανισμός”, στρατιωτικοί εργολάβοι, συνδικάτα, τεχνολογικοί κολοσσοί, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλοι ισχυροί παίκτες.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, τα κόμματα δεν αποτελούν ουσιαστική απειλή για το σύστημα, καθώς οι αλλαγές περιορίζονται κυρίως στην αναδιανομή ισχύος μεταξύ διαφορετικών ομάδων ελίτ.
Ενίσχυση του κατεστημένου αντί ανατροπής του
Παρά την αντισυστημική ρητορική, η διακυβέρνηση Trump φέρεται να ενίσχυσε τις υπάρχουσες δομές εξουσίας. Υποστήριξε αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, διατήρησε ισχυρό τον μηχανισμό παρακολούθησης και δεν περιόρισε τον ρόλο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Ταυτόχρονα, οι πολιτισμικές συγκρούσεις (όπως ζητήματα αμβλώσεων ή LGBT πολιτικών) παρουσιάζονται ως δευτερεύοντα ζητήματα που δημιουργούν την ψευδαίσθηση πολιτικής αλλαγής χωρίς να απειλούν το σύστημα.
Γιατί αποτυγχάνει ο «λαϊκισμός υπέρ του συστήματος»
Ο λεγόμενος “λαϊκισμός τύπου Trump” αποτυγχάνει επειδή στην ουσία παραμένει εντός του ίδιου συστήματος που υποτίθεται ότι πολεμά. Αντί να αμφισβητεί τη δομή της εξουσίας, επιδιώκει απλώς να την ελέγξει.
Η εκλογική διαδικασία, οι κομματικοί μηχανισμοί και οι περιορισμοί σε τρίτα κόμματα καθιστούν δύσκολη την ανάδειξη πραγματικά αντισυστημικών υποψηφίων.
Το παράδοξο της εκλογικής νίκης
Η εκλογική βάση του Trump - κυρίως εργατική τάξη και αγροτικές περιοχές - κατάφερε να επικρατήσει. Ωστόσο, η νίκη αυτή δεν οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή. Αντίθετα, το σύστημα παρέμεινε ισχυρότερο, με αυξημένες δαπάνες και ενισχυμένο κρατικό μηχανισμό.
Το βασικό πρόβλημα του σύγχρονου λαϊκισμού
Το πρόβλημα, δεν είναι μόνο η αφέλεια απέναντι στη λειτουργία της εξουσίας, αλλά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος λαϊκισμός δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του ίδιου του συστήματος. Αντιθέτως, συχνά προωθεί έννοιες όπως “εθνική ενότητα” και “αποκατάσταση εμπιστοσύνης”, αποφεύγοντας ριζικές αλλαγές.
Μια πραγματική αντιπολίτευση θα απαιτούσε βαθύτερη αμφισβήτηση του κράτους, αποκέντρωση της εξουσίας και δημιουργία νέων θεσμών εκτός του υπάρχοντος πλαισίου.
Εν καταλείδι
Ο σημερινός λαϊκισμός, όπως εκφράζεται στην περίπτωση Trump, παρουσιάζεται ως ένας μηχανισμός που τελικά αναπαράγει το status quo αντί να το ανατρέπει - κάτι που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων ελίτ.
Add comment
Comments