Πέρα από τις ρητορικές κορώνες υπάρχει και η σκληρή πραγματικότητα για τα οκτώ χρόνια (2018-2026) μετά τη μνημονιακή περιπέτεια. Εχουμε ανακτήσει μόλις το 48,7% του πραγματικού ΑΕΠ. Πολύ απλά γιατί η επιστροφή από μια εθνική ήττα, ιδίως εν μέσω κρίσεων, απαιτεί σοβαρότητα διαρκείας -Το καλό σενάριο για την οικονομία και τον τουρισμό εν μέσω πολέμου.
Ποιος θα το περίμενε ότι οκτώ χρόνια μετά τα μνημόνια και τον πόνο που προκάλεσαν, δεν θα είχαμε φτάσει ούτε καν στα μισά του δρόμου για να καλύψουμε τη ζημιά μιας αδιαμφισβήτητης εθνικής ήττας η οποία συντελέστηκε την περασμένη δεκαετία. Τα στοιχεία δείχνουν - και θα επανέλθουμε - ότι σε πραγματικούς όρους, αν αφαιρέσουμε δηλαδή από την εξίσωση του ΑΕΠ το πληθωριστικό "φούσκωμα" των τιμών, η Ελλάδα έχει ανακτήσει οκτώ χρόνια μετά τα μνημόνια μόλις το 48,7% των απωλειών της κρίσης - υπενθυμίζεται ότι η χώρα μας μπήκε επίσημα στο Πρώτο Μνημόνιο στις 23 Απριλίου του 2010 και βγήκε (επίσημα) από το Τρίτο στις 20 Αυγούστου του 2018.
Ας αρχίσουμε, όμως, από την οδυνηρή φωτογραφία της στιγμής: τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την ανησυχία που προκαλεί για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία. Η νέα πολεμική ανάφλεξη καταρχάς υπενθυμίζει πόσο ευάλωτη παραμένει η ευρωπαϊκή οικονομία στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η αυξημένη αβεβαιότητα στις αγορές συνθέτουν ένα σκηνικό που μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε οικονομική επιβράδυνση. Η Ευρώπη, εξαρτημένη όπως είναι από την εισαγόμενη ενέργεια βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας νέας περιόδου πληθωριστικών πιέσεων και χαμηλότερης ανάπτυξης. Και οι συνέπειες για εμάς δεν περιορίζονται μόνο στο πετρέλαιο ή τη βενζίνη που ήδη σε ορισμένα πρατήρια της Αττικής αγγίζει τα 2 ευρώ το λίτρο. Η μεγάλη εικόνα αποτυπώνεται (και) στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου: τη Δευτέρα (9/3) καταγράφηκαν πιέσεις στα δεκαετή κρατικά ομόλογα, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος δανεισμού για όλα τα κράτη.
Μέσα σε αυτή τη διεθνή συγκυρία ας δούμε τη μεγάλη εικόνα της ελληνικής οικονομίας:
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε το 2025 κατά 2,1%, ενώ στο τέταρτο τρίμηνο καταγράφηκε ετήσια άνοδος 2,4%. Ωστόσο, πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια λιγότερο θεαματική - και πιο ουσιαστική - πραγματικότητα για την πορεία ανάκαμψης της χώρας μετά τη μεγάλη κρίση. Οπως έγραψε σε ανάλυσή του για το 4ο τρίμηνο και το σύνολο του 2025 ο επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank, Τάσος Αναστασάτος, "σε πραγματικούς όρους το ΑΕΠ έχει ανακτήσει το 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους".
Διαβάστε ακόμα: Η ιστορική απόφαση των Ελβετών σχετικά με το φυσικό χρήμα
Ο οικονομολόγος, που είναι επίσης πρόεδρος της συντονιστικής επιτροπής οικονομικών αναλύσεων της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, σημείωσε συγκεκριμένα ότι "το ονομαστικό ΑΕΠ στο τέλος του 2025 έφτασε τα 248,4 δισ. ευρώ". Με άλλα λόγια, οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια το καλοκαίρι του 2018, η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη καλύψει ούτε το ήμισυ από τις απώλειες σε όρους πραγματικού ΑΕΠ. Γι’ αυτό άλλωστε στους πίνακες της Eurostat (που ευλόγως μας προκαλούν σοκ όταν τους βλέπουμε) η Ελλάδα βρίσκεται τόσο χαμηλά με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τον μέσο μισθό και σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Το στοιχείο αυτό, ότι δεν έχουμε μαζέψει ούτε τα μισά από τα "σπασμένα" της κρίσης χρέους (ας μην παίζουμε με τις λέξεις: της χρεοκοπίας μας, της έκτης στην ιστορία του ελληνικού κράτους) λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ανάκαμψη από μια τόσο βαθιά οικονομική και θεσμική δοκιμασία δεν μπορεί να γίνει με πολιτικά συνθήματα.
Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας υπήρξε στην πράξη μια εθνική ήττα και η επιστροφή στην κανονικότητα μοιάζει (και θα μοιάζει αν δεν διακοπεί) περισσότερο με μαραθώνιο παρά με σπριντ. Η πρόοδος, βεβαίως, είναι υπαρκτή. Η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ανεργία έχει υποχωρήσει εντυπωσιακά και η χώρα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται σταθερά (χάρη και στον πλθωρισμό), τα πρωτογενή πλεονάσματα έχουν επανέλθει και η εικόνα της χώρας στις αγορές έχει βελτιωθεί καθοριστικά, περιορίζοντας το κόστος δανεισμού.
Το καλό σενάριο
Μέσα λοιπόν στη φωτιά ενός νέου πολέμου στη γειτονιά μας το ερώτημα όλων είναι πώς αυτός θα μας επηρεάσει. Θυμίζω: πανδημία (2020), πόλεμος στην Ουκρανία (2022) και τετραετής πληθωριστική κρίση έχουν ήδη περάσει από πάνω μας μετά την έξοδο από τα μνημόνια. Προφανώς η Ελλάδα θα επηρεαστεί. Ηδη είναι φανερό στα πρατήρια καυσίμων. Ωστόσο η πολύ πρόσφατη ιστορία μας έχει δείξει ότι οι γεωπολιτικές κρίσεις δεν παράγουν πάντα μόνο αρνητικά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το καλοκαίρι του 2025. Οταν ξέσπασε η πολεμική σύγκρουση Ιράν–Ισραήλ στις 13 Ιουνίου, πολλοί προέβλεπαν ότι ο τουρισμός στην Ελλάδα θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Το αντίθετο συνέβη: η χώρα κατέγραψε τελικά ένα ακόμη ρεκόρ αφίξεων και εσόδων.
Ευρύτερα, σε περιόδους κρίσεων οι τουρίστες αναζητούν ασφαλείς προορισμούς και τα κεφάλαια "θέσεις πάρκινγκ" με όσο το δυνατόν λιγότερους κινδύνους. Και η Ελλάδα μπορεί σήμερα να θεωρηθεί ένας ασφαλής προορισμός σε μια ταραγμένη περιοχή. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί τόσο σε μετατόπιση τουριστικών ροών από άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου όσο και σε προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων που αναζητούν κάποια σταθερότητα. Το αν θα επαναληφθεί ένα τέτοιο φαινόμενο εξαρτάται όμως και από έναν κρίσιμο παράγοντα: τη διατήρηση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας.
Η εικόνα που χτίστηκε τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Αυτό το κεφάλαιο αξιοπιστίας δεν είναι δεδομένο. Πρέπει να διατηρείται και να ενισχύεται. Διότι η επιστροφή από την περιδίνηση της περασμένης δεκαετίας σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών κρίσεων και πολέμων είναι μια διαδικασία που απαιτεί οικονομική πειθαρχία και πολιτική σοβαρότητα. Κι αν δώσει ο Θεός και ένα μίνιμουμ επίπεδο συναίνεσης ανάμεσα στα κόμματα - τουλάχιστον για τα βασικά.
Add comment
Comments