Υπάρχουν καλλιτέχνες που αποτυπώνουν την εποχή τους και υπάρχουν καλλιτέχνες που γίνονται οι ίδιοι η εποχή τους.
Ο Ίρβινγκ Μπερλίν ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Γεννημένος ως Ισραήλ Μπαλίν σε μια εβραϊκή οικογένεια της τσαρικής Ρωσίας, έφτασε ως παιδί στις Ηνωμένες Πολιτείες κυνηγημένος από τα πογκρόμ και τη φτώχεια.
Λίγες δεκαετίες αργότερα θα γινόταν ο άνθρωπος που έγραψε μερικά από τα πιο εμβληματικά τραγούδια της αμερικανικής ιστορίας, από το “White Christmas” μέχρι το “God Bless America”.
Η ιστορία του αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου: ένας φτωχός μετανάστης που όχι μόνο ενσωματώθηκε πλήρως στη νέα του πατρίδα, αλλά συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της πολιτισμικής της ταυτότητας. Όπως είχε πει ο μεγάλος συνθέτης Τζερόμ Κερν, “ο Ίρβινγκ Μπερλίν δεν έχει θέση στην αμερικανική μουσική - είναι η αμερικανική μουσική».
Από τα πογκρόμ της Ρωσίας στα φώτα της Νέας Υόρκης
Ο Μπερλίν γεννήθηκε το 1888 στη Ρωσική Αυτοκρατορία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εβραϊκές κοινότητες υφίσταντο διώξεις και βίαιες επιθέσεις. Η οικογένειά του εγκατέλειψε τη χώρα όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη αναζητώντας ασφάλεια και ευκαιρίες.
Η Αμερική που συνάντησε δεν ήταν εύκολη. Μεγάλωσε στη φτώχεια, εργάστηκε από μικρή ηλικία και δεν απέκτησε ποτέ συστηματική μουσική εκπαίδευση. Ωστόσο, διέθετε ένα σπάνιο ταλέντο στη σύνθεση και στη στιχουργική. Μέσα από τα θέατρα του Μπρόντγουεϊ και την ανερχόμενη μουσική βιομηχανία της Νέας Υόρκης κατάφερε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του 20ού αιώνα.
Η επιτυχία του δεν ήταν μόνο προσωπική. Αντικατόπτριζε την αισιοδοξία μιας χώρας που πίστευε ότι η κοινωνική άνοδος ήταν εφικτή για όποιον διέθετε ταλέντο, επιμονή και σκληρή δουλειά.
Ο άνθρωπος που έγραψε το ανεπίσημο εθνικό άσμα των ΗΠΑ
Από όλα τα τραγούδια του, κανένα δεν ταυτίστηκε περισσότερο με την Αμερική από το “God Bless America”.
Το τραγούδι γράφτηκε αρχικά το 1918, όταν ο Μπερλίν υπηρετούσε στον αμερικανικό στρατό κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε αποφάσισε να μην το χρησιμοποιήσει σε μια στρατιωτική μουσική παράσταση που ετοίμαζε και το φύλαξε σε ένα συρτάρι για δύο δεκαετίες.
Το 1938, καθώς η Ευρώπη βυθιζόταν ξανά στο σκοτάδι του ολοκληρωτισμού και του αντισημιτισμού, ο Μπερλίν επανέφερε το τραγούδι, το αναθεώρησε και το παρουσίασε στο αμερικανικό κοινό μέσω της τραγουδίστριας Κέιτ Σμιθ. Η συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Την ίδια περίοδο η ναζιστική Γερμανία προχωρούσε στη “Νύχτα των Κρυστάλλων”, το πογκρόμ που σηματοδότησε την κλιμάκωση των διώξεων κατά των Εβραίων.
Για έναν άνθρωπο που είχε δραπετεύσει από παρόμοιες διώξεις ως παιδί, το “God Bless America” δεν ήταν απλώς ένα πατριωτικό τραγούδι. Ήταν μια προσωπική ευχαριστία προς τη χώρα που του είχε προσφέρει ασφάλεια, ελευθερία και κοινωνική άνοδο.
Ένας πατριωτισμός χωρίς εθνικισμό
Η ιδιαίτερη σημασία του Μπερλίν έγκειται στο γεγονός ότι ο πατριωτισμός του δεν στηριζόταν στην καταγωγή ή στο αίμα.
Δεν γεννήθηκε Αμερικανός. Δεν προερχόταν από κάποια παλιά οικογένεια της Νέας Αγγλίας. Ήταν ένας πρόσφυγας από την Ανατολική Ευρώπη, ο οποίος αγάπησε την Αμερική ακριβώς επειδή του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που του επέτρεπαν οι συνθήκες της γέννησής του.
Αυτή η αντίληψη διαπερνά ολόκληρο το έργο του. Τα τραγούδια του δεν υμνούν μια φυλή ή μια εθνότητα. Υμνούν ένα σύνολο ιδεών: την ελευθερία, την κοινωνική κινητικότητα, την αισιοδοξία και την πίστη ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρελθόν.
Γι' αυτό και πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μπερλίν εξέφρασε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τη μοναδική αμερικανική ταυτότητα, η οποία δεν βασίζεται στην κοινή καταγωγή αλλά στην κοινή αποδοχή ενός πολιτικού και πολιτισμικού ιδεώδους.
Ο δημιουργός των μεγάλων αμερικανικών ύμνων
Παρότι το “God Bless America” είναι το πιο γνωστό πατριωτικό έργο του, η συμβολή του Μπερλίν ξεπερνά κατά πολύ ένα μόνο τραγούδι.
Έγραψε εκατοντάδες επιτυχίες για το Μπρόντγουεϊ και το Χόλιγουντ, επηρεάζοντας βαθιά την αμερικανική λαϊκή κουλτούρα. Το “White Christmas” παραμένει ένα από τα πιο εμπορικά τραγούδια όλων των εποχών, ενώ έργα όπως τα “Easter Parade”, “Cheek to Cheek” και “There's No Business Like Show Business” αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αμερικανικής μουσικής παράδοσης.
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου συνέχισε να στηρίζει την πολεμική προσπάθεια των ΗΠΑ μέσα από παραστάσεις, συνθέσεις και εκστρατείες υπέρ των πολεμικών ομολόγων, παραχωρώντας συχνά τα δικαιώματα των έργων του για κοινωφελείς σκοπούς.
Η χαμένη Αμερική της ευγνωμοσύνης
Η ιστορία του Ίρβινγκ Μπερλίν αποκτά σήμερα μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Σε μια εποχή όπου η έννοια του πατριωτισμού συχνά συγχέεται με τον λαϊκισμό ή τον πολιτισμικό πόλεμο, η ζωή του υπενθυμίζει μια διαφορετική εκδοχή της αγάπης προς την πατρίδα: αυτήν που γεννιέται από την ευγνωμοσύνη.
Ο Μπερλίν δεν θεωρούσε την Αμερική τέλεια. Τη θεωρούσε όμως μια χώρα που του επέτρεψε να μετατρέψει την ανασφάλεια σε ευκαιρία και τη φτώχεια σε δημιουργία. Αυτός ήταν ο λόγος που αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του υμνώντας την.
Η ειρωνεία είναι ότι ένας Εβραίος πρόσφυγας από τη Ρωσία κατάφερε να εκφράσει καλύτερα από πολλούς γηγενείς Αμερικανούς το νόημα της αμερικανικής ταυτότητας. Ίσως επειδή εκείνος γνώριζε τι σημαίνει να ζεις χωρίς ελευθερία και τι αξία έχει μια χώρα που σου προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία.
Περισσότερο από τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, ο Ίρβινγκ Μπερλίν εξακολουθεί να θυμίζει ότι η δύναμη της Αμερικής δεν βρισκόταν ποτέ μόνο στον πλούτο ή στη στρατιωτική ισχύ της, αλλά στην ικανότητά της να μετατρέπει τους ξένους σε πολίτες και τα όνειρα σε πραγματικότητα.
Add comment
Comments