Από τον Γ.Π. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Το κόστος με το οποίο δανείζονται οι κυβερνήσεις ανεβαίνει απότομα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καθώς μια νέα καταιγίδα σχηματίζεται στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες εκτοξεύθηκαν την Τρίτη σε υψηλά πολλών ετών, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η απόδοση του 30ετούς Treasury έφθασε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2007.
Πίσω από το sell-off βρίσκεται ένας επικίνδυνος συνδυασμός: πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ακριβότερο πετρέλαιο, φόβοι για επίμονο πληθωρισμό, προσδοκίες υψηλότερων επιτοκίων και ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία για τα τεράστια ποσά χρέους που πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν οι μεγάλες οικονομίες.
Η αποτυχία των προσπαθειών για ταχεία διευθέτηση της σύγκρουσης ΗΠΑ - Ιράν αναζωπύρωσε τους φόβους για παρατεταμένες διαταραχές στις ενεργειακές αγορές.
Το Brent κινήθηκε γύρω από τα $91 το βαρέλι, καθώς η αγορά άρχισε να ενσωματώνει ξανά το ενδεχόμενο ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή θα διαρκέσει περισσότερο από όσο αναμενόταν.
Το πετρέλαιο ξαναφέρνει τον πληθωρισμό στο προσκήνιο
Το πρόβλημα για τις αγορές ομολόγων είναι απλό.
Όσο ακριβότερη γίνεται η ενέργεια, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Και όσο πιο επίμονος γίνεται ο πληθωρισμός, τόσο δυσκολότερο είναι για τις κεντρικές τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια.
Στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί να χρειαστεί να τα αυξήσουν ξανά.
"Η κατάρρευση των ειρηνευτικών συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν έχει αυξήσει τον κίνδυνο οι τιμές της ενέργειας να παραμείνουν υψηλές για το υπόλοιπο του έτους", εξηγεί ο Richard Carter, επικεφαλής έρευνας σταθερού εισοδήματος της Quilter Cheviot.
Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να διατηρήσει τον πληθωρισμό υψηλότερα από τις προβλέψεις και να αυξήσει την πιθανότητα νέων αυξήσεων επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.
Και οι επενδυτές έχουν ήδη αρχίσει να προεξοφλούν αυτό το σενάριο.
Οι αγορές ποντάρουν σε αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ
Η αλλαγή των προσδοκιών στην Ευρωζώνη είναι εντυπωσιακή.
Η αγορά τιμολογεί πλέον το ενδεχόμενο το επιτόκιο καταθέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να κινηθεί προς το 2,76% έως τον Μάρτιο του 2027, από 2,25% σήμερα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Trading Economics, οι αγορές αποδίδουν περίπου 90% πιθανότητα αύξησης επιτοκίων από την ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο.
Εάν αυτές οι προσδοκίες επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για σημαντική αλλαγή του νομισματικού περιβάλλοντος.
Η Ευρώπη, αντί να συζητά πότε θα συνεχιστεί η αποκλιμάκωση των επιτοκίων, βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο νέας σύσφιξης.
ΗΠΑ: Το 30ετές Treasury στο 5,33%
Το ισχυρότερο προειδοποιητικό σήμα έρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου έφθασε περίπου στο 5,33%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το 2007.
Το 10ετές Treasury κινήθηκε παράλληλα κοντά στο 4,73%.
Οι αποδόσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή το αμερικανικό Δημόσιο πρέπει να χρηματοδοτεί τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα και να αναχρηματοδοτεί συνεχώς χρέος.
Όσο υψηλότερες είναι οι αποδόσεις όταν εκδίδεται νέο χρέος, τόσο μεγαλύτερος γίνεται σταδιακά ο λογαριασμός των τόκων.
Και με το αμερικανικό δημόσιο χρέος να βρίσκεται ήδη σε ιστορικά επίπεδα, αυτή η διαδικασία δημιουργεί έναν ολοένα πιο δύσκολο δημοσιονομικό κύκλο.
Βρετανία: Το 30ετές στο 5,85%
Ισχυρές πιέσεις δέχθηκε και η βρετανική αγορά.
Η απόδοση του 30ετούς gilt κινήθηκε περίπου στο 5,85%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδό της από τον Μάιο του 2026.
Παράλληλα, το βρετανικό 10ετές ξεπέρασε το 5%, καθώς οι αγορές προσπαθούν να αποτιμήσουν ταυτόχρονα τον πληθωριστικό κίνδυνο, τις δημοσιονομικές ανάγκες και τις προοπτικές της βρετανικής οικονομίας.
Γαλλία: Το 10ετές στο 4,10%
Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία έχει η άνοδος των γαλλικών αποδόσεων.
Το γαλλικό 10ετές έφθασε περίπου στο 4,10%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2009.
Και στο μακρύ άκρο της καμπύλης, η απόδοση του 30ετούς γαλλικού ομολόγου βρέθηκε σε υψηλό από το 2008.
Στην περίπτωση της Γαλλίας, οι επενδυτές δεν ανησυχούν μόνο για το πετρέλαιο και τον πληθωρισμό.
Ανησυχούν και για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, τις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό του 2027 και την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών.
Γερμανία: Το Bund πάνω από 3,25%
Ακόμη και η Γερμανία, η οποία παραδοσιακά αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο της Ευρωζώνης, δεν έμεινε ανεπηρέαστη.
Η απόδοση του δεκαετούς Bund ξεπέρασε το 3,25%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2011.
Το γερμανικό 30ετές έφθασε περίπου στο 3,78%, υψηλό 15 ετών.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Το Bund λειτουργεί ουσιαστικά ως η βάση πάνω στην οποία τιμολογείται ο κίνδυνος των υπόλοιπων κρατικών ομολόγων.
Όταν ανεβαίνει το γερμανικό επιτόκιο αναφοράς, μπορεί να αυξηθεί το απόλυτο κόστος δανεισμού και για τις υπόλοιπες χώρες ακόμη και χωρίς σημαντική διεύρυνση των spreads.
Δεν φταίει μόνο ο πληθωρισμός
Η νέα άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις προσδοκίες για τα επιτόκια.
Υπάρχει ένα δεύτερο, βαθύτερο πρόβλημα: η τεράστια προσφορά νέου χρέους.
Οι κυβερνήσεις των μεγαλύτερων οικονομιών χρειάζονται ολοένα περισσότερα κεφάλαια.
Υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, αυξημένες αμυντικές δαπάνες, επενδύσεις σε υποδομές και κόστος κοινωνικών προγραμμάτων αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης.
Όταν όμως η προσφορά ομολόγων αυξάνεται, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να απορροφήσουν το νέο χρέος.
Και η AI μπαίνει στην αγορά ομολόγων
Υπάρχει και ένας λιγότερο προφανής παράγοντας.
Η έκρηξη επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη απαιτεί τεράστια κεφάλαια για data centers, ενεργειακές υποδομές, ημιαγωγούς και δίκτυα.
Μεγάλες εταιρείες στρέφονται στις αγορές ομολόγων για να χρηματοδοτήσουν μέρος αυτών των επενδύσεων. Έτσι, οι κυβερνήσεις δεν ανταγωνίζονται μόνο μεταξύ τους για το παγκόσμιο επενδυτικό κεφάλαιο.
Ανταγωνίζονται και έναν εταιρικό τομέα που χρειάζεται πρωτοφανή ποσά χρηματοδότησης για την AI. Περισσότερη προσφορά τίτλων σημαίνει χαμηλότερες τιμές ομολόγων και, αντίστροφα, υψηλότερες αποδόσεις.
Το πρόβλημα της αναχρηματοδότησης
Μία κυβέρνηση δεν πληρώνει αμέσως υψηλότερο επιτόκιο σε ολόκληρο το υφιστάμενο χρέος της επειδή ανέβηκαν σήμερα οι αποδόσεις.
Η επίδραση περνά στα δημόσια οικονομικά σταδιακά. Καθώς παλιά ομόλογα λήγουν, το Δημόσιο πρέπει να εκδώσει καινούργια για να τα αναχρηματοδοτήσει. Εάν τα νέα ομόλογα εκδίδονται με υψηλότερες αποδόσεις, το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται.
Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία πόσο χρέος λήγει κάθε χρόνο.
Η Ιταλία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή
Σύμφωνα με την S&P Global Ratings, η Ιταλία αναμένεται μέσα στο 2026 να χρειαστεί να αναχρηματοδοτήσει χρέος που αντιστοιχεί περίπου στο 17% του ΑΕΠ της.
Η αντίστοιχη αναλογία εκτιμάται περίπου στο:
- 12% για τη Γαλλία,
- 7% για τη Γερμανία
και
- 7% για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτό εξηγεί γιατί οι αγορές εξετάζουν πλέον πολύ προσεκτικά όχι μόνο το συνολικό ύψος του δημόσιου χρέους αλλά και τη δομή του.
Και εδώ ακριβώς γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η περίπτωση της Ελλάδας.
Τι σημαίνει η νέα κρίση ομολόγων για την Ελλάδα
Η Ελλάδα προφανώς δεν βρίσκεται εκτός της διεθνούς αγοράς. Όταν ανεβαίνει ολόκληρη η ευρωπαϊκή καμπύλη αποδόσεων, αυξάνεται και το επιτόκιο αναφοράς πάνω στο οποίο τιμολογούνται οι ελληνικοί τίτλοι.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με την περίοδο της ελληνικής κρίσης χρέους. Η Ελλάδα μπαίνει στη σημερινή αναταραχή με ένα από τα ευνοϊκότερα προφίλ δημόσιου χρέους στην Ευρώπη.
Και αυτό αλλάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η άνοδος των επιτοκίων στα δημόσια οικονομικά.
Το ελληνικό 10ετές είχε ήδη ανεβεί πριν από το νέο sell-off
Η ανοδική τάση ήταν ορατή ήδη πριν από τη σημερινή έξαρση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στις 24 Ιουλίου 2026 η απόδοση του ελληνικού 10ετούς βρισκόταν στο 3,90%, ενώ:
- το 15ετές βρισκόταν στο 4,03%,
- το 20ετές στο 4,23%
- και το 30ετές περίπου στο 4,55%.
Για σύγκριση, στις 18 Ιουνίου το ελληνικό 10ετές βρισκόταν στο 3,59%.
Επομένως, μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν μήνα είχε ήδη καταγραφεί άνοδος περίπου 31 μονάδων βάσης, πριν ακόμη η νέα κλιμάκωση στο Ιράν προκαλέσει το σημερινό διεθνές κύμα πωλήσεων. (Τράπεζα της Ελλάδος)
Το ελληνικό spread παραμένει η άλλη μισή ιστορία
Εδώ όμως χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: την απόδοση του ελληνικού ομολόγου και το ελληνικό spread.
Εάν το γερμανικό Bund ανεβαίνει επειδή ολόκληρη η Ευρώπη αντιμετωπίζει υψηλότερο πληθωρισμό, μπορεί να ανέβει και το ελληνικό 10ετές χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επενδυτές θεωρούν ξαφνικά την Ελλάδα περισσότερο επικίνδυνη.
Το κρίσιμο μέτρο της σχετικής αντίληψης κινδύνου είναι η διαφορά απόδοσης από τη Γερμανία.
Στις 18 Ιουνίου, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το ελληνικό 10ετές απέδιδε 3,59%, έναντι 2,92% του γερμανικού.
Το spread ήταν επομένως μόλις 67 μονάδες βάσης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό: την ίδια ημέρα το ιταλικό 10ετές απέδιδε 3,64%.
Δηλαδή το ελληνικό 10ετές είχε απόδοση 5 μονάδες βάσης χαμηλότερη από το ιταλικό.
Μια εικόνα σχεδόν αδιανόητη την προηγούμενη δεκαετία.
Η μεγάλη ελληνική ασπίδα: 18,7 χρόνια μέση διάρκεια
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας βρίσκεται στη δομή του χρέους της.
Σύμφωνα με την S&P, η σταθμισμένη μέση διάρκεια του ελληνικού δημόσιου χρέους βρίσκεται περίπου στα 18,7 χρόνια. Το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις πράξεις αντιστάθμισης κινείται περίπου στο 1,3%, ενώ μεγάλο μέρος του χρέους είναι προστατευμένο από τις διακυμάνσεις των επιτοκίων. (S&P Global)
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Εάν το ελληνικό 10ετές ανεβεί από το 3,5% στο 4% ή υψηλότερα, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αρχίζει ξαφνικά να πληρώνει αυτό το επιτόκιο πάνω σε ολόκληρο το δημόσιο χρέος της.
Το νέο κόστος αφορά κυρίως τις νέες εκδόσεις και το τμήμα του χρέους που πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί.
Και επειδή οι ελληνικές λήξεις είναι απλωμένες σε πολύ μεγάλο χρονικό ορίζοντα, η μετάδοση είναι πολύ πιο αργή.
Η κληρονομιά των Μνημονίων λειτουργεί σήμερα ως ασπίδα
Εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα της ελληνικής κρίσης.
Τα τεράστια δάνεια των ευρωπαϊκών μηχανισμών που κάποτε συμβόλιζαν τη διάσωση της χώρας αποτελούν σήμερα έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ελλάδα είναι λιγότερο εκτεθειμένη σε μια απότομη άνοδο των αποδόσεων.
Μεγάλο μέρος του χρέους βρίσκεται στον επίσημο ευρωπαϊκό τομέα, έχει πολύ μεγάλες διάρκειες και ευνοϊκούς όρους. Γι’ αυτό η Ελλάδα μπορεί να έχει ακόμη πολύ υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ, αλλά μικρότερη άμεση ανάγκη αναχρηματοδότησης από χώρες με χαμηλότερο συνολικό χρέος.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας παραμένουν διαχειρίσιμες και ότι το ιδιαίτερο προφίλ του ελληνικού χρέους περιορίζει τους κινδύνους αναχρηματοδότησης. (IMF eLibrary)
Από 209% στο 136,6%
Υπάρχει και μία δεύτερη σημαντική ελληνική άμυνα: το χρέος μειώνεται γρήγορα.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος είχε κορυφωθεί περίπου στο 209,4% του ΑΕΠ το 2020. Το ΔΝΤ το τοποθετεί περίπου στο 146,6% το 2025 και προβλέπει περαιτέρω πτώση στο 136,6% το 2026. (IMF)
Πρόκειται για αποκλιμάκωση άνω των 70 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ μέσα σε έξι χρόνια. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά την εικόνα της χώρας στις αγορές.
Και οι πρόωρες αποπληρωμές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία
Η νέα άνοδος των διεθνών αποδόσεων κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής ελληνικού χρέους.
Όσο περισσότερο μειώνονται σήμερα οι μελλοντικές λήξεις, τόσο μικρότερο ποσό θα χρειαστεί να αναχρηματοδοτηθεί αύριο εάν οι αγορές παραμείνουν ακριβές.
Η Ελλάδα έχει επιταχύνει αυτή τη στρατηγική τα τελευταία χρόνια και παράλληλα διατηρεί σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα. Είναι ουσιαστικά μια πολιτική μείωσης του refinancing risk: λιγότερο χρέος που πρέπει να ανακυκλωθεί στις αγορές σημαίνει μικρότερη έκθεση στις μελλοντικές διακυμάνσεις των επιτοκίων.
Η Ελλάδα όμως δεν είναι άτρωτη
Το ευνοϊκό προφίλ του χρέους δεν σημαίνει ότι η χώρα μπορεί να αγνοήσει μια παρατεταμένη διεθνή άνοδο των επιτοκίων.
Εάν οι αποδόσεις παραμείνουν υψηλές επί χρόνια, σταδιακά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του χρέους θα αναχρηματοδοτείται με ακριβότερους όρους.
Μάλιστα, η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί ότι μακροπρόθεσμα οι κίνδυνοι αυξάνονται καθώς τα ευνοϊκά δάνεια του επίσημου τομέα θα αντικαθίστανται σταδιακά από δανεισμό με όρους αγοράς.
Επομένως, η προστασία που διαθέτει σήμερα η χώρα είναι πολύ μεγάλη, αλλά όχι μόνιμη.
Υπάρχει και ο κίνδυνος του πετρελαίου
Για την Ελλάδα, η κρίση του Ιράν δεν μεταδίδεται μόνο μέσω των ομολόγων. Μεταδίδεται και μέσω της ενέργειας. Η ελληνική οικονομία παραμένει εισαγωγέας υδρογονανθράκων και επομένως μια παρατεταμένη περίοδος με Brent γύρω ή πάνω από τα 90 δολάρια μπορεί να επιβαρύνει:
- τον πληθωρισμό,
- το εμπορικό ισοζύγιο,
- το κόστος μεταφορών,
- τις επιχειρήσεις
- και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Το ΔΝΤ προβλέπει ήδη για το 2026 μέσο πληθωρισμό 3,5% στην Ελλάδα, υψηλότερο από προηγούμενες προσδοκίες. Μια νέα και παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να κάνει την εξίσωση δυσκολότερη.
Η νέα πραγματικότητα της Ευρώπης
Η σημερινή αναταραχή δείχνει ότι η περίοδος του εξαιρετικά φθηνού χρήματος στην Ευρώπη έχει περάσει.
- Η Γερμανία δανείζεται πλέον σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2011.
- Η Γαλλία βλέπει το 10ετές της πάνω από 4%.
- Η Ιταλία πρέπει να αναχρηματοδοτήσει τεράστιο όγκο χρέους.
Και οι αγορές αρχίζουν ξανά να συζητούν όχι για μειώσεις αλλά για αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ. Για τις υπερχρεωμένες οικονομίες αυτό δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον Η εποχή κατά την οποία τα κράτη μπορούσαν να θεωρούν σχεδόν δεδομένο ότι θα αναχρηματοδοτούν το χρέος τους με εξαιρετικά χαμηλό κόστος έχει τελειώσει.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι διπλό
Από τη μία πλευρά, η χώρα βρίσκεται σήμερα σε πολύ ισχυρότερη θέση από ό,τι πριν από λίγα χρόνια.
- Η επενδυτική βαθμίδα έχει αποκατασταθεί.
- Το spread έχει συμπιεστεί εντυπωσιακά.
- Το δημόσιο χρέος μειώνεται γρήγορα.
- Η μέση διάρκειά του είναι εξαιρετικά μεγάλη.
- Το μέσο κόστος παραμένει χαμηλό.
- Και οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι συγκριτικά περιορισμένες.
Από την άλλη, η νέα διεθνής πραγματικότητα υπενθυμίζει γιατί η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους δεν είναι απλώς ένας αριθμητικός ή πολιτικός στόχος.
Είναι ασφάλεια απέναντι στην επόμενη κρίση.
Κάθε δισεκατομμύριο χρέους που αποπληρώνεται πριν χρειαστεί να αναχρηματοδοτηθεί σε ένα ακριβότερο περιβάλλον μειώνει τη μελλοντική έκθεση της χώρας.
Και κάθε επιπλέον έτος που παραμένει μεγάλη η μέση διάρκεια του χρέους δίνει στην Ελλάδα χρόνο να προσαρμοστεί.
Τα ομόλογα επιστρέφουν ως πραγματικός ανταγωνιστής των μετοχών
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της μεγάλης ανόδου των αποδόσεων.
Για τους επενδυτές, τα κρατικά ομόλογα γίνονται ξανά ελκυστικά.
Όταν ένας μακροπρόθεσμος κρατικός τίτλος προσφέρει απόδοση αισθητά υψηλότερη από τον αναμενόμενο πληθωρισμό, ο επενδυτής μπορεί να εξασφαλίσει θετική πραγματική απόδοση χωρίς να αναλαμβάνει τον ίδιο κίνδυνο που θα είχε στις μετοχές.
Αυτό μπορεί να αλλάξει σταδιακά την κατανομή κεφαλαίων διεθνώς.
Και όσο περισσότερο κεφάλαιο απαιτούν οι κυβερνήσεις για να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους, τόσο υψηλότερη απόδοση μπορεί να χρειαστεί να προσφέρουν για να προσελκύσουν αυτό το κεφάλαιο.
Η αγορά ομολόγων στέλνει προειδοποίηση
Οι επόμενες εβδομάδες θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από δύο παράγοντες. Τη γεωπολιτική και τον πληθωρισμό.
Εάν υπάρξει αποκλιμάκωση στη σύγκρουση με το Ιράν και υποχωρήσει το πετρέλαιο, μέρος της πίεσης στις αποδόσεις μπορεί να αντιστραφεί.
Εάν όμως το Brent παραμείνει κοντά ή πάνω από τα $90 και οι πληθωριστικές προσδοκίες συνεχίσουν να ανεβαίνουν, οι αγορές μπορεί να επιμείνουν στην προεξόφληση υψηλότερων επιτοκίων.
Και τότε το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο την τιμή των ομολόγων. Θα αφορά το κόστος χρηματοδότησης ολόκληρης της οικονομίας: στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματικά δάνεια, εταιρικά ομόλογα, επενδύσεις και τελικά την ίδια την ανάπτυξη.
Η παγκόσμια αγορά κρατικού χρέους στέλνει λοιπόν ένα σαφές μήνυμα.
Το χρήμα γίνεται ξανά ακριβότερο.
Και σε έναν κόσμο όπου κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά έχουν συσσωρεύσει τεράστιο χρέος, αυτή μπορεί να αποδειχθεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές εξελίξεις του δεύτερου μισού του 2026.
Add comment
Comments