Δημοσκόπηση Interview: Πρώτη η ΝΔ με 30,1% - Οριακή η διαφορά ΠΑΣΟΚ-ΕΛΑΣ

Published on October 26, 2026 at 2:24 AM

Η νέα πανελλαδική έρευνα της Interview για το POLITIC αποκαλύπτει τρεις παράλληλες πραγματικότητες: την εκλογική υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας, την αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει και τη βαθιά οικονομική δυσαρέσκεια των νοικοκυριών. Το 46% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση, το 44% συγκυβέρνηση, ενώ έξι στους δέκα δεν εμπιστεύονται ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε την ΕΛ.Α.Σ. ως αξιόπιστη αντιπολίτευση.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η νέα δημοσκόπηση της Interview για το POLITIC, που δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2026, παρουσιάζει μια πολιτική εικόνα με σημαντικές αντιφάσεις. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί ευρύ προβάδισμα έναντι των πολιτικών ανταγωνιστών της, χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται από αντίστοιχη κοινωνική συναίνεση για την οικονομική πολιτική. Στην εκτίμηση ψήφου, η ΝΔ συγκεντρώνει 30,1%, αφήνοντας στη δεύτερη θέση την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) με 15,4% και στην τρίτη το ΠΑΣΟΚ με 14,3%. Η απόσταση μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος φτάνει τις 14,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Ωστόσο, η ίδια έρευνα καταγράφει ότι το 63% των πολιτών αποδίδει στην κυβέρνηση την κύρια ευθύνη για την ακρίβεια. Παράλληλα, το εκλογικό σώμα εμφανίζεται σχεδόν ισομερώς διαιρεμένο ανάμεσα στην αυτοδυναμία και τις κυβερνήσεις συνεργασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνθετο πολιτικό τοπίο: η κυβερνητική παράταξη προηγείται καθαρά στην εκλογική προτίμηση, αλλά η υπεροχή αυτή δεν συνεπάγεται απεριόριστη εμπιστοσύνη στους χειρισμούς της.

Αυτοδυναμία ή συγκυβέρνηση; Η διαφορά περιορίζεται στις δύο μονάδες

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της δημοσκόπησης αφορά την προτίμηση των πολιτών για τον τρόπο σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης.

Η διαφορά των δύο ποσοστιαίων μονάδων είναι περιορισμένη και δεν επιτρέπει να εξαχθεί συμπέρασμα για σαφή κοινωνική υπεροχή ενός από τα δύο μοντέλα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι η επιλογή αυτοδυναμίας δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την υποστήριξη της σημερινής κυβέρνησης. Ένας πολίτης μπορεί να επιθυμεί ισχυρή μονοκομματική κυβέρνηση, αλλά να προτιμά διαφορετικό κόμμα στην εξουσία. Αντίστοιχα, η υποστήριξη μιας κυβέρνησης συνεργασίας δεν αποκαλύπτει από μόνη της ποιον πολιτικό συνδυασμό θεωρεί αποδεκτό ο ερωτώμενος.

Η δημοσκόπηση, επομένως, αποτυπώνει την προτίμηση για έναν θεσμικό τρόπο διακυβέρνησης και όχι συγκεκριμένη εντολή για τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης. Υπάρχει, όμως, ένα δεύτερο εύρημα που φωτίζει διαφορετικά το ζήτημα. Το 54% των ερωτηθέντων προτιμά να προκύψει κυβέρνηση ύστερα από μία εκλογική αναμέτρηση, έναντι 38% που θεωρεί προτιμότερη τη διεξαγωγή δύο αναμετρήσεων. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι, ανεξάρτητα από την προτίμηση για αυτοδυναμία ή συνεργασίες, ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος επιθυμεί να αποφεύγεται η παρατεταμένη εκλογική αβεβαιότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι προτιμούν μία εκλογική αναμέτρηση υποστηρίζουν την αυτοδυναμία. Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί επίσης να σχηματιστεί μετά την πρώτη κάλπη. Το βασικό μήνυμα είναι διαφορετικό: οι πολίτες εμφανίζονται περισσότερο αποφασισμένοι ως προς την ανάγκη γρήγορου σχηματισμού κυβέρνησης παρά ως προς τη μονοκομματική ή συνεργατική μορφή της.

Η εκτίμηση ψήφου: Η ΝΔ στο 30,1%, μάχη ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση

Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία καταγράφει μικρή ενίσχυση σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση της Interview, από 29,6% σε 30,1%. Αντίθετα, η ΕΛ.Α.Σ. υποχωρεί από 15,7% σε 15,4%, ενώ το ΠΑΣΟΚ από 14,6% σε 14,3%. Οι μεταβολές αυτές είναι περιορισμένες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βέβαιες μετακινήσεις ψηφοφόρων, ιδίως χωρίς λεπτομερή στατιστική ανάλυση της διαφοράς μεταξύ των δύο ερευνών.

Η κατανομή δείχνει ότι δέκα κόμματα βρίσκονται πάνω από το εκλογικό όριο του 3%, εφόσον τα ποσοστά της εκτίμησης ψήφου επαληθεύονταν στην κάλπη. Πρόκειται για ενδεχόμενο σημαντικού κοινοβουλευτικού κατακερματισμού. Η παρουσία περισσότερων κομμάτων στη Βουλή αυξάνει την πολυπλοκότητα των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, ενώ μπορεί να περιορίζει τις δυνατότητες επίτευξης αυτοδυναμίας.

Δεν αρκεί, ωστόσο, η εκτίμηση ψήφου για να προβλεφθεί με βεβαιότητα η κατανομή των εδρών. Αυτή εξαρτάται από τα τελικά ποσοστά, τον αριθμό των κομμάτων που θα περάσουν το όριο εισόδου, το ποσοστό ψήφων που θα μείνει εκτός Βουλής και την εφαρμογή του εκλογικού νόμου.

Πρόθεση ψήφου: Προβάδισμα 13,4 μονάδων για τη Νέα Δημοκρατία

Στην πρόθεση ψήφου, δηλαδή πριν από την αναγωγή που χρησιμοποιείται στην εκτίμηση, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 27,4%. Το 9,1% των αναποφάσιστων αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα αβεβαιότητας. Η τελική τους συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει τις εκλογικές αποστάσεις, ιδιαίτερα μεταξύ κομμάτων με μικρές διαφορές. Η δεύτερη θέση παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον. Η ΕΛ.Α.Σ. προηγείται του ΠΑΣΟΚ κατά μία ποσοστιαία μονάδα στην πρόθεση ψήφου και κατά 1,1 μονάδες στην εκτίμηση. Οι αποστάσεις αυτές είναι μικρές σε σχέση με τη συνολική αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις δημοσκοπήσεις και δεν δικαιολογούν την αντιμετώπιση της δεύτερης θέσης ως οριστικά παγιωμένης.

Το παράδοξο της αντιπολίτευσης: Το ΠΑΣΟΚ θεωρείται πιο αξιόπιστο, αλλά η ΕΛ.Α.Σ. προηγείται εκλογικά

Η δημοσκόπηση περιλαμβάνει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερώτημα για την αξιοπιστία της αντιπολίτευσης.

Στη σύγκριση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ., οι απαντήσεις κατανέμονται ως εξής:

Το ΠΑΣΟΚ προηγείται κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες ως προς την αντιπολιτευτική αξιοπιστία, παρότι καταγράφει χαμηλότερη εκλογική επίδοση. Η απόκλιση αυτή δείχνει ότι η αξιολόγηση της αντιπολιτευτικής λειτουργίας και η πρόθεση ψήφου δεν ταυτίζονται. Ένας ψηφοφόρος μπορεί να αναγνωρίζει σε ένα κόμμα μεγαλύτερη θεσμική αξιοπιστία, αλλά να επιλέγει διαφορετικό κόμμα για λόγους ιδεολογίας, πολιτικής ταύτισης ή προσδοκίας αλλαγής.

Το σημαντικότερο, πάντως, στοιχείο είναι το 60% που δεν θεωρεί κανένα από τα δύο κόμματα αξιόπιστη αντιπολίτευση. Αυτό το ποσοστό υποδηλώνει ότι η αμφισβήτηση της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εμπιστοσύνη προς τις δύο βασικές εναλλακτικές πολιτικές δυνάμεις. Πρόκειται για μια κατάσταση που ενδέχεται να εξηγεί μέρος της ανθεκτικότητας της κυβερνητικής παράταξης στις δημοσκοπήσεις, παρά την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια για την οικονομία.

Η ακρίβεια αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης

Εάν τα ευρήματα για την εκλογική προτίμηση καταγράφουν την ισχύ της κυβέρνησης έναντι των αντιπάλων της, οι απαντήσεις για την ακρίβεια αποκαλύπτουν την έκταση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Το 63% θεωρεί ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει την κύρια ευθύνη για την ακρίβεια, ενώ το 34% αποδίδει το πρόβλημα στις διεθνείς συγκρούσεις. Η διαφορά φτάνει τις 29 ποσοστιαίες μονάδες. Η ερμηνεία χρειάζεται προσοχή: οι διεθνείς τιμές ενέργειας, οι γεωπολιτικές εντάσεις, το κόστος μεταφορών και οι συνθήκες παραγωγής επηρεάζουν πράγματι τον πληθωρισμό. Το δημοσκοπικό εύρημα δεν αποτελεί οικονομική ανάλυση των αιτίων του.

Αποτυπώνει, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό από πολιτική άποψη: ποιον θεωρούν οι πολίτες υπεύθυνο για την οικονομική πίεση που βιώνουν.

Και σε αυτό το πεδίο η κυβέρνηση αντιμετωπίζει σαφές πρόβλημα εμπιστοσύνης. Η απόδοση ευθύνης συνδέεται με τις προσδοκίες των πολιτών για τις δυνατότητες της οικονομικής πολιτικής να περιορίσει τις συνέπειες της ακρίβειας, ακόμη και όταν μέρος των αρχικών πληθωριστικών πιέσεων προέρχεται από το εξωτερικό.

Πώς αλλάζουν οι καταναλωτικές συνήθειες των νοικοκυριών

Η έρευνα δεν περιορίζεται στην καταγραφή της δυσαρέσκειας. Παρουσιάζει συγκεκριμένες προσαρμογές στην καθημερινή οικονομική συμπεριφορά.

Η διαπίστωση ότι περισσότεροι από ένας στους τέσσερις περιορίζουν τη χρήση θέρμανσης ή κλιματισμού δείχνει πως η πίεση δεν αφορά αποκλειστικά προαιρετικές δαπάνες. Επεκτείνεται σε υπηρεσίες που συνδέονται με τις βασικές συνθήκες διαβίωσης. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το 13% που δηλώνει δυσκολία στην πληρωμή των λογαριασμών ενέργειας. Η ενεργειακή επιβάρυνση μπορεί να επηρεάζει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, καθώς οι βασικές ενεργειακές ανάγκες απορροφούν μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Η έρευνα, ωστόσο, όπως παρουσιάζεται στα δημοσιευμένα στοιχεία, δεν παρέχει εδώ αναλυτική εισοδηματική κατανομή των συγκεκριμένων απαντήσεων.

Τι σημαίνουν τα αποτελέσματα για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση

Η δημοσκόπηση επιβεβαιώνει ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει διαχρονικά η ισχυρότερη εκλογική δύναμη, ενώ η μάχη για τη δεύτερη θέση παραμένει ανταγωνιστική.

Παράλληλα, η παρουσία πολλών κομμάτων κοντά ή πάνω από το όριο του 3% καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη σύνθεση της επόμενης Βουλής. Η αυτοδυναμία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ποσοστό του πρώτου κόμματος. Επηρεάζεται επίσης από το ποσοστό των ψήφων που κατευθύνεται σε κόμματα εκτός Βουλής και από τη λειτουργία του συστήματος κατανομής εδρών.

Συνεπώς, το 30,1% της Νέας Δημοκρατίας στην εκτίμηση ψήφου δεν πρέπει να παρουσιάζεται ούτε ως εγγύηση αυτοδυναμίας ούτε ως οριστική πρόβλεψη για το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ίδια προσοχή απαιτείται και στην ερμηνεία των ποσοστών για το κυβερνητικό μοντέλο. Η προτίμηση του 46% υπέρ της αυτοδυναμίας δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι θα υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση.


Add comment

Comments

There are no comments yet.