Η αμερικανική οικονομία βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα γεωπολιτικής έντασης, επίμονου πληθωρισμού και αβεβαιότητας για τη νομισματική πολιτική, την ώρα που οι βασικοί δείκτες της Wall Street συνεχίζουν να κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Ωστόσο, πίσω από το ράλι των αγορών, πληθαίνουν οι φόβοι ότι η νέα ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να ανατρέψει πλήρως τις προσδοκίες για μείωση επιτοκίων και να οδηγήσει ακόμη και σε νέο κύκλο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το τελευταίο δωδεκάμηνο υπήρξε ιδιαίτερα ταραχώδες για τη Federal Reserve. Η δημόσια σύγκρουση ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump και τον πρώην πλέον επικεφαλής της Fed Jerome Powell σχετικά με την πορεία των επιτοκίων κυριάρχησε στην οικονομική επικαιρότητα, ενώ ταυτόχρονα στο εσωτερικό της Ομοσπονδιακής Τράπεζας καταγράφηκαν πρωτοφανείς διαφωνίες μεταξύ των μελών της Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς (FOMC), του οργάνου που καθορίζει τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ.
Παρά το τεταμένο αυτό περιβάλλον, οι αμερικανικές αγορές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία. Ο Dow Jones Industrial Average, ο S&P 500 και ο Nasdaq Composite κατέγραψαν νέα ιστορικά ρεκόρ, τροφοδοτούμενοι κυρίως από την επενδυτική φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τις προσδοκίες ότι η Fed θα προχωρούσε σύντομα σε σημαντικές μειώσεις επιτοκίων.
Ωστόσο, η νέα έκρηξη του πληθωρισμού απειλεί πλέον να αλλάξει δραματικά το σκηνικό.
Ο πόλεμος με το Ιράν και το σοκ στην ενέργεια
Αν και ο Jerome Powell είχε επανειλημμένα αποδώσει την επιμονή του πληθωρισμού στις επιπτώσεις των δασμών του Trump στις τιμές των αγαθών, το μεγαλύτερο μέρος της ανησυχίας πλέον προέρχεται από τον πόλεμο με το Ιράν, ο οποίος ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου.
Μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά της Τεχεράνης, το Ιράν προχώρησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ για σχεδόν όλα τα εμπορικά πλοία, προκαλώντας τη μεγαλύτερη διαταραχή στην παγκόσμια αγορά ενέργειας στη σύγχρονη ιστορία.
Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διέρχονται περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως - ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% της παγκόσμιας ζήτησης.
Η αντίδραση των αγορών ενέργειας ήταν άμεση. Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου εκτοξεύθηκαν, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Παρότι οι καταναλωτές ήδη αισθάνονται την πίεση στις αντλίες καυσίμων, οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι το κύριο κύμα πληθωριστικών πιέσεων πιθανότατα δεν έχει ακόμη εμφανιστεί πλήρως στα επίσημα στοιχεία. Οι αυξημένες δαπάνες μεταφοράς, παραγωγής και ενέργειας συνήθως περνούν στην πραγματική οικονομία με καθυστέρηση αρκετών μηνών, γεγονός που σημαίνει ότι οι επόμενοι μήνες ενδέχεται να αποδειχθούν ακόμη πιο δύσκολοι για τη Fed.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει δυναμικά
Πριν ξεσπάσει η κρίση με το Ιράν, ο ετήσιος πληθωρισμός στις ΗΠΑ κινούνταν στο 2,4%. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όμως, τα στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Στατιστικής Εργασίας κατέγραψαν άνοδο στο 3,3% τον Μάρτιο και στο 3,8% τον Απρίλιο, επαναφέροντας τον πληθωρισμό στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών ετών.
Οι τελευταίες προβλέψεις της Federal Reserve Bank of Cleveland προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία. Σύμφωνα με το εργαλείο Inflation Nowcasting της τράπεζας, ο πληθωρισμός για τον Μάιο εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 4,1%, ενώ σε τριμηνιαία ετησιοποιημένη βάση ο δείκτης τιμών καταναλωτή κινείται προς άνοδο σχεδόν 7% κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.
Για τη Wall Street, τα στοιχεία αυτά θεωρούνται εξαιρετικά αρνητικά, καθώς ανατρέπουν πλήρως τις προσδοκίες που είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 2026. Τότε, οι αγορές προεξοφλούσαν σειρά μειώσεων επιτοκίων μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, εκτιμώντας ότι το φθηνότερο χρήμα θα τροφοδοτούσε ακόμη περισσότερο τη γιγαντιαία επενδυτική έκρηξη στα data centers και στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Η Wall Street σε ακραία επίπεδα αποτίμησης
Η νέα άνοδος του πληθωρισμού έρχεται σε μια περίοδο όπου η αμερικανική αγορά μετοχών θεωρείται ήδη εξαιρετικά ακριβή.
Ο δείκτης Shiller P/E του S&P 500 - ένα από τα πιο γνωστά εργαλεία αποτίμησης των μετοχών - βρίσκεται πλέον σε επίπεδα που ιστορικά έχουν καταγραφεί μόνο πριν από μεγάλες χρηματιστηριακές φούσκες. Σύμφωνα με αναλυτές, η μοναδική περίοδος των τελευταίων 155 ετών κατά την οποία οι αποτιμήσεις ήταν υψηλότερες ήταν λίγο πριν από την κατάρρευση της “dot-com bubble” στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Μέχρι πρόσφατα, οι επενδυτές πίστευαν ότι η Fed θα στήριζε την αγορά μέσω χαμηλότερων επιτοκίων. Πλέον, όμως, το σενάριο αυτό απομακρύνεται ραγδαία.
Η ενεργειακή κρίση και η νέα άνοδος των τιμών φαίνεται να εξαφανίζουν κάθε πιθανότητα μείωσης επιτοκίων εντός του 2026, ενώ ορισμένοι αναλυτές δεν αποκλείουν ακόμη και νέα αύξηση επιτοκίων αν ο πληθωρισμός συνεχίσει να επιταχύνεται.
Νέα ηγεσία στη Fed και εσωτερικές συγκρούσεις
Την κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο η ανάληψη της ηγεσίας της Fed από τον Kevin Warsh. Ο νέος επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας θεωρείται παραδοσιακά πιο “σκληρός” απέναντι στον πληθωρισμό, καθώς κατά τη διάρκεια της προηγούμενης θητείας του στη FOMC είχε ταχθεί υπέρ υψηλότερων επιτοκίων προκειμένου να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, καλείται να διαχειριστεί ένα βαθιά διχασμένο εσωτερικό περιβάλλον στη Fed. Οι έντονες διαφωνίες μεταξύ των μελών της επιτροπής για τη σωστή κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής ενδέχεται, σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, να πλήξουν την αξιοπιστία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Καθώς ο πληθωρισμός επανέρχεται δυναμικά και οι γεωπολιτικές εντάσεις κλιμακώνονται, η Wall Street βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δυσμενές σενάριο: ακριβές μετοχές, επίμονα υψηλά επιτόκια και μια οικονομία που απειλείται από νέο ενεργειακό σοκ.
Για πολλούς επενδυτές, η τελευταία εικόνα για τον αμερικανικό πληθωρισμό μοιάζει περισσότερο με προειδοποίηση παρά με προσωρινή αναταραχή.
Add comment
Comments