ΔΝΤ: Η Ευρώπη χρειάζεται δημοσιονομική προσαρμογή 3,5% του ΑΕΠ – Το τέλος των εύκολων υποσχέσεων

Published on October 16, 2026 at 2:24 AM

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δυσάρεστη οικονομική πραγματικότητα. Οι κυβερνήσεις της σχεδιάζουν δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 2% του ΑΕΠ, αλλά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι περίπου τα τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών χωρών χρειάζονται, κατά μέσο όρο, προσαρμογή 3,5%, σε συνδυασμό με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η προειδοποίηση που η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η δημοσιονομική πολιτική παύει να είναι ζήτημα πολιτικών προτιμήσεων και μετατρέπεται σε ζήτημα αριθμητικής. Οι κυβερνήσεις μπορούν να διαφωνούν για το ύψος των φόρων, την έκταση των κοινωνικών παροχών, τις δημόσιες επενδύσεις και τον ρόλο του κράτους στην οικονομία.

Μπορούν να υπόσχονται καλύτερες υπηρεσίες υγείας, υψηλότερες συντάξεις, ισχυρότερη άμυνα, φθηνότερη ενέργεια και περισσότερες επιδοτήσεις. Δεν μπορούν, όμως, να καταργήσουν τον περιορισμό που επιβάλλει η σχέση ανάμεσα στους διαθέσιμους πόρους και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν.

Αυτό ακριβώς υπενθυμίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στη νέα του έκθεση για την ευρωπαϊκή οικονομία, που παρουσιάστηκε στις 16 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των ετήσιων συνεδριάσεων του Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ.

Η κεντρική διαπίστωση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Περίπου τα τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών χωρών χρειάζονται έναν συνδυασμό μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και δημοσιονομικής προσαρμογής που θα περιορίσει τα ελλείμματα. Το απαιτούμενο μέγεθος της προσαρμογής υπολογίζεται, κατά μέσο όρο, σε 3,5% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Αντίθετα, τα δημοσιονομικά σχέδια που έχουν συμφωνήσει οι χώρες της ΕΕ με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπουν προσαρμογή περίπου 2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο. Τα δύο ποσοστά αφορούν διαφορετικά σύνολα χωρών και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως ακριβές ενιαίο έλλειμμα προσαρμογής 1,5 μονάδας για κάθε κράτος. Η σύγκρισή τους, ωστόσο, αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις δημοσιονομικές ανάγκες και στον σχεδιασμό των κυβερνήσεων.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι μια δεύτερη εκτίμηση. Περίπου το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών χωρών ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή μεγαλύτερη από 5% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μέγεθος που, σύμφωνα με το Ταμείο, υπερβαίνει όσα έχουν αποδειχθεί γενικά εφικτά στο παρελθόν.

Και εδώ η έκθεση περνά από τη συνηθισμένη δημοσιονομική σύσταση σε μια πολύ βαθύτερη πολιτική διαπίστωση. Για ορισμένες χώρες, η λύση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μικρές διορθώσεις φόρων και δαπανών. Θα απαιτηθεί επανεξέταση της ίδιας της έκτασης της κρατικής δραστηριότητας και μεγαλύτερος ρόλος του ιδιωτικού τομέα.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη φράση ολόκληρης της έκθεσης. Το ΔΝΤ ουσιαστικά προειδοποιεί ότι ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη έχουν αναλάβει υποχρεώσεις που δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν με ασφάλεια, εάν δεν αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας των οικονομιών τους.

Η προειδοποίηση δεν αφορά μόνο τις υπερχρεωμένες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου. Το πρόβλημα είναι ευρύτερο. Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις δαπάνες για συντάξεις, υγεία και μακροχρόνια φροντίδα.

Η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος δημιουργεί νέες ανάγκες για άμυνα και ασφάλεια. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε παραγωγή, δίκτυα και υποδομές. Και οι οικονομικές κρίσεις των τελευταίων ετών έχουν εδραιώσει την προσδοκία ότι το κράτος θα παρεμβαίνει για να αντισταθμίζει ένα μεγάλο μέρος κάθε νέας επιβάρυνσης.

Ο κατάλογος των υποχρεώσεων διευρύνεται. Η παραγωγική βάση που καλείται να τις χρηματοδοτήσει δεν μεγαλώνει με αντίστοιχο ρυθμό. Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Ματέους Στσούρεκ, προειδοποίησε ότι, χωρίς αλλαγές πολιτικής, το δημόσιο χρέος θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να φτάσει έως και το διπλάσιο του σημερινού επιπέδου του στη μέση ευρωπαϊκή οικονομία.

Δεν πρόκειται για πρόβλεψη ότι το χρέος θα διπλασιαστεί αναπόφευκτα. Είναι ένα δυσμενές μακροπρόθεσμο σενάριο αδράνειας που δείχνει τη σοβαρότητα των πιέσεων.

Το συμπέρασμα είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μια προσωρινή δυσκολία χρηματοδότησης. Αντιμετωπίζει μια διαρθρωτική απόκλιση ανάμεσα σε όσα θέλει να δαπανά και σε όσα μπορεί να παράγει.

Μια οικονομία που αναπτύσσεται με 1% δεν μπορεί να υπόσχεται τα πάντα

Η εικόνα της ανάπτυξης κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο ανησυχητικό. Το ΔΝΤ προβλέπει πραγματική αύξηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 1,1% το 2026 και 1,2% το 2027.

Παράλληλα, ο πληθωρισμός εκτιμάται στο 3,1% το 2026, στο 2,8% το 2027 και στο 2,2% το 2028.

Αυτή η πορεία δεν περιγράφει μια οικονομία που καταρρέει. Περιγράφει, όμως, μια οικονομία με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Όταν η πραγματική παραγωγή αυξάνεται με ρυθμούς κοντά στο 1%, οι δυνατότητες για διαρκή βελτίωση των εισοδημάτων, αύξηση των φορολογικών εσόδων χωρίς υψηλότερους συντελεστές και χρηματοδότηση νέων υποχρεώσεων παραμένουν περιορισμένες.

Η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει τεράστιο παραγωγικό και τεχνολογικό δυναμικό.
Έχει μεγάλες βιομηχανίες, εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο, ισχυρά πανεπιστήμια, σημαντικές αποταμιεύσεις και μια ενιαία αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών. Το πρόβλημα είναι ότι δεν αξιοποιεί αποτελεσματικά όλα αυτά τα πλεονεκτήματα.

Οι επιχειρήσεις συναντούν διαφορετικούς κανόνες, εθνικούς περιορισμούς και διοικητικά εμπόδια όταν επιχειρούν να επεκταθούν σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει κατακερματισμένη. Η δημιουργία μεγάλων, διεθνώς ανταγωνιστικών επιχειρήσεων δυσκολεύεται.

Και η αύξηση της παραγωγικότητας υπολείπεται των αναγκών μιας οικονομίας που φιλοδοξεί να διατηρήσει υψηλό βιοτικό επίπεδο και εκτεταμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα πίσω από τη δημοσιονομική προειδοποίηση του ΔΝΤ.

Δεν είναι απλώς ότι η Ευρώπη δαπανά πολλά. Είναι ότι δεν παράγει αρκετά περισσότερα ώστε να χρηματοδοτεί με άνεση όσα δαπανά.

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο: Το ίδιο το ΔΝΤ μιλά για περιορισμό της κρατικής δραστηριότητας

Για χρόνια, η ευρωπαϊκή συζήτηση γύρω από τη δημοσιονομική πολιτική περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το πόσο μεγαλύτερη ευελιξία θα έπρεπε να έχουν οι κυβερνήσεις.

Περισσότερα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις. Εξαιρέσεις για τις αμυντικές δαπάνες. Προσωρινή χαλάρωση κανόνων για την αντιμετώπιση ενεργειακών κρίσεων. Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την πράσινη μετάβαση.

Κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός για στρατηγικές προτεραιότητες. Κάθε πρόταση μπορεί να συνοδεύεται από επιχειρήματα που ακούγονται εύλογα όταν εξετάζεται μεμονωμένα. Όμως το άθροισμά τους δημιουργεί μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Κάθε νέα προτεραιότητα προστίθεται στις παλαιότερες, χωρίς απαραίτητα να συνοδεύεται από αντίστοιχη αναδιάρθρωση των δημόσιων δαπανών. Το κράτος αναλαμβάνει νέες υποχρεώσεις, ενώ διατηρεί σχεδόν ανέπαφες τις προηγούμενες. Η πολιτική συζήτηση επικεντρώνεται στο πού θα βρεθούν πρόσθετοι πόροι.

Σπανιότερα στο ποιες δραστηριότητες θα μπορούσαν να σταματήσουν, ποιες επιδοτήσεις έχουν αποτύχει, ποιες δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να οργανωθούν αποτελεσματικότερα και ποιες δραστηριότητες θα μπορούσε να αναλάβει καλύτερα ο ιδιωτικός τομέας.

Ακριβώς εδώ η νέα έκθεση του ΔΝΤ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το Ταμείο αναγνωρίζει ότι, για χώρες με πολύ μεγάλες ανάγκες προσαρμογής, ενδέχεται να μην υπάρχει ρεαλιστική λύση χωρίς επανεξέταση της έκτασης της κρατικής δραστηριότητας και μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΔΝΤ προτείνει την κατάργηση του κοινωνικού κράτους. Ούτε ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν. Σημαίνει, όμως, κάτι που η ευρωπαϊκή πολιτική συζήτηση συχνά αποφεύγει. Δεν είναι δυνατόν το κράτος να αποτελεί την προεπιλεγμένη λύση για κάθε οικονομικό πρόβλημα, όταν η χρηματοδότησή του έχει μετατραπεί η ίδια σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά προβλήματα.

Η κοινωνική προστασία έχει πραγματική αξία. Το ίδιο και η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση, η ασφάλεια και οι υποδομές. Αλλά η αξία ενός σκοπού δεν καθιστά αυτομάτως αποτελεσματικό κάθε τρόπο χρηματοδότησης ή υλοποίησής του.
Μια δημόσια δαπάνη δεν γίνεται παραγωγική επειδή χαρακτηρίζεται κοινωνική. Μια επιδότηση δεν γίνεται επιτυχημένη επειδή αποσκοπεί στην προστασία μιας ομάδας. Και μια δημόσια επένδυση δεν δημιουργεί ανάπτυξη μόνο και μόνο επειδή εγγράφεται στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Η αποτελεσματικότητα πρέπει να αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα. Όχι από τις προθέσεις.

Όταν ζητάς από τον μηχανισμό που δημιούργησε το πρόβλημα να το λύσει με περισσότερους πόρους

Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο επίμονες αντιφάσεις της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Όταν μια δημόσια υπηρεσία υπολειτουργεί, η πρώτη πολιτική απάντηση είναι συχνά να αυξηθεί η χρηματοδότησή της. Όταν μια επιδοτούμενη δραστηριότητα δεν γίνεται ανταγωνιστική, προτείνεται μια νέα επιδότηση.

Όταν μια βιομηχανία δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό, η συζήτηση μεταφέρεται σε κρατικά προγράμματα στήριξης. Και όταν οι δημόσιες δαπάνες αυξάνουν το έλλειμμα, αναζητείται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος. Αυτός ο μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει προσωρινά. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί διαρκή στρατηγική.

Αν η βασική αιτία ενός προβλήματος είναι η γραφειοκρατία, η χαμηλή παραγωγικότητα, η απουσία ανταγωνισμού ή τα λανθασμένα οικονομικά κίνητρα, η πρόσθετη χρηματοδότηση δεν αντιμετωπίζει αναγκαστικά την αιτία.

Μπορεί απλώς να χρηματοδοτεί τη συνέχισή της. Στην περίπτωση αυτή, οι πόροι αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη βελτίωση του αποτελέσματος. Και η οικονομία καταλήγει να πληρώνει ολοένα περισσότερο για υπηρεσίες ή δραστηριότητες των οποίων η απόδοση δεν βελτιώνεται ανάλογα.

Η λύση δεν είναι να περιορίζονται οριζόντια όλες οι δημόσιες δαπάνες. Μια τέτοια πολιτική θα μπορούσε να καταστρέψει παραγωγικές επενδύσεις και αναγκαίες κοινωνικές υπηρεσίες. Η λύση είναι να επανεξετάζεται η χρησιμότητα, η αποτελεσματικότητα και το κόστος κάθε παρέμβασης.

Να διακόπτονται οι αποτυχημένες πολιτικές. Να ενισχύεται ο ανταγωνισμός όπου μπορεί να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες.

Να αξιολογούνται οι δημόσιοι οργανισμοί με μετρήσιμα αποτελέσματα. Και να προστατεύονται οι πραγματικά ευάλωτοι χωρίς να δημιουργούνται μόνιμα αντικίνητρα για εργασία, επένδυση και παραγωγή.

Το ερώτημα δεν είναι εάν χρειαζόμαστε περισσότερο ή λιγότερο κράτος ως αφηρημένη ιδεολογική επιλογή. Είναι πόσο κράτος μπορεί να χρηματοδοτήσει η οικονομία και, κυρίως, πόση πραγματική αξία δημιουργεί κάθε ευρώ που δαπανά.

Η παγίδα των επιδοτήσεων: Προσωρινή ανακούφιση, μόνιμες απαιτήσεις

Η ευρωπαϊκή εμπειρία των τελευταίων ετών προσφέρει πολλά παραδείγματα του προβλήματος. Κατά την πανδημία, οι κυβερνήσεις ανέλαβαν έκτακτες δαπάνες για να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η παρέμβαση είχε σαφή αιτιολόγηση: ένα εξαιρετικό γεγονός είχε διακόψει μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.

Στη συνέχεια, η ενεργειακή κρίση οδήγησε σε νέα προγράμματα στήριξης. Η αύξηση των τιμών δημιούργησε πραγματικές δυσκολίες, ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδήματα και τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Όμως οι ευρείες επιδοτήσεις κατανάλωσης έχουν ένα θεμελιώδες μειονέκτημα.

Μειώνουν το κόστος που αντιλαμβάνεται ο καταναλωτής χωρίς απαραίτητα να μειώνουν το πραγματικό οικονομικό κόστος του αγαθού. Η διαφορά πληρώνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εάν το μέτρο χρηματοδοτείται με δανεισμό, ένα μέρος του σημερινού κόστους μεταφέρεται στο μέλλον.

Και εάν η επιδότηση διατηρείται για μεγάλο διάστημα, μπορεί να περιορίσει τα κίνητρα εξοικονόμησης, προσαρμογής ή επένδυσης σε εναλλακτικές λύσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλειφθούν οι ευάλωτοι πολίτες όταν οι τιμές αυξάνονται απότομα.

Σημαίνει ότι η στήριξη πρέπει να είναι στοχευμένη, προσωρινή και σχεδιασμένη ώστε να μην καταργεί τα οικονομικά κίνητρα. Η διαφορά είναι τεράστια. Άλλο είναι να στηρίζεις ένα νοικοκυριό που αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες. Και άλλο να επιδοτείς οριζόντια την κατανάλωση, ανεξάρτητα από εισόδημα, ανάγκη και δυνατότητα προσαρμογής.

Στη δεύτερη περίπτωση, το κράτος μπορεί να καταλήξει να επιδοτεί και όσους δεν χρειάζονται πραγματικά τη βοήθεια. Ενώ παράλληλα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος. Η γήρανση του πληθυσμού μετατρέπει το πρόβλημα σε διαρθρωτικό Μια ενεργειακή κρίση μπορεί να υποχωρήσει. Μια ύφεση μπορεί να ολοκληρωθεί. Μια προσωρινή αύξηση των αμυντικών δαπανών μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να περιοριστεί.

Η δημογραφική γήρανση, όμως, δεν αποτελεί προσωρινή διαταραχή. Είναι μια μακροχρόνια μεταβολή στη σύνθεση του πληθυσμού. Όσο αυξάνεται το ποσοστό των ηλικιωμένων και περιορίζεται αναλογικά ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας, τα δημόσια συστήματα συντάξεων και υγείας αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις.

Περισσότεροι πολίτες χρειάζονται συντάξεις και υπηρεσίες υγείας. Λιγότεροι εργαζόμενοι, αναλογικά, καλούνται να στηρίξουν τη χρηματοδότησή τους. Εάν η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται αρκετά, το πρόβλημα γίνεται δυσκολότερο. Η οικονομία πρέπει να χρηματοδοτεί περισσότερες υποχρεώσεις με μικρότερη σχετική παραγωγική βάση.

Και εδώ οι κυβερνήσεις έχουν περιορισμένες επιλογές.

Μπορούν να αυξήσουν φόρους ή εισφορές. Μπορούν να περιορίσουν ορισμένες παροχές. Μπορούν να προσαρμόσουν σταδιακά τα όρια συνταξιοδότησης και τους κανόνες του συστήματος. Μπορούν να ενισχύσουν τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και να προσελκύσουν ανθρώπινο κεφάλαιο.

Κυρίως, όμως, χρειάζονται υψηλότερη παραγωγικότητα. Διότι μια οικονομία που παράγει περισσότερο ανά εργαζόμενο μπορεί να χρηματοδοτεί υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας χωρίς να αυξάνει διαρκώς τα φορολογικά βάρη. Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα των συντάξεων δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους εργαζομένους και στους συνταξιούχους.

Είναι πρωτίστως συζήτηση για την ικανότητα της οικονομίας να παράγει επαρκή πλούτο.

Δημόσιο χρέος: Η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να χάνει δημοσιονομικό χώρο

Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί από 82,8% του ΑΕΠ το 2025 σε 85,3% το 2027.

Στην Ευρωζώνη, όπου οι χώρες μοιράζονται το ίδιο νόμισμα και την ίδια νομισματική πολιτική, η αντίστοιχη αύξηση εκτιμάται από 88,7% σε 91,2%. Η αύξηση μπορεί να φαίνεται περιορισμένη. Όμως η τάση έχει σημασία.

Το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο όταν φτάνει σε κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ. Η βιωσιμότητά του εξαρτάται επίσης από τον ρυθμό ανάπτυξης, το κόστος εξυπηρέτησης, τη διάρκεια αποπληρωμής και την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής.

Μια χώρα με υψηλό χρέος, ισχυρή ανάπτυξη και μακροχρόνια χρηματοδότηση μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από μια χώρα με χαμηλότερο χρέος αλλά επίμονα μεγάλα ελλείμματα και υψηλό κόστος δανεισμού. 

Αυτό εξηγεί γιατί η χαμηλή ανάπτυξη αποτελεί τόσο σοβαρό πρόβλημα για την Ευρώπη. Εάν η παραγωγή αυξάνεται αργά και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό, η διατήρηση των δημοσιονομικών ισορροπιών γίνεται δυσκολότερη. Και όσο καθυστερεί η προσαρμογή, τόσο περισσότερα δημόσια έσοδα μπορεί να χρειάζονται για την εξυπηρέτηση του παλαιότερου χρέους.

Οι πόροι αυτοί δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για άλλες ανάγκες. Το κράτος αποκτά μικρότερη δυνατότητα να χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις ή να ανταποκρίνεται σε μια νέα κρίση. Το πραγματικό κόστος του υψηλού χρέους δεν είναι μόνο οι τόκοι που πληρώνουμε σήμερα. Είναι και οι επιλογές που στερούμαστε αύριο.

Η Γαλλία προσφέρει ήδη μια προειδοποίηση

Η σημερινή εικόνα της γαλλικής αγοράς ομολόγων δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να περιοριστεί η δημοσιονομική ευχέρεια μιας μεγάλης ευρωπαϊκής οικονομίας. Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έχει προσεγγίσει το 4,9%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών. Το περιθώριο απόδοσης έναντι των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων κινείται κοντά στις 140 μονάδες βάσης.

Παράλληλα, η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρές πολιτικές δυσκολίες στην προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματός της. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η κατάσταση της αγοράς παραμένει διαχειρίσιμη βραχυπρόθεσμα, αλλά προειδοποιεί πως η διατήρηση υψηλών αποδόσεων θα αυξήσει την πίεση για αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή.

Η σημασία της γαλλικής περίπτωσης είναι ευρύτερη. Για πολλά χρόνια, η συζήτηση περί κινδύνου κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη επικεντρωνόταν κυρίως στις χώρες του Νότου. Σήμερα, οι ανησυχίες αφορούν και μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ένωσης. Η δημοσιονομική αξιοπιστία δεν είναι δεδομένη ούτε για τις ισχυρότερες χώρες.

Και οι αγορές μπορούν να επιβάλουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης όταν αμφισβητούν τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να εφαρμόσει το οικονομικό της πρόγραμμα.

Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη οικονομική ελευθερία

Η νέα έκθεση δεν περιορίζεται στη δημοσιονομική πειθαρχία. Επιμένει στην ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας. Και εδώ βρίσκεται η πιο ουσιαστική αναπτυξιακή της διάσταση.

Στην επίσημη ενημέρωση του ΔΝΤ στις 16 Οκτωβρίου, ο Ματέους Στσούρεκ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την καινοτομία, να διευκολύνει τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και να ολοκληρώσει την ενιαία αγορά. Προειδοποίησε επίσης ότι ο προστατευτισμός και οι γενικευμένες βιομηχανικές πολιτικές μπορούν να προσφέρουν προσωρινή προστασία, όχι όμως διατηρήσιμη ευημερία.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική επισήμανση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζεται ως ενιαία αγορά. Στην πράξη, όμως, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια όταν προσπαθούν να δραστηριοποιηθούν διασυνοριακά.

Διαφορετικά ρυθμιστικά πλαίσια, διοικητικές απαιτήσεις και περιορισμοί στη χρηματοδότηση αυξάνουν το κόστος επέκτασης. Οι μικρότερες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποκτήσουν το μέγεθος που απαιτείται για να ανταγωνιστούν διεθνώς. Και η ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων παραμένει κατακερματισμένη.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις νέες τεχνολογίες. Η Ευρώπη διαθέτει αξιόλογη έρευνα και επιστημονικό δυναμικό. Δεν καταφέρνει όμως πάντοτε να μετατρέπει τις καινοτομίες της σε μεγάλες επιχειρήσεις με παγκόσμια παρουσία. Η λύση δεν μπορεί να περιορίζεται στη δημιουργία νέων δημόσιων χρηματοδοτικών προγραμμάτων.

Χρειάζεται μια πραγματικά ενιαία αγορά, ευκολότερη πρόσβαση σε ιδιωτικά κεφάλαια, λιγότερα διοικητικά εμπόδια και μεγαλύτερη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αναπτύσσονται χωρίς να εξαρτώνται από κρατική προστασία. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια. Χρειάζεται να σταματήσει να δημιουργεί εμπόδια στην παραγωγική αξιοποίησή τους.

Τι σημαίνει αυτή η προειδοποίηση για την Ελλάδα;

Η Ελλάδα έχει ιδιαίτερο λόγο να παρακολουθεί τη συζήτηση. Το υψηλό δημόσιο χρέος της, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωσή του ως ποσοστού του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, παραμένει βασικός παράγοντας της οικονομικής της πολιτικής.

Η σχετικά ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, με μεγάλο μέρος του να βρίσκεται σε επίσημους ευρωπαϊκούς πιστωτές και να διαθέτει μακρές διάρκειες αποπληρωμής, περιορίζει τη βραχυπρόθεσμη ευαισθησία του στις μεταβολές των επιτοκίων.

Δεν καταργεί, όμως, την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Η χώρα χρειάζεται να συνεχίσει τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπίσει τα δικά της διαρθρωτικά προβλήματα.

  • Τη χαμηλή παραγωγικότητα σε σημαντικούς κλάδους.
  • Τις καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης.
  • Την πολυπλοκότητα του διοικητικού και φορολογικού περιβάλλοντος.
  • Τα εμπόδια στη μεγέθυνση των επιχειρήσεων.
  • Τη δημογραφική γήρανση.
  • Και την ανάγκη μετάβασης σε ένα παραγωγικό υπόδειγμα με περισσότερες επενδύσεις, εξαγωγές και δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η εμπειρία της ελληνικής κρίσης χρέους έχει ήδη δείξει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή, όταν πραγματοποιείται υπό συνθήκες κατάρρευσης της εμπιστοσύνης και βαθιάς ύφεσης, μπορεί να έχει τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Γι' αυτό έχει σημασία η προσαρμογή να γίνεται εγκαίρως. Όχι όταν οι αγορές έχουν ήδη περιορίσει δραματικά τις διαθέσιμες επιλογές. Η Ελλάδα πρέπει επίσης να αξιοποιήσει τους ευρωπαϊκούς πόρους για τη δημιουργία διατηρήσιμης παραγωγικής ικανότητας.

Το πραγματικό κριτήριο επιτυχίας δεν είναι μόνο πόσα δισεκατομμύρια απορροφήθηκαν. Είναι πόσες παραγωγικές επενδύσεις δημιουργήθηκαν, πόσο αυξήθηκε η παραγωγικότητα και πόσο βελτιώθηκε η ανταγωνιστικότητα.

Η απορρόφηση κονδυλίων είναι διοικητικός δείκτης. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι οικονομικό αποτέλεσμα. Και τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται.

Το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα: Οι κυβερνήσεις υπόσχονται σήμερα, οι φορολογούμενοι πληρώνουν αύριο

Η προειδοποίηση του ΔΝΤ αναδεικνύει τελικά ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τις τεχνικές λεπτομέρειες της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι δημοκρατικές κυβερνήσεις λειτουργούν μέσα σε εκλογικούς κύκλους. Οι οικονομικές συνέπειες πολλών αποφάσεών τους εκτείνονται πολύ πέρα από αυτούς. Μια αύξηση δημόσιων παροχών μπορεί να αποφέρει άμεσα πολιτικά οφέλη.

Το κόστος της, όμως, μπορεί να επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς για δεκαετίες. Ένα νέο πρόγραμμα επιδοτήσεων μπορεί να δημιουργήσει ευνοημένους που θα υπερασπίζονται τη διατήρησή του. Η κατάργησή του μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά δυσκολότερη από τη θέσπισή του. Και ο δημόσιος δανεισμός επιτρέπει στις κυβερνήσεις να μεταθέτουν ένα μέρος του κόστους των σημερινών αποφάσεων στους μελλοντικούς φορολογουμένους.

Αυτό δημιουργεί ένα διαρκές πρόβλημα κινήτρων. Οι κυβερνήσεις έχουν λόγους να υπερτιμούν τα άμεσα οφέλη των δαπανών και να υποτιμούν το μακροπρόθεσμο κόστος τους. Οι πολίτες, από την πλευρά τους, μπορούν εύλογα να διεκδικούν καλύτερες υπηρεσίες και κοινωνική προστασία.

Όμως καμία κοινωνία δεν μπορεί να απολαμβάνει διαρκώς δημόσιες παροχές υψηλότερης αξίας από τους πόρους που είναι διατεθειμένη και ικανή να διαθέσει για τη χρηματοδότησή τους.

Αργά ή γρήγορα, η διαφορά εμφανίζεται ως υψηλότερη φορολογία, μεγαλύτερο χρέος, πληθωριστική πίεση ή ανάγκη περικοπών. Το ζήτημα δεν είναι να εγκαταλειφθεί η κοινωνική αλληλεγγύη. Είναι να χρηματοδοτείται με τρόπο που να μπορεί να διατηρηθεί.

Ένα κοινωνικό κράτος που στηρίζεται σε διαρκώς αυξανόμενο δανεισμό δεν προστατεύει απαραίτητα τις επόμενες γενιές. Μπορεί να τους μεταφέρει έναν λογαριασμό που θα περιορίσει τις δικές τους οικονομικές δυνατότητες.

Συμπέρασμα: Η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει τι κράτος μπορεί να αντέξει

Η νέα έκθεση του ΔΝΤ δεν αποτελεί μια ακόμη συνηθισμένη σύσταση για δημοσιονομική προσοχή. Θέτει ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα για το ευρωπαϊκό οικονομικό υπόδειγμα. Μπορεί η Ευρώπη να συνεχίσει να αυξάνει τις δημόσιες υποχρεώσεις της όταν η οικονομία της αναπτύσσεται με τόσο χαμηλούς ρυθμούς;

Μπορεί να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα υψηλότερες συντάξεις, μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, ενεργειακές επιδοτήσεις, βιομηχανική προστασία και νέες δημόσιες επενδύσεις χωρίς να μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο κόστος στο μέλλον;

Και μπορεί να αντιμετωπίσει τη χαμηλή παραγωγικότητα με έναν μηχανισμό που συχνά προσθέτει περισσότερους κανόνες, περισσότερες παρεμβάσεις και περισσότερες δαπάνες; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα στη λιτότητα και στις δημόσιες δαπάνες. Βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στην παραγωγή πλούτου και στην κατανάλωσή του.

Η Ευρώπη χρειάζεται δημοσιονομική πειθαρχία. Χρειάζεται όμως εξίσου μια οικονομία που θα δημιουργεί περισσότερες επιχειρήσεις, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και υψηλότερα εισοδήματα.

Χρειάζεται κράτη που θα αξιολογούν τις δαπάνες τους, θα εγκαταλείπουν τις αναποτελεσματικές παρεμβάσεις και θα δημιουργούν χώρο για ιδιωτική πρωτοβουλία. Και χρειάζεται πολιτικές ηγεσίες που θα εξηγούν στους πολίτες ότι κάθε νέα δημόσια υπόσχεση έχει πραγματικό οικονομικό κόστος.

Η πιο σημαντική προειδοποίηση του ΔΝΤ δεν είναι το 3,5%. Ούτε το 5%. Είναι η διαπίστωση ότι η σημερινή πορεία δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς συνέπειες. Η Ευρώπη δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της χαμηλής ανάπτυξης με ένα κράτος που απαιτεί διαρκώς περισσότερους πόρους από την οικονομία την οποία υποτίθεται ότι θέλει να αναπτύξει.

Και όσο αναβάλλει αυτή τη συζήτηση, τόσο πιθανότερο είναι οι αναγκαίες αλλαγές να πραγματοποιηθούν αργότερα, με μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.


Add comment

Comments

There are no comments yet.