Μόνος ένας ανόητος - ή ένας πολιτικός - θα σκεφτόταν να επιβάλλει πλαφόν στις τιμές

Published on May 21, 2026 at 12:59 PM

Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Διοκλητιανού μέχρι τις σύγχρονες δυτικές οικονομίες, η ιδέα ότι το κράτος μπορεί να “παγώσει” τις τιμές για να προστατεύσει τους πολίτες από την ακρίβεια επιστρέφει διαρκώς στο πολιτικό προσκήνιο. Κάθε φορά που ο πληθωρισμός πιέζει τα νοικοκυριά, η πολιτική εξουσία μπαίνει στον πειρασμό να επιβάλει ανώτατα όρια στις τιμές βασικών αγαθών, παρουσιάζοντας το μέτρο ως μια γρήγορη και κοινωνικά δίκαιη λύση.

Ωστόσο, η οικονομική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου τέτοιες παρεμβάσεις οδήγησαν τελικά σε ελλείψεις, στρεβλώσεις και ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στην αγορά.

Από τον Διοκλητιανό μέχρι τη σύγχρονη Δύση

Ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά παραδείγματα ήταν το περίφημο Διάταγμα Μέγιστων Τιμών του αυτοκράτορα Διοκλητιανού το 301 μ.Χ., με το οποίο επιχειρήθηκε να περιοριστεί η εκτόξευση των τιμών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παρότι το μέτρο παρουσιάστηκε ως προστασία των πολιτών από την αισχροκέρδεια, κατέληξε να προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες στην οικονομία και στην προσφορά προϊόντων.

Ανάλογες πολιτικές επανεμφανίστηκαν πολλές φορές στους αιώνες που ακολούθησαν. Στη δεκαετία του 1970, περίοδο υψηλού πληθωρισμού και ενεργειακών κρίσεων, αρκετές κυβερνήσεις υιοθέτησαν πολιτικές ελέγχου τιμών και εισοδημάτων.

Ενδεικτικό είναι ότι ακόμη και συντηρητικές κυβερνήσεις κατέφυγαν σε τέτοιες λύσεις. Το 1982, ο δεξιός πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας Robert Muldoon επέβαλε διετές πάγωμα μισθών και τιμών σε εθνικό επίπεδο.


Η νέα πολιτική μόδα της «αισχροκέρδειας»

Σήμερα, το ζήτημα επιστρέφει με νέα μορφή. Η συζήτηση περί “αισχροκέρδειας” στα σούπερ μάρκετ έχει γίνει κεντρικό πολιτικό σύνθημα σε πολλές δυτικές χώρες, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και τις αναταράξεις που προκάλεσαν ο πόλεμος στην Ουκρανία και η σύγκρουση με το Ιράν.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, μεγάλες αλυσίδες λιανικής κατηγορήθηκαν ότι εκμεταλλεύθηκαν τις ελλείψεις αυξάνοντας τις τιμές προϊόντων όπως τα αντισηπτικά και τα είδη πρώτης ανάγκης.

Στις ΗΠΑ, το θέμα αποτέλεσε βασικό κομμάτι της προεκλογικής ατζέντας της Kamala Harris στις εκλογές του 2024. Παράλληλα, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Zohran Mamdani προωθεί τη δημιουργία δημοτικών σούπερ μάρκετ, θεωρώντας ότι έτσι θα αντιμετωπιστεί η “κερδοσκοπία” των ιδιωτικών αλυσίδων.

Στο Η.Β., το Scottish National Party πρότεινε ανώτατα όρια τιμών για δεκάδες βασικά προϊόντα ενόψει των εκλογών του 2026 στη Σκωτία. Παράλληλα, υπάρχουν πληροφορίες ότι και η βρετανική κυβέρνηση εξετάζει συμφωνίες με μεγάλες αλυσίδες λιανικής για “καλάθια” προϊόντων με ελεγχόμενες τιμές.

Γιατί οι οικονομολόγοι βλέπουν κινδύνους

Η βασική λογική πίσω από αυτά τα μέτρα είναι απλή: αν οι τιμές αυξάνονται και πιέζουν τα νοικοκυριά, τότε το κράτος μπορεί να τις περιορίσει νομοθετικά.

Όμως οι περισσότεροι οικονομολόγοι θεωρούν ότι αυτή η προσέγγιση αγνοεί τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς.

Σε περιπτώσεις πραγματικών ελλείψεων - όπως μια φυσική καταστροφή που καταστρέφει παραγωγικές μονάδες - μπορεί να υπάρξει πρόσκαιρη μονοπωλιακή ισχύς. Εκεί, ορισμένοι θεωρούν ότι υπάρχει τουλάχιστον θεωρητική βάση για κρατική παρέμβαση.

Ακόμη όμως και τότε, πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι οι υψηλές τιμές λειτουργούν ως σήμα προς την αγορά: ενθαρρύνουν νέες επενδύσεις και αύξηση της παραγωγής ώστε να αποκατασταθεί ταχύτερα η ισορροπία.

Αντίθετα, όταν το κράτος επιβάλλει τεχνητά χαμηλές τιμές, μειώνεται το κίνητρο παραγωγής και διάθεσης προϊόντων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται ελλείψεις.

Τα σούπερ μάρκετ δεν λειτουργούν ως μονοπώλια

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οικονομική προσέγγιση, η σημερινή συζήτηση για “αισχροκέρδεια” στα σούπερ μάρκετ παρουσιάζει μια βασική αντίφαση: ο κλάδος θεωρείται από τους πιο ανταγωνιστικούς στις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Οι μεγάλες αλυσίδες λειτουργούν σε ένα εξαιρετικά πιεστικό περιβάλλον χαμηλών περιθωρίων κέρδους, όπου οι τιμές επηρεάζονται κυρίως από το κόστος ενέργειας, μεταφορών, πρώτων υλών και τη συνολική ζήτηση των καταναλωτών.

Με άλλα λόγια, όταν αυξάνονται οι τιμές στα ράφια, αυτό συχνά αντανακλά αυξημένα κόστη σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής - όχι απαραίτητα υπερκέρδη.

Ο κίνδυνος των ελλείψεων και των «κρυφών» ανατιμήσεων

Οι επικριτές των πλαφόν προειδοποιούν ότι η τεχνητή συγκράτηση τιμών μπορεί να οδηγήσει σε παράδοξα αποτελέσματα.

Αν ένα προϊόν πωλείται κάτω από το πραγματικό οικονομικό του κόστος, οι επιχειρήσεις είτε θα περιορίσουν την προσφορά του είτε θα μεταφέρουν το κόστος σε άλλα προϊόντα.

Για παράδειγμα, αν το κράτος κρατήσει τεχνητά χαμηλές τις τιμές σε ψωμί και πατάτες, τότε οι αλυσίδες λιανικής ενδέχεται να αυξήσουν τις τιμές σε άλλα προϊόντα για να αντισταθμίσουν τις απώλειες.

Έτσι, ο συνολικός λογαριασμός του καταναλωτή μπορεί τελικά να μην αλλάξει ουσιαστικά, απλώς να κατανέμεται διαφορετικά το κόστος μέσα στο “καλάθι” αγορών.

Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, η επιβολή εκτεταμένων ελέγχων τιμών θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε κρατικοποίηση μέρους της λιανικής αγοράς, με το Δημόσιο να αναλαμβάνει απευθείας τη διάθεση προϊόντων κάτω του κόστους.

Η αγορά ως ένας πολύπλοκος μηχανισμός

Οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς θεωρούν ότι τα σύγχρονα σούπερ μάρκετ αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα και αποτελεσματικά συστήματα διανομής που δημιούργησε η παγκόσμια οικονομία.

Χιλιάδες παραγωγοί, μεταφορείς, προμηθευτές και καταναλωτές αλληλεπιδρούν καθημερινά μέσω ενός τεράστιου πλέγματος τιμών και προσφοράς, επιτρέποντας τη συνεχή διαθεσιμότητα προϊόντων από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Κατά την ίδια λογική, κανένας κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί να υπολογίσει αποτελεσματικότερα από την ίδια την αγορά ποια είναι η “σωστή” τιμή για εκατοντάδες χιλιάδες διαφορετικά προϊόντα.

Και ίσως αυτό να είναι το βασικό δίδαγμα που επανέρχεται διαρκώς από την εποχή του Διοκλητιανού μέχρι σήμερα: ότι η πολιτική επιθυμία για έλεγχο των τιμών συγκρούεται σχεδόν πάντα με την πολυπλοκότητα της πραγματικής οικονομίας.

 

Δ.Α.

Add comment

Comments

There are no comments yet.