ΔΝΤ προς ΗΠΑ: Η ανάπτυξη δεν αρκεί για να μειωθεί το δημόσιο χρέος – Το δημοσιονομικό αδιέξοδο των μεγάλων οικονομιών

Published on September 6, 2026 at 2:24 AM

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, κυριαρχούν στην τεχνολογία και διαθέτουν το σημαντικότερο διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Κι όμως, το δημόσιο χρέος τους ξεπερνά πλέον τα $40 τρισ. και συνεχίζει να αυξάνεται. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν επαρκεί για να αναστρέψει την πορεία του.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η προειδοποίηση που καμία κυβέρνηση δεν θέλει να ακούσει

Στην Μπανγκόκ, όπου πραγματοποιούνται οι ετήσιες συνεδριάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα διατύπωσε μια προειδοποίηση που αφορά τον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής των μεγαλύτερων κρατών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στην ανάπτυξη για να μειώσουν το δημόσιο χρέος τους. Θα χρειαστούν δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ αναγνώρισε ότι η ανάπτυξη βοηθά στη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, υπογράμμισε όμως ότι δεν μπορεί να επιφέρει αρκετά γρήγορα την απαιτούμενη προσαρμογή.

Το μήνυμα απευθύνεται σε μια αμερικανική κυβέρνηση που στηρίζει σημαντικό μέρος της οικονομικής της στρατηγικής στην προσδοκία ότι η αύξηση της παραγωγικότητας, οι επενδύσεις και η οικονομική μεγέθυνση θα διευρύνουν τα φορολογικά έσοδα.

Το πρόβλημα είναι ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν τόσο μεγάλα, ώστε ακόμη και μια ισχυρή οικονομική επίδοση μπορεί να μην επαρκεί για να σταθεροποιήσει τη δυναμική του χρέους.

Το ΔΝΤ δεν περιορίστηκε σε μια γενική έκκληση για προσοχή. Στη νέα έκθεση Fiscal Monitor, που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου, προειδοποίησε ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος κατευθύνεται προς το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2029, από περίπου 94% το 2025.

Η προειδοποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα αυξανόμενες κοινωνικές υποχρεώσεις, υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, ενεργειακές παρεμβάσεις και νέες βιομηχανικές πολιτικές. Και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον όπου το χρήμα δεν είναι πλέον τόσο φθηνό όσο την προηγούμενη δεκαετία.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να δανείζονται. Είναι ότι έχουν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν τον δανεισμό ως μόνιμο υποκατάστατο των δύσκολων δημοσιονομικών αποφάσεων.

Η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ζει με ελλείμματα που θυμίζουν περίοδο κρίσης

Το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας συχνά δημιουργεί την εντύπωση ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί έχουν μικρότερη σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Στην αξιολόγησή του για την αμερικανική οικονομία, τον Απρίλιο του 2026, το ΔΝΤ προέβλεψε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα παραμείνει κοντά στο 7%–7,5% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια.

Πρόκειται για ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα για μια μεγάλη ανεπτυγμένη οικονομία που δεν βρίσκεται σε συμβατική ύφεση. Ακόμη σημαντικότερη είναι η προβλεπόμενη πορεία του χρέους.

ΗΠΑ: Η προβλεπόμενη πορεία του δημόσιου χρέους

Ακαθάριστο χρέος γενικής κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ | 2025–2031
145% 140% 135% 130% 125% 120% 123,9% 125,8% 128,7% 132,1% 135,3% 138,5% 141,5% 2025 2026 2027 2028 2029 2030 2031
+17,6 ποσοστιαίες μονάδες αύξηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ από το 2025 έως το 2031.
Το χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 123,9% σε 141,5% του ΑΕΠ.
Πηγή: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), 2026 Article IV Consultation — United States, 1 Απριλίου 2026.
Οι τιμές αποτελούν προβλέψεις και όχι πραγματοποιημένα δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Γράφημα: Greece2Day

Η πρόβλεψη είναι εντυπωσιακή. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξάνεται από 123,9% του ΑΕΠ το 2025 σε 141,5% το 2031. Αύξηση 17,6 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε έξι χρόνια. Και μάλιστα σε μια οικονομία που το ΔΝΤ δεν θεωρεί ότι θα παραμείνει στάσιμη.

Αυτό ακριβώς αποκαλύπτει την αδυναμία του επιχειρήματος ότι η ανάπτυξη θα λύσει αυτομάτως το δημοσιονομικό πρόβλημα. Μπορεί μια οικονομία να αναπτύσσεται και το δημόσιο χρέος της να γίνεται ταυτόχρονα λιγότερο βιώσιμο.

Δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Αρκεί οι κρατικές δαπάνες και οι τόκοι να αυξάνονται ταχύτερα από την ικανότητα της οικονομίας να τους χρηματοδοτεί.

Η εξίσωση του χρέους που οι πολιτικοί προτιμούν να αγνοούν

Η δυναμική του δημόσιου χρέους εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, από το ύψος του ήδη συσσωρευμένου χρέους. Δεύτερον, από τη σχέση ανάμεσα στο επιτόκιο δανεισμού και στον ρυθμό ονομαστικής ανάπτυξης της οικονομίας. Και τρίτον, από το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα, δηλαδή από το εάν το κράτος δαπανά περισσότερα ή λιγότερα από όσα εισπράττει, πριν από τους τόκους.

Η βασική λογική μπορεί να αποτυπωθεί ως εξής:

Η οικονομική σημασία της είναι απλή. Όταν το επιτόκιο είναι υψηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης, το υπάρχον χρέος ασκεί ανοδική πίεση στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Για να αντισταθμιστεί αυτή η πίεση, απαιτείται επαρκές πρωτογενές πλεόνασμα.

Αντίθετα, όταν η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από το αποτελεσματικό κόστος δανεισμού, η δυναμική γίνεται ευνοϊκότερη. Αλλά ακόμη και τότε, μεγάλα και επίμονα πρωτογενή ελλείμματα μπορούν να αυξάνουν το χρέος.

Η ανάπτυξη, επομένως, δεν αποτελεί μαγική λύση. Αποτελεί έναν από τους παράγοντες της εξίσωσης. Και κανένας από τους υπόλοιπους δεν εξαφανίζεται επειδή μια κυβέρνηση προβλέπει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Το παράδειγμα που δείχνει γιατί η ανάπτυξη δεν αρκεί

Ας υποθέσουμε ότι μια οικονομία διαθέτει δημόσιο χρέος ίσο με το 125% του ΑΕΠ. Το αποτελεσματικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους είναι 5% και ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης 4%. Ακόμη και με μηδενικό πρωτογενές έλλειμμα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα αυξηθεί.

Εάν, επιπλέον, το κράτος εμφανίζει πρωτογενές έλλειμμα 2% του ΑΕΠ, η αύξηση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Πόσο αυξάνεται το δημόσιο χρέος όταν η ανάπτυξη δεν επαρκεί;

Διαδραστικό οικονομικό υπόδειγμα. Αρχικό χρέος: 125% του ΑΕΠ. Αποτελεσματικό επιτόκιο: 5%. Πρωτογενές έλλειμμα: 2% του ΑΕΠ.
4,0%
0% 5% 10%
Αρχικό χρέος / ΑΕΠ 125%
Χρέος / ΑΕΠ μετά από ένα έτος 128,20%
Μεταβολή χρέους +3,20 μονάδες ΑΕΠ
Με ανάπτυξη 4,0%, το δημόσιο χρέος αυξάνεται από 125% σε 128,20% του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τους τόκους και το πρωτογενές έλλειμμα.
Μαθηματικό υπόδειγμα:
dt+1 = [(1 + r) / (1 + g)] × dt − p
Μεθοδολογία: Το r είναι το αποτελεσματικό ονομαστικό επιτόκιο, το g η ονομαστική ανάπτυξη, το d ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ και το p το πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρωτογενές έλλειμμα 2% αντιστοιχεί σε p = −2 ποσοστιαίες μονάδες.

Το διάγραμμα αποτελεί υποθετικό εκπαιδευτικό παράδειγμα και όχι πρόβλεψη για την αμερικανική οικονομία.
Greece2Day | Open University

Με ονομαστική ανάπτυξη 4%, το χρέος αυξάνεται στο 128,2% του ΑΕΠ μέσα σε ένα έτος. Ακόμη και με ονομαστική ανάπτυξη 6%, εξακολουθεί να αυξάνεται, φτάνοντας περίπου στο 125,8%.

Η εξήγηση είναι ότι το πρωτογενές έλλειμμα συνεχίζει να προσθέτει νέες δανειακές υποχρεώσεις. Το συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την οικονομική πολιτική. Η ανάπτυξη μπορεί να κάνει το χρέος ευκολότερα διαχειρίσιμο. Δεν μπορεί όμως να αντισταθμίζει επ' αόριστον οποιοδήποτε ύψος δημόσιου ελλείμματος.

Οι ΗΠΑ έχουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Αλλά δεν είναι απεριόριστο

Η αμερικανική οικονομία διαφέρει ουσιαστικά από τις περισσότερες υπερχρεωμένες οικονομίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δανείζονται στο δικό τους νόμισμα. Το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο διεθνές αποθεματικό νόμισμα, ενώ τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν βασικό στοιχείο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αυτά τα χαρακτηριστικά προσφέρουν στις ΗΠΑ μεγαλύτερη χρηματοδοτική ευελιξία από εκείνη που διαθέτουν πολλές άλλες χώρες. Δεν καταργούν, όμως, τους οικονομικούς περιορισμούς. Η έκδοση περισσότερου χρέους μπορεί να αυξήσει την απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές. Το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης περιορίζει τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια.

Και η προσπάθεια χρηματοδότησης μεγάλων ελλειμμάτων μέσω νομισματικής επέκτασης μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να επιδεινώσει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Η δυνατότητα μιας χώρας να εκδίδει το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένο το χρέος της μειώνει τον κίνδυνο ακούσιας ονομαστικής αθέτησης πληρωμών. Δεν εξαφανίζει όμως τον κίνδυνο απώλειας αγοραστικής δύναμης, αύξησης των επιτοκίων ή υποχώρησης της εμπιστοσύνης. Και εδώ βρίσκεται το όριο της αμερικανικής δημοσιονομικής εξαίρεσης.

Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ μπορούν να δανείζονται ευκολότερα από άλλες χώρες δεν σημαίνει ότι κάθε πρόσθετος δανεισμός είναι οικονομικά παραγωγικός.

Το δημόσιο χρέος έχει πλέον έναν ισχυρό ανταγωνιστή: τις ίδιες τις αγορές

Για πολλά χρόνια, τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στις κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν τις υποχρεώσεις τους με σχετικά περιορισμένο κόστος. Η περίοδος αυτή δημιούργησε μια επικίνδυνη πολιτική συνήθεια. Οι πρόσθετες δημόσιες δαπάνες μπορούσαν να παρουσιάζονται ως σχεδόν ανώδυνες, επειδή η εξυπηρέτηση του χρέους παρέμενε φθηνή.

Όταν όμως αυξάνονται οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, αλλάζει ολόκληρη η δημοσιονομική αριθμητική. Κάθε νέο δάνειο κοστίζει περισσότερο. Κάθε λήξη παλαιού, φθηνότερου χρέους μπορεί να απαιτεί αναχρηματοδότηση με υψηλότερο επιτόκιο. Και όσο μεγαλύτερο είναι το συνολικό απόθεμα χρέους, τόσο σημαντικότερη γίνεται η επίδραση αυτής της μεταβολής.

Η επιβάρυνση δεν εμφανίζεται αναγκαστικά αμέσως σε ολόκληρο το χρέος. Εξαρτάται από τη μέση διάρκεια, τη σύνθεση και τον ρυθμό αναχρηματοδότησής του.

Ωστόσο, η κατεύθυνση είναι σαφής. Το ΔΝΤ επισημαίνει στη νέα έκθεση Fiscal Monitor ότι οι υψηλότερες αποδόσεις, η αύξηση των δημόσιων υποχρεώσεων και οι μεταβολές στη δομή των αγορών κρατικού χρέους καθιστούν πιο επικίνδυνη την αναβολή της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Όταν οι κυβερνήσεις απορροφούν μεγάλους όγκους διαθέσιμων κεφαλαίων, μπορούν να ασκούν ανοδική πίεση στο κόστος χρηματοδότησης της υπόλοιπης οικονομίας. Η επίδραση αυτή δεν είναι μηχανική ούτε ίδια σε κάθε περίοδο. Εξαρτάται από τη νομισματική πολιτική, τη διεθνή ζήτηση ομολόγων και τις συνθήκες αποταμίευσης.

Αλλά αποτελεί πραγματικό οικονομικό κίνδυνο. Το δημόσιο χρέος δεν ανταγωνίζεται μόνο άλλους κρατικούς προϋπολογισμούς. Μπορεί να ανταγωνίζεται και τις ιδιωτικές επενδύσεις για τα διαθέσιμα κεφάλαια.

Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι πόσα ξοδεύει το κράτος. Είναι τι παράγουν οι δαπάνες του

Η δημοσιονομική πειθαρχία συχνά παρουσιάζεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε όσους υποστηρίζουν τις δημόσιες δαπάνες και σε όσους επιδιώκουν τη μείωσή τους. Αυτή η διάκριση είναι υπερβολικά απλουστευτική.

Δεν έχουν όλες οι δημόσιες δαπάνες την ίδια οικονομική αξία. Μια επένδυση σε υποδομές που μειώνει το μεταφορικό κόστος μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα. Μια αποτελεσματική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μπορεί να ενισχύσει το ανθρώπινο κεφάλαιο. Μια δαπάνη για κρίσιμη ασφάλεια μπορεί να προστατεύσει την οικονομική δραστηριότητα από σοβαρούς κινδύνους.

Αντίθετα, μια μόνιμη επιδότηση που συντηρεί μια μη ανταγωνιστική δραστηριότητα μπορεί να απορροφά δημόσιους πόρους χωρίς να δημιουργεί διατηρήσιμη οικονομική αξία.

Το ίδιο ισχύει για γραφειοκρατικές δομές που αναπαράγονται χωρίς μετρήσιμη αποτελεσματικότητα ή για κοινωνικές παροχές που σχεδιάζονται χωρίς επαρκή αξιολόγηση των κινήτρων που δημιουργούν. Η ανάγκη προστασίας των οικονομικά ευάλωτων πολιτών δεν αναιρεί την υποχρέωση του κράτους να σχεδιάζει αποτελεσματικά τις παρεμβάσεις του.

Η κοινωνική προστασία μπορεί να είναι αναγκαία. Η αναποτελεσματική κοινωνική δαπάνη δεν γίνεται παραγωγική απλώς επειδή εξυπηρετεί έναν κοινωνικά επιθυμητό σκοπό. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των σύγχρονων δημόσιων οικονομικών.

Οι κυβερνήσεις συχνά αξιολογούν την επιτυχία των πολιτικών τους από το ύψος των χρημάτων που δαπανούν και όχι από τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν. Όμως το γεγονός ότι ένας προϋπολογισμός διαθέτει περισσότερα χρήματα σε έναν τομέα δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος τομέας λειτουργεί καλύτερα.

Η δημοσιονομική βιωσιμότητα απαιτεί όχι μόνο έλεγχο των δαπανών, αλλά και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους.

Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση απλώς επειδή το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο στις ΗΠΑ

Η προειδοποίηση του ΔΝΤ αφορά και τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος δανεισμού και έντονες πολιτικές δυσκολίες στην προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματός της.

Η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια και αυξανόμενες υποχρεώσεις. Αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, να χρηματοδοτήσουν την ενεργειακή μετάβαση και να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού.

Το κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι οι κυβερνήσεις έχουν αναλάβει υποχρεώσεις που αυξάνονται διαχρονικά, ενώ οι δυνατότητες χρηματοδότησής τους δεν ακολουθούν απαραίτητα τον ίδιο ρυθμό.

Στις 14 Οκτωβρίου, ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε ότι δεν διακρίνει σήμερα ενδείξεις νέας γενικευμένης κρίσης κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη. Υπογράμμισε, ωστόσο, την ανάγκη συνετής δημοσιονομικής πολιτικής και αναγνώρισε ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις.

Η διάκριση είναι σημαντική. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα γενικευμένη κρίση δεν σημαίνει ότι δεν συσσωρεύονται κίνδυνοι. Οι κρίσεις δημόσιου χρέους συνήθως δεν ξεκινούν τη στιγμή που το χρέος γίνεται υψηλό. Ξεκινούν όταν οι επενδυτές αμφισβητούν την ικανότητα ή την πολιτική βούληση μιας κυβέρνησης να το εξυπηρετεί χωρίς συνεχώς δυσκολότερες παρεμβάσεις.

Η παγίδα της αύξησης των φόρων

Η προειδοποίηση του ΔΝΤ για την ανάγκη δημοσιονομικών μέτρων περιλαμβάνει τόσο την πλευρά των δαπανών όσο και την πλευρά των εσόδων. Αυτό είναι οικονομικά εύλογο. Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος δημοσιονομικής προσαρμογής που να ταιριάζει σε όλες τις χώρες.

Ωστόσο, για οικονομίες με ήδη υψηλή φορολογική επιβάρυνση, η διαρκής αναζήτηση νέων φόρων μπορεί να αποδειχθεί προβληματική. Οι υψηλότεροι φόροι ενδέχεται να περιορίσουν τα κίνητρα για εργασία, επενδύσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, ανάλογα με τον σχεδιασμό τους.

Εάν η αύξηση της φορολογίας περιορίζει τη φορολογική βάση, τα πρόσθετα έσοδα μπορεί να είναι χαμηλότερα από τα αναμενόμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογική αύξηση είναι επιζήμια.

Σημαίνει ότι η φορολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση τις πραγματικές οικονομικές της συνέπειες και όχι μόνο το λογιστικό αποτέλεσμα που προβλέπεται στον προϋπολογισμό.

Ιδιαίτερα στις οικονομίες που αντιμετωπίζουν χαμηλή παραγωγικότητα και επενδυτική υστέρηση, η αύξηση των φόρων χωρίς μεταρρυθμίσεις στις δημόσιες δαπάνες μπορεί να επιδεινώσει το πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει.

Η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να δημιουργεί προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης. Όχι να περιορίζει την παραγωγική βάση της οικονομίας προκειμένου να συντηρήσει αμετάβλητες τις κρατικές υποχρεώσεις.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι πολιτικό

Εάν η οικονομική λογική είναι τόσο σαφής, γιατί οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να περιορίσουν τα ελλείμματα; Η απάντηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στα πολιτικά κίνητρα.

Οι ωφέλειες μιας πρόσθετης δημόσιας δαπάνης εμφανίζονται συχνά αμέσως. Το κόστος της μπορεί να μεταφερθεί στο μέλλον μέσω του δανεισμού. Μια κυβέρνηση μπορεί να ανακοινώσει σήμερα μια νέα παροχή, μια επιδότηση ή ένα επενδυτικό πρόγραμμα.

Η χρηματοδότησή του, όμως, μπορεί να επιβαρύνει προϋπολογισμούς πολλών επόμενων ετών. Οι πολιτικοί αποκομίζουν το άμεσο όφελος της απόφασης. Οι μελλοντικοί φορολογούμενοι αναλαμβάνουν μέρος του κόστους.

Αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη ασυμμετρία.

Η δημοσιονομική επέκταση μπορεί να αποφέρει άμεσα πολιτικά οφέλη, ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή συνεπάγεται συχνά άμεσο πολιτικό κόστος. Δεν είναι, επομένως, περίεργο που οι κυβερνήσεις προτιμούν να προβλέπουν υψηλότερη ανάπτυξη αντί να αναλαμβάνουν δύσκολες μεταρρυθμίσεις.

Οι αισιόδοξες προβλέψεις δεν προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις. Οι περικοπές αναποτελεσματικών δαπανών, η αναθεώρηση συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων και η κατάργηση προνομίων προκαλούν.

Όμως η αναβολή δεν εξαφανίζει το κόστος. Συχνά το αυξάνει. Και όταν τελικά οι αγορές απαιτήσουν προσαρμογή, οι διαθέσιμες επιλογές μπορεί να είναι πολύ λιγότερες και πολύ πιο επώδυνες.

Από τις ΗΠΑ στις αναπτυσσόμενες χώρες: Το κόστος της δημοσιονομικής απειθαρχίας δεν σταματά στα σύνορα

Η σημερινή προειδοποίηση του ΔΝΤ έχει και μια διεθνή διάσταση. Όταν αυξάνονται οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οι επενδυτές αποκτούν τη δυνατότητα να τοποθετούν κεφάλαια σε τίτλους υψηλής ρευστότητας με μεγαλύτερη απόδοση.

Αυτό μπορεί να δυσκολεύει τη χρηματοδότηση άλλων χωρών, ιδιαίτερα εκείνων που θεωρούνται υψηλότερου κινδύνου. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκονται συχνά αντιμέτωπες με μεγαλύτερο κόστος δανεισμού, πιέσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και αυξημένες ανάγκες αναχρηματοδότησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ΔΝΤ στις 14 Οκτωβρίου, το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους των ευάλωτων χωρών χαμηλού εισοδήματος έχει αυξηθεί από περίπου 6% των δημοσίων εσόδων πριν από μία δεκαετία σε 14% σήμερα. Η αύξηση αυτή περιορίζει τους πόρους που μπορούν να διατεθούν για άλλες δημόσιες ανάγκες.

Και αποκαλύπτει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Οι δημοσιονομικές αποφάσεις των μεγαλύτερων οικονομιών έχουν συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα εθνικά τους σύνορα.

Όταν οι ΗΠΑ δανείζονται περισσότερο και οι αποδόσεις των ομολόγων τους αυξάνονται, το κόστος δεν περιορίζεται απαραίτητα στους Αμερικανούς φορολογουμένους. Μπορεί να επηρεάσει το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και κρατών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι λιτότητα για χάρη της λιτότητας

Υπάρχει μια σημαντική διάκριση που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να περιορίζει τις δαπάνες του ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες.

Σε μια βαθιά ύφεση, για παράδειγμα, μια απότομη δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να επιδεινώσει την οικονομική δραστηριότητα και να καταστήσει δυσκολότερη τη σταθεροποίηση του χρέους. Αντίστοιχα, ορισμένες δημόσιες επενδύσεις μπορούν να ενισχύσουν τη μελλοντική παραγωγικότητα και να βελτιώσουν τη δημοσιονομική θέση μιας χώρας.

Το ζητούμενο δεν είναι η μηχανική μείωση κάθε δαπάνης. Είναι η δημιουργία ενός αξιόπιστου πλαισίου στο οποίο οι μόνιμες κρατικές υποχρεώσεις μπορούν να χρηματοδοτούνται χωρίς συνεχή αύξηση του χρέους.

  • Αυτό απαιτεί προτεραιότητες.
  • Αξιολόγηση των δαπανών.
  • Περιορισμό των αναποτελεσματικών προγραμμάτων.
  • Μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα.
  • Και φορολογικό σύστημα που εξασφαλίζει επαρκή έσοδα χωρίς να αποθαρρύνει υπερβολικά τη δημιουργία πλούτου.

Η πραγματική δημοσιονομική μεταρρύθμιση δεν κρίνεται από το πόσο εντυπωσιακές είναι οι εξαγγελίες της. Κρίνεται από το εάν μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια.

Συμπέρασμα: Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να δανείζονται επ' αόριστον από το μέλλον

Η σημερινή προειδοποίηση του ΔΝΤ δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνοκρατική επισήμανση για το δημόσιο χρέος. Αναδεικνύει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των σύγχρονων ανεπτυγμένων οικονομιών. Οι κυβερνήσεις έχουν δημιουργήσει ένα σύστημα διαρκώς αυξανόμενων υποχρεώσεων, στηριζόμενες στην προσδοκία ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα επιτρέψει τη χρηματοδότησή τους.

Όμως η ανάπτυξη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Τα επιτόκια δεν παραμένουν υποχρεωτικά χαμηλά. Και οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν είναι υποχρεωμένες να αποδέχονται απεριόριστα την αύξηση του δημόσιου χρέους με αμετάβλητο κόστος.

Η αμερικανική οικονομία διαθέτει εξαιρετικά σημαντικά πλεονεκτήματα. Αλλά αυτά δεν αναιρούν την ανάγκη δημοσιονομικής ισορροπίας. Το ίδιο ισχύει για τη Γαλλία, τη Βρετανία και τις υπόλοιπες μεγάλες οικονομίες που αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δημόσιες υποχρεώσεις.

Η πραγματική επιλογή δεν βρίσκεται ανάμεσα στην ανάπτυξη και στη δημοσιονομική πειθαρχία. Βρίσκεται ανάμεσα σε μια οικονομική πολιτική που δημιουργεί τις προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης και σε μια πολιτική που καταναλώνει σήμερα πόρους τους οποίους προσδοκά ότι θα δημιουργήσουν οι επόμενες γενιές.

Το δημόσιο χρέος δεν είναι δωρεάν χρήμα. Είναι μια απαίτηση πάνω στο μελλοντικό εισόδημα της οικονομίας.

Και όταν αυτή η απαίτηση αυξάνεται ταχύτερα από τη δυνατότητα δημιουργίας νέου εισοδήματος, κάποια στιγμή ο λογαριασμός πρέπει να πληρωθεί.

  • Με υψηλότερους φόρους.
  • Με περιορισμό δαπανών.
  • Με πληθωρισμό.
  • Ή, στις πιο δύσκολες περιπτώσεις, με μια επώδυνη δημοσιονομική κρίση.

Η υπεύθυνη οικονομική πολιτική έχει ακριβώς έναν σκοπό: να αποτρέψει την ανάγκη αυτών των αναγκαστικών επιλογών. Η μεγαλύτερη δημοσιονομική αυταπάτη της εποχής μας είναι ότι μπορούμε να υποσχόμαστε διαρκώς περισσότερα, να χρηματοδοτούμε τη διαφορά με δανεικά και να περιμένουμε ότι η ανάπτυξη θα εξαφανίσει κάποτε τον λογαριασμό.

Το ΔΝΤ υπενθυμίζει σήμερα ότι αυτή η αριθμητική δεν λειτουργεί. Και όσο οι κυβερνήσεις αρνούνται να το αναγνωρίσουν, τόσο ακριβότερη θα γίνεται η προσαρμογή.


Add comment

Comments

There are no comments yet.