Πριν από περίπου δύο δεκαετίες, η είσοδος της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου προκάλεσε ένα τεράστιο σοκ στη Δύση. Εκατομμύρια φθηνά κινεζικά προϊόντα κατέκλυσαν τις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης, πιέζοντας βιομηχανίες, μισθούς και θέσεις εργασίας.
Σήμερα, οικονομολόγοι και επενδυτές προειδοποιούν ότι ο κόσμος βρίσκεται μπροστά σε έναν νέο, ακόμη πιο περίπλοκο “κινεζικό σεισμό” - όχι πλέον μόνο λόγω της φθηνής εργασίας, αλλά εξαιτίας της τεράστιας βιομηχανικής υπερπαραγωγής της Κίνας, της αδύναμης εσωτερικής κατανάλωσης και της ανάγκης του Πεκίνου να διοχετεύσει τα πλεονάζοντα προϊόντα του στις διεθνείς αγορές.
Η νέα εξαγωγική έκρηξη της Κίνας
Η κινεζική οικονομία περνά μία από τις πιο παράξενες φάσεις της σύγχρονης ιστορίας της. Από τη μία πλευρά, η αγορά ακινήτων παραμένει σε κρίση, η κατανάλωση των νοικοκυριών είναι ασθενική και ο αποπληθωρισμός συνεχίζει να πιέζει την οικονομία. Από την άλλη, τα εργοστάσια της χώρας παράγουν περισσότερο από ποτέ.
Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια έκρηξη εξαγωγών.
Μέχρι τα τέλη του 2025, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας είχε φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς η χώρα διοχέτευε στο εξωτερικό ολοένα περισσότερα αυτοκίνητα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά, βιομηχανικά εξαρτήματα, μηχανήματα και τεχνολογικά προϊόντα.
Σε αντίθεση όμως με το πρώτο “China shock” των αρχών του 2000, η νέα φάση αφορά κυρίως προηγμένη βιομηχανία και στρατηγικούς τομείς υψηλής τεχνολογίας.
Η «παγίδα της υπερπαραγωγής»
Πίσω από την έκρηξη των εξαγωγών κρύβεται ένα βαθύτερο πρόβλημα: η κινεζική οικονομία παράγει πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να απορροφήσει η εγχώρια αγορά.
Η κυβέρνηση του Xi Jinping επένδυσε επί χρόνια τεράστια κεφάλαια σε εργοστάσια, τεχνολογία, ηλεκτρικά οχήματα, ημιαγωγούς, μπαταρίες και πράσινη ενέργεια, επιδιώκοντας βιομηχανική αυτάρκεια και παγκόσμια κυριαρχία σε κρίσιμους τομείς.
Ωστόσο, η εσωτερική ζήτηση στην Κίνα δεν κατάφερε να ακολουθήσει τον ρυθμό παραγωγής.
Οι Κινέζοι καταναλωτές παραμένουν επιφυλακτικοί, κυρίως λόγω της κρίσης ακινήτων, της αβεβαιότητας στην αγορά εργασίας και της χαμηλής εμπιστοσύνης για το μέλλον.
Έτσι, οι κινεζικές επιχειρήσεις στρέφονται όλο και περισσότερο στις διεθνείς αγορές για να διατηρήσουν παραγωγή, έσοδα και θέσεις εργασίας.
Η Ευρώπη φοβάται αποβιομηχάνιση
Η νέα κινεζική επέλαση προκαλεί ήδη έντονη ανησυχία στην E.E.
Ευρωπαϊκές βιομηχανίες προειδοποιούν ότι φθηνά κινεζικά προϊόντα και εξαρτήματα απειλούν να διαλύσουν την ανταγωνιστικότητα πολλών παραγωγικών κλάδων, από τη χημική βιομηχανία έως τα ηλεκτρικά οχήματα και τον βιομηχανικό εξοπλισμό.
Στη Γερμανία, που θεωρείται η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης, χιλιάδες θέσεις εργασίας στη μεταποίηση έχουν ήδη χαθεί, ενώ οι επιχειρήσεις προειδοποιούν για περαιτέρω πιέσεις από τον κινεζικό ανταγωνισμό.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στα τελικά καταναλωτικά προϊόντα. Η εξάρτηση της Ευρώπης επεκτείνεται και σε κρίσιμα βιομηχανικά εξαρτήματα, πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προϊόντα.
Οι πόλεμοι τιμών στην Κίνα
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Κίνας μαίνεται ένας ακραίος πόλεμος τιμών.
Στον τομέα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, δεκάδες εταιρείες ανταγωνίζονται επιθετικά μειώνοντας συνεχώς τις τιμές για να διατηρήσουν μερίδιο αγοράς.
Οι κινεζικές αρχές αποκαλούν πλέον το φαινόμενο αυτό “involution” - μια κατάσταση καταστροφικού ανταγωνισμού, υπερπαραγωγής και συμπίεσης κερδών που οδηγεί ολόκληρους κλάδους σε αποπληθωρισμό.
Παρόμοια φαινόμενα εμφανίζονται σε ηλιακά πάνελ, μπαταρίες, μέταλλα, χημικά και βιομηχανικά υλικά.
Η Κίνα εξάγει αποπληθωρισμό στον κόσμο
Αυτός ο τεράστιος όγκος φθηνών προϊόντων έχει διπλή επίδραση στη διεθνή οικονομία.
Από τη μία πλευρά, βοηθά στη συγκράτηση του πληθωρισμού παγκοσμίως, καθώς οι καταναλωτές αποκτούν πρόσβαση σε φθηνότερα αγαθά.
Από την άλλη, πιέζει τις βιομηχανίες άλλων χωρών, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και απειλεί θέσεις εργασίας στη μεταποίηση.
Αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κόσμος κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν νέο κύκλο εμπορικών συγκρούσεων, προστατευτισμού και γεωοικονομικής έντασης.
Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ετοιμάζουν αντίδραση
Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη εξετάζουν ήδη νέα μέτρα προστασίας απέναντι στη δεύτερη φάση του “China shock”.
Η Ουάσινγκτον έχει αυξήσει δραστικά τους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, ιδιαίτερα σε ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες και τεχνολογικό εξοπλισμό, ενώ στις Βρυξέλλες εντείνονται οι συζητήσεις για περιορισμό της εξάρτησης από κινεζικές εισαγωγές.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι εξαιρετικά σύνθετο: η παγκόσμια οικονομία έχει πλέον ενσωματώσει βαθιά την Κίνα στις εφοδιαστικές της αλυσίδες.
Το μεγάλο δίλημμα του Πεκίνου
Η κινεζική ηγεσία γνωρίζει ότι το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.
Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η χώρα χρειάζεται επειγόντως μετάβαση σε ένα πιο καταναλωτικό μοντέλο ανάπτυξης, με μεγαλύτερη ενίσχυση των νοικοκυριών και λιγότερη εξάρτηση από επενδύσεις και εξαγωγές.
Όμως μια τέτοια μετάβαση είναι πολιτικά δύσκολη.
Το κινεζικό μοντέλο βασίζεται εδώ και δεκαετίες στη βιομηχανική παραγωγή, στις κρατικές επενδύσεις και στην ενίσχυση της μεταποίησης. Η δραστική μείωση παραγωγικής δυναμικότητας θα μπορούσε να προκαλέσει ανεργία, κοινωνικές πιέσεις και οικονομική επιβράδυνση.
Ένας νέος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος;
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι ο κόσμος μπαίνει πλέον σε μια νέα εποχή οικονομικού ανταγωνισμού, όπου το κεντρικό ζήτημα δεν θα είναι μόνο το εμπόριο, αλλά η ίδια η επιβίωση της βιομηχανικής βάσης των δυτικών οικονομιών.
Η “άλλη Κίνα”, όπως τη χαρακτηρίζουν αρκετοί οικονομολόγοι, δεν είναι πλέον μόνο το εργοστάσιο του κόσμου. Είναι μια υπερβιομηχανική δύναμη που παράγει περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει και προσπαθεί να διοχετεύσει αυτή την τεράστια παραγωγή στο εξωτερικό.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον νέο “κινεζικό σεισμό” δυνητικά πιο επικίνδυνο από τον πρώτο.
Add comment
Comments