Η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αναμένεται να αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια παρουσίαση μέτρων για την επόμενη χρονιά. Η κυβέρνηση προετοιμάζει ένα πακέτο οικονομικής πολιτικής που φιλοδοξεί να περιγράψει την πορεία των εισοδημάτων όχι μόνο για το 2027, αλλά σε σημαντικό βαθμό έως το 2030.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο μεγάλες κοινωνικές ομάδες: εργαζόμενοι και συνταξιούχοι.
Για τους πρώτους εξετάζεται ένα πλέγμα 3+1 παρεμβάσεων: νέα μείωση ασφαλιστικών εισφορών, ισχυρότερη αύξηση του κατώτατου μισθού, πρόσθετη στήριξη των οικογενειών με παιδιά και αύξηση του αφορολόγητου ορίου στις διατακτικές σίτισης.
Για τους συνταξιούχους, το σημαντικότερο σενάριο αφορά τη διεύρυνση του μόνιμου βοηθήματος των €300 και τη σταδιακή μετατροπή του σε μια μορφή "13ης εθνικής σύνταξης", παράλληλα με αλλαγές στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων.
Το τελικό πακέτο δεν έχει ακόμη κλειδώσει. Οι παρεμβάσεις βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας και θα εξαρτηθούν από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Η κατεύθυνση, ωστόσο, γίνεται πλέον σαφέστερη: η κυβέρνηση θέλει το επόμενο κεφάλαιο της οικονομικής πολιτικής να επικεντρωθεί περισσότερο στο διαθέσιμο εισόδημα.
Το μεγάλο στοίχημα: από την ανάπτυξη στην τσέπη
Τα προηγούμενα χρόνια, μεγάλο μέρος της οικονομικής συζήτησης περιστράφηκε γύρω από τους δημοσιονομικούς στόχους, την επενδυτική βαθμίδα, την ανάπτυξη και την αποκλιμάκωση της ανεργίας.
Το πολιτικό πρόβλημα όμως είναι διαφορετικό.
Οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες πρέπει να γίνουν αισθητοί στο οικογενειακό εισόδημα, σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια έχει διαβρώσει σημαντικό μέρος των αυξήσεων μισθών και συντάξεων.
Εκεί ακριβώς εστιάζει το νέο σχέδιο.
Δεν προβλέπεται μία ενιαία μεγάλη παρέμβαση, αλλά μια σειρά κινήσεων που λειτουργούν σωρευτικά: υψηλότερος μισθός, μικρότερες κρατήσεις, φορολογική ελάφρυνση για οικογένειες και μεγαλύτερες πρόσθετες παροχές.
1. Νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών
Η πρώτη παρέμβαση αφορά μια νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών έως και κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Το σενάριο προβλέπει να μοιραστεί ισόποσα:
0,5 μονάδα στον εργαζόμενο και 0,5 μονάδα στον εργοδότη.
Η επιλογή αυτή έχει διπλό στόχο.
Ο εργαζόμενος θα βλέπει μεγαλύτερο καθαρό ποσό στον μισθό του, αφού θα μειώνεται η ασφαλιστική του κράτηση.
Παράλληλα, η επιχείρηση θα έχει χαμηλότερο μη μισθολογικό κόστος.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η αύξηση των ονομαστικών μισθών δεν αποτελεί τον μοναδικό τρόπο ενίσχυσης των αποδοχών. Το καθαρό εισόδημα μπορεί να αυξηθεί και μέσω μικρότερων κρατήσεων.
Τι σημαίνει για έναν μισθό €1.500
Ένα απλό παράδειγμα δείχνει τον μηχανισμό.
Με εργοδοτικές εισφορές 21,31%, ένας εργαζόμενος με μεικτές αποδοχές 1.500 ευρώ κοστίζει σήμερα στον εργοδότη:
1.819,65 ευρώ τον μήνα.
Από αυτά:
- €1.500 είναι ο μεικτός μισθός,
- €319,65 ευρώ είναι οι εργοδοτικές εισφορές.
Εάν οι εργοδοτικές εισφορές μειωθούν κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, το μηνιαίο κόστος μειώνεται κατά 7,50 ευρώ ανά εργαζόμενο με μισθό 1.500 ευρώ.
Μεμονωμένα το ποσό φαίνεται μικρό.
Σε μια επιχείρηση όμως με 100 εργαζομένους αντίστοιχου μισθολογικού κόστους, η εξοικονόμηση φθάνει περίπου τα 750 ευρώ τον μήνα ή τα €9.000 τον χρόνο, χωρίς να υπολογίζονται οι ιδιαιτερότητες μισθοδοσίας.
Αντίστοιχα, το 0,5% που θα αφορά την πλευρά του εργαζομένου μετατρέπεται σε μικρή αλλά μόνιμη αύξηση των καθαρών αποδοχών.
Το οικονομικό σκεπτικό είναι ότι οι δύο παρεμβάσεις λειτουργούν ταυτόχρονα: περισσότερα καθαρά στον εργαζόμενο και χαμηλότερο κόστος εργασίας για την επιχείρηση.
2. Ο κατώτατος μισθός μπορεί να πλησιάσει τα €1.000
Η δεύτερη - και πολιτικά πολύ ισχυρότερη - παρέμβαση αφορά τον κατώτατο μισθό.
Από τα €920 σήμερα, η επόμενη αύξηση την άνοιξη του 2027 αναμένεται να οδηγήσει τον κατώτατο πάνω από τον στόχο των €950 ευρώ που είχε τεθεί για την τετραετία.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο αν η κυβέρνηση θα επιλέξει μια πιο επιθετική κίνηση.
Στο τραπέζι βρίσκεται το ενδεχόμενο ο κατώτατος να κινηθεί αισθητά υψηλότερα και να προσεγγίσει ακόμη και τα €1.000.
Εάν συνέβαινε αυτό, η αύξηση από τα €920 θα έφθανε τα €80 τον μήνα ή περίπου 8,7% σε ονομαστικούς όρους.
Η τελική απόφαση θα πρέπει φυσικά να σταθμίσει δύο διαφορετικές ανάγκες.
- Από τη μία, την ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης των χαμηλότερων μισθών.
- Από την άλλη, την αντοχή των επιχειρήσεων - ιδιαίτερα των μικρότερων και των κλάδων εντάσεως εργασίας.
Γι’ αυτό η μείωση των εργοδοτικών εισφορών αποκτά πρόσθετη σημασία: μπορεί να λειτουργήσει ως μερικό αντίβαρο στο υψηλότερο μισθολογικό κόστος.
3. Οι οικογένειες με παιδιά στο επίκεντρο
Η τρίτη παρέμβαση συνδέει την εισοδηματική πολιτική με ένα από τα μεγαλύτερα μακροπρόθεσμα προβλήματα της χώρας: το Δημογραφικό.
Εξετάζονται δύο βασικές διαδρομές.
Η πρώτη είναι νέα αύξηση του αφορολόγητου ορίου ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, πιθανώς με μεγαλύτερη στόχευση στα οικογενειακά εισοδήματα έως €35.000.
Η δεύτερη είναι η μονιμοποίηση ή ακόμη και η αύξηση της έκτακτης ενίσχυσης των €150 ανά παιδί, η οποία δόθηκε φέτος σε περίπου ένα εκατομμύριο οικογένειες.
Δεν αποκλείεται η τελική λύση να περιλαμβάνει συνδυασμό φορολογικών και άμεσων ενισχύσεων.
Η λογική είναι προφανής: το κόστος ανατροφής παιδιών έχει αυξηθεί σημαντικά και, εάν η κυβέρνηση θέλει να συνδέσει την εισοδηματική πολιτική με το Δημογραφικό, η οικογένεια πρέπει να αποκτήσει πιο μόνιμη θέση στο φορολογικό σύστημα.
+1: Οι διατακτικές σίτισης από €6 στα €10
Η τέταρτη παρέμβαση είναι διαφορετική, επειδή προέρχεται από κοινή πρόταση των κοινωνικών εταίρων.
Αφορά την αύξηση του ημερήσιου ορίου των διατακτικών σίτισης από τα €6 στα €10.
Η κυβέρνηση φέρεται να εξετάζει θετικά την πρόταση.
Σήμερα, περίπου 800.000 μισθωτοί λαμβάνουν διατακτικές σίτισης ως πρόσθετη παροχή από τους εργοδότες τους.
Μέχρι το προβλεπόμενο όριο, η παροχή απαλλάσσεται από ασφαλιστικές εισφορές.
Εάν το όριο αυξηθεί στα €10, ολόκληρο το νέο ποσό θα μπορεί να παραμένει απαλλαγμένο, εφόσον τροποποιηθεί αντιστοίχως το θεσμικό πλαίσιο.
Εδώ όμως χρειάζεται μια διευκρίνιση: η αύξηση του θεσμικού ορίου δεν σημαίνει αυτομάτως αύξηση €300 τον μήνα για κάθε εργαζόμενο. Η πραγματική ωφέλεια εξαρτάται από το πόσες ημέρες παρέχεται η διατακτική, το ύψος της παροχής που επιλέγει ο εργοδότης και τη σημερινή παροχή του εργαζομένου.
Παρόλα αυτά, για όσους ήδη λαμβάνουν meal vouchers, η αλλαγή μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική πρόσθετη παροχή χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση εισφορών.
Οι συνταξιούχοι και η ιδέα της «13ης εθνικής σύνταξης»
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο του πακέτου αφορά τους συνταξιούχους.
Και εδώ εξετάζονται δύο παρεμβάσεις με διαφορετική φιλοσοφία.
- Η πρώτη αφορά τις χαμηλότερες συντάξεις και το μόνιμο επίδομα.
- Η δεύτερη αφορά κυρίως όσους βρίσκονται πάνω από το όριο επιβολής της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων.
Από τα €300 στα €400 ή €446,87
Το σημαντικότερο σενάριο αφορά την αύξηση του μόνιμου επιδόματος των €300. Μία επιλογή είναι να αυξηθεί στα €400.
Η πιο ενδιαφέρουσα όμως πρόταση είναι να συνδεθεί με το ύψος της εθνικής σύνταξης. Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό θα σήμαινε ποσό €446,87.
Και μαζί με την αλλαγή του ποσού εξετάζεται και μια συμβολική αλλά πολιτικά ισχυρή αλλαγή ονομασίας: "13η εθνική σύνταξη".
Υπάρχουν δύο βασικά σενάρια.
- Το πρώτο προβλέπει άμεση αύξηση στα €446,87.
- Το δεύτερο προβλέπει ένα ενδιάμεσο βήμα στα €400 και από το 2027 σύνδεση της παροχής με το εκάστοτε ύψος της εθνικής σύνταξης.
Εφόσον επιλεγεί η δεύτερη λογική, η παροχή θα αποκτήσει έναν περισσότερο μόνιμο και αυτοματοποιημένο χαρακτήρα, αφού θα ακολουθεί τις μελλοντικές αναπροσαρμογές της εθνικής σύνταξης.
Η μεγάλη αλλαγή στην ΕΑΣ
Η δεύτερη παρέμβαση για τους συνταξιούχους είναι περισσότερο τεχνική, αλλά μπορεί να έχει σημαντικό αποτέλεσμα για συγκεκριμένες συντάξεις.
Αφορά την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ).
Σήμερα, όταν μια κύρια σύνταξη ή το άθροισμα κύριων συντάξεων ξεπεράσει το σχετικό όριο - στο παράδειγμα των €1.468 - η κράτηση υπολογίζεται με βάση την ισχύουσα κλίμακα κατά τρόπο που επιβαρύνει σημαντικά το συνολικό ποσό.
Το νέο μοντέλο που εξετάζεται αλλάζει τη φιλοσοφία: η εισφορά να επιβάλλεται μόνο στο τμήμα της σύνταξης που βρίσκεται πάνω από το όριο.
Το παράδειγμα των €2.000
Ένας συνταξιούχος με κύρια σύνταξη €2.000, στο παράδειγμα του υπό εξέταση σχεδίου, επιβαρύνεται σήμερα με 6% και κράτηση €120.
Με ένα νέο σύστημα, η εισφορά θα μπορούσε να εφαρμόζεται μόνο στη διαφορά:
€2.000 - €1.468 = €532.
Ακόμη και εάν εφαρμοζόταν υψηλότερος συντελεστής, για παράδειγμα 12%, η επιβάρυνση στα 532 ευρώ θα ήταν περίπου: €63,84.
Δηλαδή σχεδόν €56 λιγότερα τον μήνα σε σχέση με τα €120 του παραδείγματος.
Σε ετήσια βάση, η διαφορά προσεγγίζει τα €674.
Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό και η τελική κλίμακα δεν έχει αποφασιστεί. Δείχνει όμως τη φιλοσοφία της αλλαγής: να αποφεύγονται απότομες επιβαρύνσεις όταν μια σύνταξη περνά ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο.
Το σχέδιο δεν τελειώνει στο 2027
Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ σχεδιάζονται ως μέρος μιας μεγαλύτερης πορείας.
Ο χρονικός ορίζοντας φτάνει έως το 2030.
Με ένα σενάριο μέσης οικονομικής ανάπτυξης περίπου 2,5%, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό να κινηθεί έως τότε στην περιοχή των: €1.120 - €1.140.
Αν πάρουμε ως βάση τα σημερινά €920, πρόκειται για συνολική ονομαστική αύξηση περίπου 22%-24%.
Παράλληλα, η εθνική σύνταξη προβλέπεται να έχει ξεπεράσει τα: €500.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον προχωρήσει η ιδέα σύνδεσης της νέας ετήσιας παροχής των συνταξιούχων με την εθνική σύνταξη.
Τότε η αύξηση της εθνικής σύνταξης θα συμπαρασύρει και το ύψος της λεγόμενης "13ης εθνικής σύνταξης".
Η πραγματική εξίσωση: μισθοί εναντίον πληθωρισμού
Υπάρχει ωστόσο ένας αριθμός που θα κρίνει τελικά εάν όλος αυτός ο σχεδιασμός θα πετύχει.
Δεν είναι τα €1.000. Ούτε τα €1.140. Είναι ο πληθωρισμός.
Ένας κατώτατος μισθός €1.140 το 2030 δεν θα έχει την ίδια πραγματική αξία εάν ο πληθωρισμός μέχρι τότε παραμείνει υψηλός, όπως θα είχε σε ένα περιβάλλον σταθερότητας τιμών.
Το ίδιο ισχύει για τις συντάξεις.
Γι’ αυτό η πραγματική μέτρηση της επιτυχίας δεν θα είναι πόσο αυξήθηκαν οι ονομαστικοί μισθοί.
Θα είναι πόσο αυξήθηκε η αγοραστική δύναμη.
Δηλαδή πόσα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένα νοικοκυριό μετά τις αυξήσεις.
Ποιοι μπορούν να κερδίσουν περισσότερο
Εάν τελικά εφαρμοστεί το μεγαλύτερο μέρος του σχεδίου, τα οφέλη δεν θα είναι ίδια για όλους.
Ένας εργαζόμενος στον κατώτατο μισθό μπορεί να επωφεληθεί άμεσα από την αύξησή του και επιπλέον από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
Ένας εργαζόμενος με παιδιά μπορεί να προσθέσει σε αυτά φορολογική ελάφρυνση ή οικογενειακή ενίσχυση.
Εάν λαμβάνει και διατακτικές σίτισης, μπορεί να υπάρξει ένα τέταρτο όφελος.
Αντίστοιχα, ένας συνταξιούχος χαμηλότερου εισοδήματος μπορεί να ωφεληθεί κυρίως από την αύξηση της ετήσιας παροχής, ενώ κάποιος με μεγαλύτερη σύνταξη μπορεί να έχει μεγαλύτερο όφελος από τη μεταρρύθμιση της ΕΑΣ.
Άρα, η πραγματική σημασία του πακέτου δεν βρίσκεται σε ένα μεμονωμένο μέτρο.
Βρίσκεται στη συσσώρευση πολλών μικρότερων παρεμβάσεων πάνω στο ίδιο διαθέσιμο εισόδημα.
Η ΔΕΘ ως αφετηρία μιας τετραετίας εισοδημάτων
Το μεγάλο πολιτικό στοίχημα της κυβέρνησης είναι πλέον εμφανές.
Μετά από χρόνια κατά τα οποία η οικονομική πολιτική αξιολογούνταν κυρίως με βάση την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την ανεργία και τα δημόσια οικονομικά, η επόμενη περίοδος θα κριθεί πολύ περισσότερο από κάτι που ο πολίτης αντιλαμβάνεται άμεσα: πόσα χρήματα μένουν τελικά στην τσέπη του στο τέλος του μήνα.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει με αυξήσεις μισθών, μειώσεις εισφορών, οικογενειακές ενισχύσεις και μεγαλύτερες παροχές στους συνταξιούχους.
Το εάν όλα τα σενάρια θα φτάσουν στις ανακοινώσεις της ΔΕΘ μένει να φανεί.
Και ακόμη περισσότερο, μένει να φανεί εάν ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος θα επιτρέψει την εφαρμογή τους χωρίς να δημιουργηθεί πίεση στους στόχους των επόμενων ετών.
Ένα πράγμα όμως φαίνεται ήδη να αλλάζει. Η συζήτηση για το 2027 δεν περιορίζεται πλέον στο πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός.
Το πραγματικό σχέδιο είναι ευρύτερο: μισθός + εισφορές + φορολογία + οικογενειακές παροχές για τους εργαζομένους και σύνταξη + ετήσια ενίσχυση + μικρότερες κρατήσεις για τους συνταξιούχους.
Εάν τελικά το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πακέτου υλοποιηθεί, η ΔΕΘ θα αποτελέσει ουσιαστικά την αφετηρία ενός νέου στόχου για το 2030: κατώτατος μισθός πάνω από €1.100, εθνική σύνταξη πάνω από €500 και μεγαλύτερο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα.
Το αν οι αριθμοί αυτοί θα μεταφραστούν και σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου θα εξαρτηθεί από την άλλη πλευρά της εξίσωσης: τις τιμές, τα ενοίκια, το κόστος ενέργειας και τελικά τον πληθωρισμό.
Add comment
Comments