Οι πιέσεις στα φωτοβολταϊκά οδηγούν σε κόκκινα δάνεια στην αγορά ενέργειας

Published on May 20, 2026 at 2:13 PM

Η ελληνική αγορά φωτοβολταϊκών βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή, με ολοένα και περισσότερους παράγοντες του κλάδου να προειδοποιούν ότι το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης των ΑΠΕ αρχίζει να εμφανίζει σοβαρές ρωγμές.

Οι ανησυχίες αυτές εντάθηκαν μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις του επικεφαλής της Metlen, Ευάγγελου Μυτιληναίου, ο οποίος έθεσε ανοιχτά το ζήτημα δημιουργίας μιας νέας γενιάς προβληματικών δανείων στον ενεργειακό τομέα, εξαιτίας της πίεσης που δέχονται πλέον τα φωτοβολταϊκά έργα.

Το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία διείσδυση των φωτοβολταϊκών στο ηλεκτρικό σύστημα. Τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύεται, δημιουργώντας υπερπροσφορά στην αγορά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καταγράφονται ολοένα και συχνότερα μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, ιδιαίτερα κατά τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή από ΑΠΕ κορυφώνεται.

Παρότι θεωρητικά οι χαμηλές τιμές θα μπορούσαν να θεωρηθούν θετική εξέλιξη για τους καταναλωτές, στην πράξη δημιουργούν ισχυρές πιέσεις στα οικονομικά μοντέλα εκατοντάδων επενδύσεων που χρηματοδοτήθηκαν με τραπεζικό δανεισμό και στηρίχθηκαν σε εντελώς διαφορετικές παραδοχές εσόδων. Η μείωση των αποδόσεων καθιστά ολοένα δυσκολότερη την εξυπηρέτηση δανείων και χρηματοδοτικών υποχρεώσεων, αυξάνοντας τον κίνδυνο μέρος των έργων να περάσει τελικά στον έλεγχο των τραπεζών.

Σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, τα πρώτα σημάδια αυτής της πίεσης έχουν ήδη αρχίσει να καταγράφονται. Ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών μονάδων προχωρούν σε επαναδιαπραγμάτευση των όρων χρηματοδότησης με τις τράπεζες, αναζητώντας μεγαλύτερες διάρκειες αποπληρωμής ή νέες ρυθμίσεις ώστε να περιορίσουν την πίεση στις ταμειακές ροές των έργων τους.


Πιο ευάλωτες εμφανίζονται κυρίως οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και δεν διαθέτουν ισχυρή παρουσία στην προμήθεια ή στο trading. Οι επιχειρήσεις αυτές εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς και επομένως πλήττονται άμεσα από τις ώρες μηδενικών τιμών και τις συνεχείς περικοπές παραγωγής.

Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η ανάπτυξη των δικτύων και των υποδομών αποθήκευσης δεν ακολούθησε τον ίδιο ρυθμό με την έκρηξη των νέων έργων ΑΠΕ.

Παράλληλα, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αυξήθηκε όσο αρχικά προέβλεπαν τα επενδυτικά σχέδια. Το αποτέλεσμα είναι το ηλεκτρικό σύστημα να αδυνατεί πλέον να απορροφήσει το σύνολο της παραγωγής, ειδικά κατά τις ώρες αιχμής της ηλιοφάνειας.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών θεωρείται από την αγορά η βασική διέξοδος για την εξομάλυνση του προβλήματος. Οι μπαταρίες επιτρέπουν στους παραγωγούς να αποθηκεύουν την πλεονάζουσα ενέργεια όταν οι τιμές καταρρέουν και να τη διαθέτουν αργότερα σε περιόδους υψηλότερης ζήτησης και καλύτερων αποδόσεων.

Ωστόσο, η λύση αυτή προϋποθέτει νέες επενδύσεις και επιπλέον τραπεζική χρηματοδότηση, σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη προς την αγορά αρχίζει να δοκιμάζεται.

Οι τράπεζες, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, εμφανίζονται πλέον πολύ πιο προσεκτικές στην αξιολόγηση νέων ενεργειακών projects. Δεν εξετάζουν μόνο την τεχνική επάρκεια μιας επένδυσης, αλλά και το εμπορικό μοντέλο λειτουργίας της, ειδικά στην περίπτωση των έργων αποθήκευσης.

Σε αντίθεση με τα φωτοβολταϊκά, όπου η παραγωγή είναι σχετικά προβλέψιμη, η κερδοφορία μιας μπαταρίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στρατηγική διαχείρισης και το μοντέλο αξιοποίησής της στην αγορά.

Παρά τις εκτιμήσεις ότι μέχρι το τέλος του 2026 θα έχουν εγκατασταθεί περίπου 700 MW αποθηκευτικής ισχύος στην Ελλάδα, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι το μέγεθος αυτό δεν επαρκεί για να απορροφήσει την υπερπροσφορά ενέργειας που προκαλεί η συνεχής επέκταση των φωτοβολταϊκών έργων.

Η ουσία, όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, είναι ότι το ζήτημα πλέον ξεπερνά τα στενά όρια της κερδοφορίας ορισμένων επενδύσεων. Αγγίζει τη συνολική σταθερότητα της ενεργειακής αγοράς, τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης και συνολικά την αξιοπιστία του επενδυτικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα.

Εάν οι επενδυτές και οι τράπεζες αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τις αποδόσεις των έργων ΑΠΕ ως μη προβλέψιμες, τότε το κόστος χρηματοδότησης αναμένεται να αυξηθεί, δυσκολεύοντας την υλοποίηση νέων έργων και επιβραδύνοντας την ενεργειακή μετάβαση της χώρας.

Add comment

Comments

There are no comments yet.