Η Νέα Δημοκρατία προηγείται με 29,4% στην εκτίμηση ψήφου, χωρίς όμως να ανακτά δυναμική αυτοδυναμίας. Η ΕΛΑΣ διατηρεί τη δεύτερη θέση, το ΠΑΣΟΚ παραμένει τρίτο, ενώ η ακρίβεια κυριαρχεί στις ανησυχίες των πολιτών. Τα ευρήματα αποκαλύπτουν μια κοινωνία που επιθυμεί πολιτική αλλαγή, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η δημοσκόπηση της GPO για το iefimerida.gr, που δημοσιεύθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2026, αποτυπώνει ένα πολιτικό σκηνικό με μια φαινομενικά παράδοξη ισορροπία: η κυβέρνηση διατηρεί καθαρό προβάδισμα έναντι των αντιπάλων της, παρά τη βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ η αντιπολίτευση δεν φαίνεται να μετατρέπει την επιθυμία για αλλαγή σε συγκροτημένη κυβερνητική προοπτική. Το σημαντικότερο στοιχείο της έρευνας δεν είναι απαραίτητα η διαφορά ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κόμμα. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε όσα οι πολίτες επιθυμούν και σε όσα θεωρούν πολιτικά εφικτά.
Το 68,5% θέλει αλλαγή στην κυβερνητική κατεύθυνση, αλλά το 52,7% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή, η ΝΔ βρίσκεται κάτω από το 30% στην εκτίμηση ψήφου και η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα της μέτρησης: η κοινωνική ζήτηση για αλλαγή είναι ισχυρότερη από την προσφορά μιας αξιόπιστης εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Νέα Δημοκρατία: Καθαρή πρωτιά χωρίς εκλογική κυριαρχία
Στην πρόθεση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 25,2%, ενώ στην εκτίμηση ψήφου φθάνει στο 29,4%. Η διαφορά της από τη δεύτερη ΕΛΑΣ διαμορφώνεται στις 13,7 ποσοστιαίες μονάδες και από το τρίτο ΠΑΣΟΚ στις 16,3 μονάδες. Πρόκειται για σημαντικό προβάδισμα, το οποίο δείχνει ότι η κυβερνητική παράταξη εξακολουθεί να αποτελεί τον ισχυρότερο μεμονωμένο πολιτικό πόλο. Ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει και μια δεύτερη ανάγνωση.
Ένα κόμμα που προηγείται με σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον δεύτερο αντίπαλό του μπορεί να εμφανίζεται πολιτικά κυρίαρχο, χωρίς να συγκεντρώνει την εκλογική δύναμη που απαιτείται για να κυβερνήσει μόνο του. Η ΝΔ αντιμετωπίζει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Το 29,4% στην εκτίμηση ψήφου δεν αποτελεί ένδειξη αυτοδυναμίας. Αντίθετα, παραπέμπει σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου η συγκρότηση κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από την κατανομή των εδρών, το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής και, ενδεχομένως, από μετεκλογικές συνεργασίες.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι, παρά την αδυναμία των αντιπάλων της, δεν φαίνεται να έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη μεγάλου τμήματος της κοινωνίας. Το πλεονέκτημά της είναι διαφορετικό: εξακολουθεί να υπερέχει σε σχετική πολιτική ισχύ, σε αναγνωρισιμότητα κυβερνητικής πρότασης και στην αξιολόγηση της πρωθυπουργικής καταλληλότητας.
ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ: Η δεύτερη θέση και το πρόβλημα της εναλλακτικής
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) καταγράφει 13,5% στην πρόθεση ψήφου και 15,7% στην εκτίμηση, διατηρώντας τη δεύτερη θέση. Το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί με 11,2% και 13,1% αντίστοιχα. Η μεταξύ τους διαφορά στην εκτίμηση ψήφου περιορίζεται στις 2,6 ποσοστιαίες μονάδες. Από την άποψη της εκλογικής κατάταξης, η μάχη για τη δεύτερη θέση παραμένει ανοιχτή. Από την άποψη, όμως, της κυβερνητικής προοπτικής, το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Κανένα από τα δύο κόμματα δεν εμφανίζεται να διαθέτει την εκλογική δυναμική που θα μπορούσε να αμφισβητήσει άμεσα την πρωτιά της ΝΔ. Η ΕΛΑΣ καταγράφει μεγαλύτερη σύνδεση με ζητήματα κοινωνικής προστασίας και υπεράσπισης εργαζομένων και μεσαίας τάξης. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, επιδιώκει να ενισχύσει την εικόνα μιας θεσμικής και προγραμματικής αντιπολίτευσης. Όμως η δημοσκόπηση αναδεικνύει ένα κοινό πρόβλημα: όταν οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν ποιος διαθέτει ρεαλιστικό οικονομικό σχέδιο, η συχνότερη απάντηση είναι ότι κανένα από τα βασικά κόμματα δεν τους πείθει.
Η πολιτική σημασία αυτού του ευρήματος είναι μεγάλη. Η αντιπολίτευση μπορεί να συγκεντρώνει δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά η δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη στην ικανότητα διακυβέρνησης, η εκλογική μετακίνηση παραμένει περιορισμένη.
Πρόθεση ψήφου και εκτίμηση ψήφου: Επτά κόμματα πάνω από το 3%
Με βάση τα συγκεκριμένα ποσοστά, επτά κόμματα βρίσκονται πάνω από το εκλογικό όριο του 3%. Ωστόσο, η απόσταση ορισμένων μικρότερων σχηματισμών από το όριο είναι περιορισμένη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές μεταβολές έως τις εκλογές μπορούν να επηρεάσουν τη σύνθεση της επόμενης Βουλής. Η είσοδος ή ο αποκλεισμός ενός επιπλέον κόμματος δεν αποτελεί απλώς ζήτημα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Επηρεάζει και την κατανομή των εδρών μεταξύ των κομμάτων που θα περάσουν το όριο. Κατά συνέπεια, το ερώτημα της αυτοδυναμίας δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με βάση το ποσοστό της ΝΔ. Απαιτείται να γνωρίζουμε και το συνολικό ποσοστό ψήφων που θα κατευθυνθεί σε κόμματα εκτός Βουλής.
Η σύγκριση Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου: Στασιμότητα στην κορυφή, ανακατατάξεις χαμηλότερα
Η σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη διαθέσιμη μέτρηση της GPO, εκείνη του Σεπτεμβρίου για τα Παραπολιτικά, δείχνει περιορισμένες μεταβολές στα πρώτα κόμματα.
- Η ΝΔ υποχωρεί από 30,3% σε 29,4%, δηλαδή κατά 0,9 μονάδες.
- Η ΕΛΑΣ κινείται από 15,8% σε 15,7%, καταγράφοντας οριακή μεταβολή.
- Το ΠΑΣΟΚ παραμένει στο 13,1%.
- Το ΚΚΕ ενισχύεται από 8,7% σε 9,4%, ενώ η Ελληνική Λύση υποχωρεί από 8,9% σε 8,5%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Ελπίδα για τη Δημοκρατία, η οποία μειώνεται από 3,8% σε 2,6%, περνώντας κάτω από το όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές έρευνες της ίδιας εταιρείας, με διαφορετικά μέσα δημοσίευσης. Η σύγκριση είναι χρήσιμη για την παρακολούθηση της διαχρονικής τάσης, αλλά οι μικρές διαφορές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βέβαιες μετακινήσεις ψηφοφόρων.
Η γενική εικόνα είναι ότι οι βασικοί συσχετισμοί παραμένουν σχετικά σταθεροί, ενώ μεγαλύτερη κινητικότητα εντοπίζεται σε μικρότερους πολιτικούς σχηματισμούς.
Καρυστιανού και Συμμαχία Ελλήνων: Η δυσκολία μετατροπής της δημοσιότητας σε ψήφο
Δύο από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορούν την Ελπίδα για τη Δημοκρατία και τη Συμμαχία Ελλήνων. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού συγκεντρώνει 2,2% στην πρόθεση και 2,6% στην εκτίμηση ψήφου. Η Συμμαχία Ελλήνων καταγράφει αντίστοιχα 2,4% και 2,8%. Και οι δύο σχηματισμοί βρίσκονται κάτω από το 3%. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η έντονη δημόσια παρουσία ενός προσώπου ή ενός πολιτικού εγχειρήματος δεν εξασφαλίζει αυτομάτως εκλογική υποστήριξη.
Η δημοσιότητα μπορεί να δημιουργήσει αναγνωρισιμότητα και ενδιαφέρον. Η μετατροπή τους, όμως, σε σταθερή εκλογική επιλογή προϋποθέτει οργανωτική συγκρότηση, σαφή πολιτική ταυτότητα και πειστική πρόταση. Ιδιαίτερα στην περίπτωση νέων κομματικών εγχειρημάτων, η απόσταση ανάμεσα στη δυνητική απήχηση και στην πραγματική πρόθεση ψήφου μπορεί να αποδειχθεί μεγάλη.
Το 68,5% θέλει αλλαγή, αλλά ποια αλλαγή;
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας είναι ότι το 68,5% επιθυμεί αλλαγή στην κυβερνητική κατεύθυνση, ενώ το 27,8% προτιμά τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι μια τόσο εκτεταμένη επιθυμία αλλαγής θα οδηγούσε σε σαφή ενίσχυση της αντιπολίτευσης. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει. Ο λόγος είναι ότι η επιθυμία αλλαγής δεν αποτελεί ενιαία πολιτική επιλογή. Ένας ψηφοφόρος μπορεί να ζητά διαφορετική οικονομική πολιτική, ένας άλλος αλλαγή κυβέρνησης, ένας τρίτος διαφορετικό πρωθυπουργό και ένας τέταρτος μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από το σημερινό κυβερνητικό σχήμα.
Όλες αυτές οι στάσεις μπορεί να εκφράζουν δυσαρέσκεια, αλλά δεν συγκροτούν απαραίτητα κοινή εκλογική κατεύθυνση. Αυτό εξηγεί γιατί το ποσοστό όσων επιθυμούν αλλαγή είναι πολύ υψηλότερο από την εκλογική δύναμη οποιουδήποτε αντιπολιτευτικού κόμματος. Η αντιπολίτευση δεν αντιμετωπίζει μόνο την πρόκληση να πείσει τους πολίτες ότι η κυβέρνηση πρέπει να αλλάξει. Αντιμετωπίζει κυρίως την πρόκληση να τους πείσει ότι η ίδια μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Το παράδοξο της αυτοδυναμίας: Η κοινωνία θέλει σταθερότητα, αλλά δεν δίνει την απαιτούμενη δύναμη
Το 52,7% των ερωτηθέντων προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ το 42,8% επιλέγει κυβέρνηση συνεργασίας. Η προτίμηση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μέσα στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον. Οι πολίτες φαίνεται να επιθυμούν σαφή κυβερνητική ευθύνη και περιορισμό της πολιτικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, η κατανομή των εκλογικών προτιμήσεων δεν οδηγεί σε αντίστοιχη συγκέντρωση ψήφων. Εδώ εντοπίζεται μια ουσιαστική αντίφαση. Οι ψηφοφόροι προτιμούν ένα μοντέλο διακυβέρνησης το οποίο, με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, δεν προκύπτει εύκολα.
Το εύρημα μπορεί να ερμηνευθεί ως έκφραση επιθυμίας για σταθερότητα και αποτελεσματικότητα, όχι απαραίτητα ως υποστήριξη της αυτοδυναμίας ενός συγκεκριμένου κόμματος. Άλλωστε, άλλο είναι να δηλώνει κάποιος ότι προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση και άλλο να είναι διατεθειμένος να ψηφίσει το κόμμα που θα μπορούσε να την εξασφαλίσει. Αυτή η διάκριση θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση.
Η ακρίβεια κυριαρχεί: Το 64% βλέπει το κόστος ζωής ως το μεγαλύτερο πρόβλημα
Πέρα από την κομματική κατάταξη, η δημοσκόπηση καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών. Το 64% αναδεικνύει την ακρίβεια ως το σημαντικότερο πρόβλημα. Μόλις το 5,9% δηλώνει ότι ζει άνετα και έχει τη δυνατότητα αποταμίευσης. Ένα επιπλέον 26,7% αναφέρει ότι καλύπτει άνετα τις ανάγκες του, αλλά χωρίς να μπορεί να αποταμιεύει. Στον αντίποδα, το 41,5% καλύπτει τις ανάγκες του με δυσκολία, το 18,6% δυσκολεύεται πολύ και το 5,9% αδυνατεί να καλύψει ακόμη και τις βασικές ανάγκες.
Αθροιστικά, το 66% περιγράφει κάποια μορφή οικονομικής δυσκολίας στην κάλυψη των αναγκών του. Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για συγκεκριμένες κατηγορίες δαπανών. Το 53,2% δηλώνει ότι δυσκολεύεται πολύ ή αρκετά με τις αγορές τροφίμων και σούπερ μάρκετ. Το 55,8% αντιμετωπίζει αντίστοιχες δυσκολίες στην πληρωμή λογαριασμών ενέργειας. Στα καύσιμα και στο πετρέλαιο θέρμανσης, το ποσοστό φθάνει στο 66,1%.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία. Όταν η πίεση συγκεντρώνεται στις ανελαστικές δαπάνες - τρόφιμα, ενέργεια και μετακινήσεις - τα νοικοκυριά έχουν μικρότερη δυνατότητα προσαρμογής. Μπορούν να περιορίσουν ορισμένες προαιρετικές αγορές, αλλά δεν μπορούν να σταματήσουν να καταναλώνουν τρόφιμα, ηλεκτρικό ρεύμα ή καύσιμα για τις βασικές μετακινήσεις τους. Έτσι, ακόμη και όταν οι μακροοικονομικοί δείκτες εμφανίζουν βελτίωση, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους της κοινωνίας μπορεί να παραμένει αρνητική.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη μακροοικονομική εικόνα και στην αίσθηση οικονομικής ευημερίας αποτελεί σημαντική πολιτική πρόκληση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ακρίβεια, αλλά και η απουσία πειστικού σχεδίου
Ίσως ακόμη πιο σημαντικό από το υψηλό ποσοστό ανησυχίας για την ακρίβεια είναι ένα δεύτερο εύρημα. Στις βασικές οικονομικές θεματικές που εξετάστηκαν για τη ΝΔ, την ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ, η συχνότερη απάντηση είναι ότι κανένα από τα τρία κόμματα δεν διαθέτει ρεαλιστικό σχέδιο. Πρόκειται για ένδειξη γενικευμένης δυσπιστίας απέναντι στην οικονομική πολιτική πρόταση του κομματικού συστήματος. Η ΝΔ διατηρεί σχετικό προβάδισμα σε ζητήματα ανάπτυξης και οικονομικής διαχείρισης, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει ευρεία εμπιστοσύνη. Η ΕΛΑΣ εμφανίζεται πιο ανταγωνιστική σε ζητήματα κοινωνικής προστασίας, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνει συνολικά πειστική εναλλακτική οικονομική πρόταση.
Το ΠΑΣΟΚ, παρά την προσπάθεια ανάδειξης προγραμματικού λόγου, δεν φαίνεται να έχει καταφέρει να διαφοροποιηθεί αποφασιστικά. Το συμπέρασμα είναι ότι η οικονομία αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης και τη μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία της αντιπολίτευσης. Οι πολίτες ζητούν λύσεις, αλλά δεν φαίνεται να έχουν πειστεί ότι κάποιος διαθέτει ένα επαρκώς αξιόπιστο σχέδιο.
Καταλληλότερος πρωθυπουργός: Πρώτος ο Μητσοτάκης, δεύτερος ο «κανένας»
Στον δείκτη καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 28,5%. Ακολουθεί η επιλογή "κανένας" με 18,6%, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας συγκεντρώνει 14,8% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 9,4%. Ο Δημήτρης Κουτσούμπας βρίσκεται στο 5,2%, ο Κυριάκος Βελόπουλος στο 5,1% και η Ζωή Κωνσταντοπούλου στο 4,8%. Η πρωτιά του σημερινού πρωθυπουργού είναι σαφής. Ωστόσο, το ποσοστό του "κανένα" είναι πολιτικά αξιοσημείωτο.
Σχεδόν ένας στους πέντε ερωτηθέντες δεν αναγνωρίζει κάποιο από τα εξεταζόμενα πρόσωπα ως κατάλληλο για την πρωθυπουργία. Αυτό αποτυπώνει ένα έλλειμμα πολιτικής εκπροσώπησης που δεν περιορίζεται στην κομματική προτίμηση. Η σύγκριση Μητσοτάκη–Τσίπρα παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον: ο πρώτος συγκεντρώνει σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον δεύτερο. Παρά τη σημαντική παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική συζήτηση, το εύρημα δείχνει ότι η δυνατότητα επανεμφάνισής του ως κυβερνητικής εναλλακτικής δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ισοδύναμη πρωθυπουργική απήχηση.
Το ενδεχόμενο κόμματος Σαμαρά: Δυνητική απήχηση 10,5%, αλλά περιορισμένη βεβαιότητα ψήφου
Η έρευνα εξετάζει και την πιθανότητα δημιουργίας νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Το 3,2% δηλώνει ότι είναι πολύ πιθανό να το ψηφίσει και το 7,3% αρκετά πιθανό. Η συνολική δυνητική απήχηση διαμορφώνεται έτσι στο 10,5%. Αντίθετα, το 74,5% απαντά ότι δεν είναι καθόλου πιθανό να το ψηφίσει και το 11,5% λίγο πιθανό. Τα στοιχεία αυτά χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Το 10,5% δεν αποτελεί πρόθεση ψήφου ούτε πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος. Είναι το άθροισμα δύο κατηγοριών πιθανότητας ψήφου σε ένα υποθετικό πολιτικό εγχείρημα.
Η πραγματική εκλογική του απήχηση θα εξαρτηθεί από το αν θα ιδρυθεί το κόμμα, την πολιτική του πρόταση, τα πρόσωπα που θα το πλαισιώσουν και τη συγκυρία κατά την οποία θα διεκδικήσει ψήφο. Προς το παρόν, τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια δυνητική εκλογική δεξαμενή, αλλά όχι επαρκής βάση για να προεξοφληθεί η συγκρότηση ισχυρού νέου πολιτικού πόλου.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τις επόμενες εκλογές
Η δημοσκόπηση της GPO περιγράφει ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο συνυπάρχουν τέσσερις τάσεις.
Πρώτον, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται καθαρά, αλλά χωρίς να έχει αποκαταστήσει την εκλογική της ισχύ σε επίπεδα που θα καθιστούσαν πιθανή την αυτοδυναμία με τα σημερινά δεδομένα.
Δεύτερον, η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη, με την ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ να διεκδικούν τη δεύτερη θέση, αλλά χωρίς κάποιο από τα δύο να αναδεικνύεται σε κυρίαρχη κυβερνητική εναλλακτική.
Τρίτον, η οικονομική δυσαρέσκεια είναι εκτεταμένη και αγγίζει βασικές ανάγκες των νοικοκυριών. Ωστόσο, δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη εμπιστοσύνη προς την αντιπολίτευση.
Τέταρτον, οι πολίτες εκφράζουν ταυτόχρονα επιθυμία πολιτικής αλλαγής και προτίμηση για αυτοδύναμη κυβέρνηση, χωρίς να διαμορφώνουν προς το παρόν έναν εκλογικό συσχετισμό που να ικανοποιεί και τις δύο επιθυμίες.
Αυτή η τελευταία αντίφαση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, το πολιτικό ερώτημα ενδέχεται να μετατοπιστεί από το ποιος εκφράζει καλύτερα τη δυσαρέσκεια στο ποιος μπορεί να εξασφαλίσει αποτελεσματική διακυβέρνηση. Και εκεί η μάχη θα κριθεί όχι μόνο από τις κομματικές ταυτότητες, αλλά από την αξιοπιστία των οικονομικών προτάσεων, την ποιότητα της ηγεσίας και τη δυνατότητα συγκρότησης μιας πειστικής κυβερνητικής λύσης.
Η δημοσκόπηση δεν περιγράφει μια κοινωνία ικανοποιημένη από την κυβέρνηση. Περιγράφει μια κοινωνία που αναζητά αλλαγή, χωρίς να έχει αποφασίσει ποιος μπορεί να την υλοποιήσει. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα που αναδεικνύεται από τα ευρήματα της GPO.
Add comment
Comments