Πόσες μικροζυθοποιίες χωράει η Ελλάδα;

Published on January 16, 2026 at 1:21 PM

Από την Κομοτηνή, τη Δράμα, τη Λάρισα και την Κέρκυρα μέχρι την Κρήτη, τη Ρόδο, τη Χίο, την Ικαρία και τη Σαμοθράκη, η ελληνική μικροζυθοποιία έχει απλωθεί παντού. Σήμερα λειτουργούν 79 μικροζυθοποιεία, αριθμός που σύντομα θα φτάσει τα 82, αν προστεθούν όσα ετοιμάζονται σε Καστοριά, Βέροια και Βοιωτία, ενώ ελληνικές craft μπύρες "βράζουν" και δεκάδες "νομάδες" σε εγκαταστάσεις τρίτων. Μια εντυπωσιακή εικόνα αν σκεφτεί κάποιος ότι το 2015 ήταν ενεργά μόλις 15 μικροζυθοποιίες.

Η ποσοτική έκρηξη, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική ανάπτυξη της αγοράς. Η κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με περίπου 41 λίτρα ετησίως κατά κεφαλήν, ενώ η γευστική κουλτούρα εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, με τη lager να κυριαρχεί συντριπτικά. Σε αυτό το περιβάλλον, το ερώτημα για το πόσες μικροζυθοποιίες μπορεί να αντέξει η ελληνική αγορά τίθεται πλέον με όρους βιωσιμότητας και όχι ανάπτυξης.

Αυξάνεται η πίεση αλλά όχι η "πίτα"

Παρά τον πολλαπλασιασμό των παραγωγών, το μερίδιο της μικροζυθοποιίας παραμένει στο 4%-5% της συνολικής αγοράς μπίρας, επίπεδο ουσιαστικά αμετάβλητο την τελευταία δεκαετία. Ακόμη κι αν συνυπολογιστεί και το περίπου 10% που κατέχουν η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης (Βεργίνα) και η ΕΖΑ (Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης), οι οποίες ανήκουν στον κλάδο της μικροζυθοποιίας μιας και διατηρούν την παραγωγή τους στις 200 χιλιάδες εκατόλιτρα, εμπίπτοντας έτσι στον μειωμένο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ), το μερίδιο των "μικρών" δεν ξεπερνά το 15%.

Όπως επισημαίνει ο Φώτης Αναστασίου, ιδιοκτήτης της Ζυθοποιίας Αναστασίου, της μικρότερης μικροζυθοποιίας της Αθήνας με έδρα στο Χαλάνδρι, "δεν μεγαλώσαμε ποτέ την πίτα – απλώς τη μοιραζόμαστε περισσότεροι". Το αποτέλεσμα είναι ένας έντονος εσωτερικός ανταγωνισμός, που συχνά οδηγεί σε συμπίεση τιμών και αποδυνάμωση των brands. Ειδικά των πολύ μικρών ζυθοποιών.

Η πίεση αποτυπώνεται και στις πωλήσεις. Το καλοκαίρι του 2025 στο κανάλι της εστίασης και εν γένει του HORECA (on-trade), που αντιπροσωπεύει περίπου το 60% του συνολικού όγκου πωλήσεων μπύρας, η πτώση στην κατανάλωση έφθασε έως 10%, ενώ σε κάποιες περιοχές καταγράφηκε μείωση έως και 25%. Στις ακριβότερες μπύρες των μικροζυθοποιείων οι απώλειες ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Ο χειμώνας και η περίοδος των γιορτών δεν κατάφεραν να αντιστρέψουν την εικόνα, εντείνοντας τα προβλήματα ρευστότητας.

Λουκέτα, πωλητήρια και συγκέντρωση

Ήδη η αναδιάρθρωση του κλάδου, που ξεκίνησε εδώ και τρία χρόνια, εντείνεται. Δύο μικροζυθοποιίες έχουν βγει και επισήμως προς αναζήτηση νέου ιδιοκτήτη, η μία μάλιστα με έδρα στην Αθήνα ανήκει στη φουρνιά των παλιών και σχετικά γνωστών, ενώ ακόμη δύο, επίσης με αρκετά χρόνια στην αγορά έβαλαν λουκέτο.

Είχε προηγηθεί η εξαγορά μικροζυθοποιίων από μεγαλύτερους ομίλους. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί η Μικροζυθοποιία Κυκλάδων (µπίρα Νήσος), το 35% της οποίας αποκτήθηκε το φθινόπωρο του 2023 από την Ολυµπιακή Ζυθοποιία, θυγατρική στην Ελλάδα του οµίλου Carlsberg. To 2022 η Μικροζυθοποιία Siris, που ιδρύθηκε στις Σέρρες το 2014 και έγινε γνωστή από την µπίρα Voreia, εξαγοράστηκε από τον όµιλο Φώτου Φωτιάδη. Επίσης η αργίτικη µικροζυθοποιία Ζέος κατά πλειοψηφία εξαγοράστηκε από τους Γιώργο Γκάμαρη με δραστηριοποίηση στην εστίαση και την ψυχαγωγία και Πέτρο Γαλακτόπουλο, πρώην ολυμπιονίκη και εμπνευστή του στιγμιαίου καφέ Fiesta, καθώς και η Μικροζυθοποιία Έλιξις  με έδρα στη Χαλκίδα, που αποκτήθηκε κατά 100% από την ζυθοποιία Septem των αδελφών Σοφοκλή και Γιώργου Παναγιώτου.

Η τάση αυτή αναμένεται να ενταθεί το 2026, με περισσότερα λουκέτα, μεταβιβάσεις και συγχωνεύσεις. "Πολλά brands δεν είναι βιώσιμα", εκτιμά ο κύριος Αναστασίου, προεξοφλώντας περαιτέρω συγκέντρωση.

Χαρακτηριστικό είναι πως ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της μικρής σκηνής έχει υιοθετήσει πρακτικές που θυμίζουν πολυεθνικές. Ο ίδιος αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου μικροζυθοποιοί επιχειρούν να αντικαταστήσουν προϊόντα συναδέλφων τους προσφέροντας μεγάλες εκπτώσεις, χαρακτηρίζοντας αυτή τη συμπεριφορά ως αθέμιτη.

1.000 ετικέτες και σύγχυση

Σήμερα κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά περισσότερες από 430 διαφορετικές ετικέτες μπίρας ενώ μαζί με τις εποχικές προσεγγίζουν τις 1.000. Η υπερπροσφορά δυσκολεύει τον καταναλωτή να αξιολογήσει και να επιλέξει.

"Ο καταναλωτής πληρώνει premium, αλλά δεν λαμβάνει πάντα την αντίστοιχη ποιότητα", επισημαίνει ο κύριος Αναστασίου, σημειώνοντας ότι η απογοήτευση αυτή διαβρώνει τη σχέση εμπιστοσύνης με τη μικροζυθοποιία συνολικά.

Την εικόνα περιπλέκει περαιτέρω το φαινόμενο του craft washing, με μάρκες που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες να ανήκουν σε μεγάλους ομίλους, χωρίς αυτό να είναι πάντα ξεκάθαρο, ιδιαίτερα στους τουρίστες.

Πολλές ταχύτητες

Ο κλάδος της μικροζυθοποιίας δεν κινείται ενιαία. Παρά τη γενικευμένη πίεση, διαμορφώνεται ένα τοπίο πολλών ταχυτήτων, όπου ορισμένες μονάδες καταφέρνουν να ενισχύσουν τα οικονομικά τους μεγέθη, αξιοποιώντας την τοπική αγορά, τον τουρισμό και καλύτερο έλεγχο κόστους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Κρητικές Ζυθοποιίες Ζηδιανάκης. Η εταιρεία με έδρα το Ηράκλειο κατέγραψε το 2024 υπερδιπλασιασμό της καθαρής κερδοφορίας, με τα κέρδη να ξεπερνούν το 1,1 εκατ. ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κοντά στο 20%, προσεγγίζοντας τα 5,8 εκατ. ευρώ. Η επίδοση αυτή επιτεύχθηκε παρά την αύξηση του κόστους παραγωγής, γεγονός που αποδίδεται στη δυναμική της τοπικής αγοράς και στην καλύτερη τιμολογιακή πολιτική.

Αντίστοιχα, η Κρητική Ζυθοποιία Α.Ε. εμφάνισε αύξηση καθαρών κερδών άνω του 40%, με τον κύκλο εργασιών να ενισχύεται με ρυθμό άνω του 30%, ξεπερνώντας τα 2,5 εκατ. ευρώ. Η άνοδος των πωλήσεων συνοδεύτηκε από βελτίωση του μικτού αποτελέσματος, ενισχύοντας τη συνολική εικόνα της εταιρείας.

Θετική πορεία κατέγραψε και η Κερκυραϊκή Μικροζυθοποιία (Corfu Beer), μία από τις παλαιότερες μονάδες του κλάδου. Το 2024 ο κύκλος εργασιών ξεπέρασε τα 3 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας διψήφια αύξηση, ενώ τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν με ρυθμό άνω του 35%. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η μείωση του ενεργειακού κόστους, που βελτίωσε αισθητά τα περιθώρια κερδοφορίας.

Στον αντίποδα, η Ζυθοποιία Πηνειού, γνωστή από τη μπίρα Lola, κατέγραψε αύξηση πωλήσεων κοντά στο 20%, με τον κύκλο εργασιών να διαμορφώνεται λίγο πάνω από το 1,2 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν, παραμένοντας οριακά, γεγονός που αποτυπώνει τις πιέσεις που ασκούν οι αυξημένες υποχρεώσεις και το χρηματοοικονομικό κόστος, ακόμη και σε επιχειρήσεις με αναπτυξιακή πορεία.

Σημαντική στροφή σημείωσε και η μικροζυθοποιία Φτέλος στη Σαντορίνη. Μετά από εκτεταμένη αναδιάρθρωση και δραστική μείωση του δανεισμού, η εταιρεία επέστρεψε σε κερδοφόρα χρήση το 2024, με καθαρά κέρδη άνω των 200 χιλ. ευρώ, παρά τη μικρή υποχώρηση του κύκλου εργασιών, ο οποίος κινήθηκε κοντά στο 0,9 εκατ. ευρώ.

Ανοδική πορεία στις πωλήσεις κατέγραψε και η Μπύρα Χίου, με τον κύκλο εργασιών να προσεγγίζει τα 1,7 εκατ. ευρώ (+13%). Τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν ελαφρώς, ωστόσο η εταιρεία ενίσχυσε σημαντικά τα ίδια κεφάλαιά της, τα οποία αυξήθηκαν κατά περίπου 40%, βελτιώνοντας τη χρηματοοικονομική της ανθεκτικότητα.

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Παρά τις δυσκολίες, η ελληνική αγορά θα μπορούσε να υποστηρίξει περισσότερες από 100 μικροζυθοποιίες, υπό διαφορετικό μοντέλο. Η πανελλαδική διανομή δεν είναι ρεαλιστική για μικρές μονάδες· το βάρος μετατοπίζεται στην τοπικότητα, την επιτόπια κατανάλωση και τη σταθερή ποιότητα. Όπως συνοψίζει ο κύριος Αναστασίου, "η μικροζυθοποιία δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική των μεγάλων".

Με σχετικά χαμηλό κόστος εισόδου - 50.000 έως 100.000 ευρώ για μια μικρή μονάδα - ο κλάδος προσέλκυσε πολλές επενδύσεις, συχνά με τη στήριξη του ΕΣΠΑ. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι η περαιτέρω αριθμητική ανάπτυξη, αλλά η ωρίμανση.

Το 2026 αναμένεται να λειτουργήσει ως έτος-φίλτρο. Όσοι επενδύσουν στην ποιότητα, την τοπική αγορά και τη σωστή διαχείριση θα επιβιώσουν.

Οι υπόλοιποι θα αποτελέσουν μέρος μιας αναμενόμενης αναδιάρθρωσης σε έναν κλάδο που μεγάλωσε γρήγορα, αλλά χωρίς σχέδιο.

 

Ξανθή Γούναρη (Capital.gr)

Add comment

Comments

There are no comments yet.