Ενεργειακές επιδοτήσεις: Το κόστος φτάνει το 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ – Πόσο ακόμη μπορούν να πληρώνουν τα κράτη

Published on October 16, 2026 at 2:24 AM

Η παγκόσμια οικονομία άντεξε καλύτερα από ό,τι αναμενόταν το ενεργειακό σοκ του 2026. Όμως ένα μέρος αυτής της ανθεκτικότητας χρηματοδοτείται από κρατικούς προϋπολογισμούς που ήδη ασφυκτιούν

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η παγκόσμια οικονομία αντέχει. Αλλά ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Υπάρχει μια παράδοξη εικόνα στη διεθνή οικονομία. Οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει διαταράξει κρίσιμες εμπορικές διαδρομές. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξάνονται. Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης. Κι όμως, η παγκόσμια οικονομία δεν έχει οδηγηθεί στη βαθιά ύφεση που πολλοί φοβούνταν.

Η οικονομική δραστηριότητα διατηρείται, οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη συνεχίζονται και οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν αποφύγει μια γενικευμένη κατάρρευση. Η Κλέμενς Λάντερς, αντιπρόεδρος του Center for Global Development, περιγράφει την κατάσταση ως μια παγκόσμια οικονομία που μοιάζει να αψηφά τη βαρύτητα.

Αλλά η ανθεκτικότητα δεν είναι απαραίτητα συνώνυμη της οικονομικής υγείας. Ένα μέρος της οφείλεται στην αξιοποίηση στρατηγικών ενεργειακών αποθεμάτων, στην ανακατεύθυνση των εμπορικών ροών και στην προσαρμογή επιχειρήσεων και καταναλωτών.

Ένα άλλο μέρος οφείλεται στη δημοσιονομική στήριξη των κυβερνήσεων. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Όταν μια οικονομία διατηρεί την κατανάλωσή της επειδή το κράτος απορροφά ένα μέρος της αύξησης των τιμών, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται από τον λογαριασμό του καταναλωτή στον λογαριασμό του φορολογουμένου.

Εάν η επιδότηση χρηματοδοτείται με δανεισμό, μέρος του κόστους μεταφέρεται και στις επόμενες γενιές.

Το 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ που αποκαλύπτει το πρόβλημα

Στις 16 Οκτωβρίου, ο επικεφαλής του Τμήματος Δημοσιονομικών Υποθέσεων του ΔΝΤ, Ροντρίγκο Βαλντές, παρουσίασε μια ιδιαίτερα σημαντική εκτίμηση.

Τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν υιοθετήσει οι κυβερνήσεις για να προστατεύσουν τους καταναλωτές από τις αυξημένες ενεργειακές τιμές έχουν συνολικό κόστος περίπου 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Δεν πρόκειται για το συνολικό κόστος όλων των ενεργειακών επιδοτήσεων που υπάρχουν παγκοσμίως, ούτε για το συνολικό οικονομικό κόστος της ενεργειακής κρίσης. Η εκτίμηση αφορά τα δημοσιονομικά μέτρα αντιμετώπισης του ενεργειακού σοκ του 2026.

Ο Βαλντές επισήμανε ότι, ενώ περισσότερες χώρες επιτρέπουν πλέον στις τιμές να αντανακλούν την πραγματική σπανιότητα της ενέργειας, αρκετές κυβερνήσεις εξακολουθούν να εφαρμόζουν ακριβά, γενικευμένα μέτρα συγκράτησης των τιμών, αντί για προσωρινή και στοχευμένη στήριξη. 

Το ποσοστό μπορεί αρχικά να φαίνεται μικρό. Στην πραγματικότητα, όμως, αναφέρεται σε μια τεράστια οικονομική βάση: τη συνολική ετήσια παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών του πλανήτη. Και το σημαντικότερο είναι ότι αυτή η δαπάνη προστίθεται σε προϋπολογισμούς που ήδη καλούνται να χρηματοδοτήσουν συντάξεις, υγεία, άμυνα, δημόσιες επενδύσεις και αυξημένους τόκους.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι κυβερνήσεις μπορούν να απορροφήσουν προσωρινά ένα ενεργειακό σοκ. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορούν, και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να το κάνουν. Το ερώτημα είναι εάν μπορούν να μετατρέψουν αυτή την προσωρινή παρέμβαση σε μόνιμο χαρακτηριστικό της οικονομικής πολιτικής.

Διότι τότε η επιδότηση παύει να είναι μέτρο έκτακτης ανάγκης. Γίνεται μια διαρκής δημοσιονομική υποχρέωση.

Η μεγάλη διαφορά: Άλλο προστατεύω τον πολίτη και άλλο επιδοτώ την τιμή

Στο σημείο αυτό, η νέα έκθεση του ΔΝΤ προσφέρει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα οικονομική διαπίστωση.

Σύμφωνα με την έκδοση World Economic Outlook του Οκτωβρίου 2026, τα μέτρα που καταστέλλουν τις τιμές βασικών αγαθών μπορούν, ανάλογα με τις συνθήκες, να απαιτούν από 3 έως 22 φορές περισσότερους δημοσιονομικούς πόρους σε σύγκριση με προσωρινές, στοχευμένες μεταβιβάσεις εισοδήματος.

Η σύγκριση προέρχεται από την ανάλυση του Ταμείου για την αντιμετώπιση κρίσεων κόστους ζωής. Δεν σημαίνει ότι κάθε ενεργειακή επιδότηση είναι αυτομάτως 22 φορές ακριβότερη από κάθε εναλλακτικό μέτρο.

Η οικονομική λογική είναι σχετικά απλή. Όταν η κυβέρνηση μειώνει οριζόντια την τιμή ενός καυσίμου, ωφελούνται όλοι όσοι το καταναλώνουν. Ωφελείται το χαμηλόμισθο νοικοκυριό που χρειάζεται το αυτοκίνητο για να μεταβεί στην εργασία του. Ωφελείται όμως και το νοικοκυριό με πολύ υψηλό εισόδημα και μεγάλη κατανάλωση καυσίμων.

Μάλιστα, εάν η ενίσχυση υπολογίζεται ανά λίτρο ή ανά μονάδα ενέργειας, όσοι καταναλώνουν περισσότερο μπορούν να λαμβάνουν μεγαλύτερο συνολικό όφελος. Έτσι, ένα μέτρο που παρουσιάζεται ως κοινωνική πολιτική μπορεί να καταλήξει να κατευθύνει σημαντικούς δημόσιους πόρους σε ανθρώπους που δεν χρειάζονται οικονομική βοήθεια.

Αντίθετα, η προσωρινή εισοδηματική ενίσχυση μπορεί να κατευθυνθεί σε όσους πλήττονται περισσότερο, χωρίς να απαιτείται επιδότηση της κατανάλωσης όλων των υπόλοιπων. Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιλογής εξαρτάται βεβαίως από τη δυνατότητα της δημόσιας διοίκησης να εντοπίζει τους πραγματικούς δικαιούχους.

Χρειάζονται αξιόπιστα εισοδηματικά στοιχεία, έγκαιρες πληρωμές και μηχανισμοί που αποτρέπουν τον αποκλεισμό ανθρώπων με πραγματική ανάγκη. Επομένως, η στοχευμένη πολιτική δεν είναι απλώς μια φθηνότερη εκδοχή της οριζόντιας επιδότησης.

Απαιτεί καλύτερο κράτος. Όχι αναγκαστικά μεγαλύτερο. Γιατί οι επιδοτήσεις μπορούν να συντηρούν το πρόβλημα που υποτίθεται ότι λύνουν Η υψηλή τιμή ενός αγαθού δεν είναι μόνο οικονομική επιβάρυνση. Είναι και πληροφορία. Όταν το πετρέλαιο ακριβαίνει επειδή περιορίζεται η προσφορά του, η τιμή μεταφέρει ένα μήνυμα σε καταναλωτές και επιχειρήσεις: η συγκεκριμένη πηγή ενέργειας έχει γίνει σπανιότερη και ακριβότερη.

Οι καταναλωτές αποκτούν κίνητρο να περιορίσουν την περιττή κατανάλωση. Οι επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους εξοικονόμησης ενέργειας. Οι παραγωγοί εξετάζουν εάν μπορούν να αυξήσουν την προσφορά. Και οι επενδυτές αποκτούν μεγαλύτερο κίνητρο να χρηματοδοτήσουν εναλλακτικές τεχνολογίες και ενεργειακές υποδομές.

Η προσαρμογή αυτή μπορεί να είναι δύσκολη και άνιση. Ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα δεν μπορεί απαραίτητα να αγοράσει ένα οικονομικότερο αυτοκίνητο ή να αντικαταστήσει άμεσα το σύστημα θέρμανσής του. Γι' αυτό χρειάζεται κοινωνική προστασία. Όταν όμως το κράτος επιδοτεί γενικευμένα την τιμή, περιορίζει τα κίνητρα προσαρμογής και για εκείνους που έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν.

Η κατανάλωση μπορεί να παραμείνει υψηλότερη από ό,τι θα ήταν χωρίς την επιδότηση. Εάν η προσφορά είναι περιορισμένη διεθνώς, η διατήρηση της ζήτησης μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση υψηλότερων τιμών. Αυτό ακριβώς επισημαίνει το ΔΝΤ, προειδοποιώντας ότι η παρατεταμένη χρήση τέτοιων μέτρων μπορεί να επιβαρύνει τις παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις.

Υπάρχει, συνεπώς, μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε δύο πολιτικές. Η πρώτη επιχειρεί να πείσει την οικονομία ότι η ενέργεια εξακολουθεί να είναι φθηνή, ενώ στην πραγματικότητα έχει ακριβύνει. Η δεύτερη αναγνωρίζει ότι η ενέργεια έχει ακριβύνει, αλλά προστατεύει όσους δεν μπορούν να απορροφήσουν την επιβάρυνση.

Η πρώτη πολιτική επιδοτεί την τιμή. Η δεύτερη προστατεύει το εισόδημα. Και σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς, αυτή η διαφορά έχει μεγάλη οικονομική σημασία.

Το δημόσιο χρέος είναι η άλλη πλευρά της ενεργειακής κρίσης

Η συζήτηση για τις επιδοτήσεις δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών. Το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 108% του ΑΕΠ το 2025 σε 115% μέσα στην επόμενη πενταετία.

Η τάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου 2026, η μέση απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων της G7 αυξήθηκε κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν δύο δεκαετιών.

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους κάνουν τις κυβερνήσεις περισσότερο ευάλωτες στις αυξήσεις των επιτοκίων, ενώ η αναχρηματοδότηση σε συντομότερες διάρκειες μπορεί να επιταχύνει τη μεταφορά του υψηλότερου κόστους στον προϋπολογισμό.

Αυτό δημιουργεί έναν δυνητικά επικίνδυνο μηχανισμό. Η ενεργειακή κρίση αυξάνει τον πληθωρισμό. Ο υψηλότερος πληθωρισμός δυσκολεύει τις κεντρικές τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια. Τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Και οι κυβερνήσεις, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τους πολίτες από την ενεργειακή ακρίβεια, προσθέτουν νέες δαπάνες στους ήδη επιβαρυμένους προϋπολογισμούς.

Εάν οι πρόσθετες δαπάνες χρηματοδοτούνται με νέο δανεισμό, μπορούν να επιδεινώσουν περαιτέρω τη δημοσιονομική εικόνα. Δεν πρόκειται για αναπόφευκτο φαύλο κύκλο. Η έκταση των επιπτώσεων εξαρτάται από τη διάρκεια του σοκ, τη δημοσιονομική θέση κάθε χώρας και τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.

Αλλά ο κίνδυνος είναι πραγματικός. Το κράτος μπορεί να δανείζεται για να προστατεύσει τους πολίτες από το ακριβό πετρέλαιο και, τελικά, να αυξάνει το κόστος του χρήματος με το οποίο χρηματοδοτεί την οικονομία του.

Η ανάπτυξη του 3,1% κρύβει μια πολύ λιγότερο καθησυχαστική εικόνα

Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 3,1% το 2026 και 3,4% το 2027. Ο παγκόσμιος πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,7% φέτος και να υποχωρήσει στο 4,1% το επόμενο έτος. Εκ πρώτης όψεως, η εικόνα δεν είναι δραματική. Όμως ο παγκόσμιος μέσος όρος αποκρύπτει μεγάλες αποκλίσεις.

Ορισμένες οικονομίες επωφελούνται από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, τη ζήτηση για ημιαγωγούς και την ανάπτυξη νέων υπολογιστικών υποδομών. Άλλες αντιμετωπίζουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος, ασθενέστερη ζήτηση και περιορισμένες δυνατότητες δημοσιονομικής στήριξης.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι μόλις 32 οικονομίες αντιπροσωπεύουν πλέον το 95% της παγκόσμιας ανάπτυξης, έναντι 54 σε προηγούμενη αξιολόγηση του Απριλίου. Επίσης, οι προβλέψεις ανάπτυξης έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω για περίπου το 47% των οικονομιών σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Απριλίου.

Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια ανθεκτικότητα δεν κατανέμεται ισότιμα. Μια οικονομία που συμμετέχει στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής τεχνολογίας μπορεί να αντισταθμίζει την ενεργειακή επιβάρυνση με αυξημένες εξαγωγές. Μια οικονομία που εισάγει ενέργεια αλλά δεν διαθέτει αντίστοιχη εξαγωγική δυναμική βρίσκεται σε δυσκολότερη θέση.

Και μια υπερχρεωμένη χώρα, χωρίς σημαντικό δημοσιονομικό περιθώριο, έχει λιγότερες δυνατότητες να προστατεύσει τους πολίτες της. Η οικονομική ανθεκτικότητα, επομένως, δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το εάν αποφεύχθηκε μια ύφεση.

Πρέπει να εξετάζεται και το κόστος με το οποίο αποφεύχθηκε.

Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην αναδιανομή του κόστους

Η σημαντικότερη αδυναμία των ενεργειακών επιδοτήσεων είναι ότι αντιμετωπίζουν κυρίως τις συνέπειες του προβλήματος. Όχι την αιτία του. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει εξαιτίας μιας διαταραχής της διεθνούς προσφοράς, η επιδότηση δεν δημιουργεί επιπλέον πετρέλαιο, φυσικό αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια.

Δεν αυξάνει τη δυναμικότητα των διυλιστηρίων. Δεν κατασκευάζει νέους αγωγούς. Δεν βελτιώνει αυτομάτως τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Και δεν μειώνει την εξάρτηση μιας οικονομίας από ευάλωτες διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.

Μπορεί να αγοράσει χρόνο. Αλλά ο χρόνος αυτός πρέπει να αξιοποιηθεί.

Μια αποτελεσματική ενεργειακή πολιτική χρειάζεται επενδύσεις στην παραγωγή, στα δίκτυα, στην αποθήκευση, στην ενεργειακή αποδοτικότητα και στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού. Χρειάζεται επίσης σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να αναλάβουν μακροπρόθεσμο επενδυτικό κίνδυνο.

Η ενεργειακή ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται μόνο με την ανακοίνωση δημόσιων προγραμμάτων. Επιτυγχάνεται όταν υπάρχουν πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες, επαρκείς υποδομές και αγορές που μπορούν να προσαρμόζονται σε μεταβολές της προσφοράς και της ζήτησης.

Εδώ βρίσκεται και μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει ταυτόχρονα την ενεργειακή μετάβαση, την απανθρακοποίηση, την ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και τη διατήρηση προσιτών τιμών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Οι στόχοι αυτοί δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατοι. Αλλά απαιτούν επενδύσεις, τεχνολογική πρόοδο και προσεκτική διαχείριση του κόστους. Εάν η ενεργειακή πολιτική οδηγεί σε υψηλότερες τιμές και στη συνέχεια οι κυβερνήσεις χρειάζονται ολοένα μεγαλύτερες επιδοτήσεις για να αντισταθμίσουν αυτές τις τιμές, δημιουργείται ένα ερώτημα αποτελεσματικότητας.

Πόσο βιώσιμο είναι ένα οικονομικό υπόδειγμα που πρώτα επιβαρύνει την παραγωγή και την κατανάλωση ενέργειας και έπειτα χρειάζεται δημόσιο χρήμα για να περιορίσει τις συνέπειες;

Η απάντηση δεν είναι να εγκαταλειφθούν οι περιβαλλοντικοί στόχοι. Είναι να επιδιώκονται με πολιτικές που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη το κόστος, τα επενδυτικά κίνητρα και την ανταγωνιστικότητα.

Η Ελλάδα και ο κίνδυνος της μόνιμης επιδοματικής πολιτικής

Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η οικονομία παραμένει ευαίσθητη στις διεθνείς τιμές ενέργειας, τόσο μέσω των εισαγόμενων καυσίμων όσο και μέσω των επιπτώσεών τους στις μεταφορές, στη γεωργία, στη βιομηχανία και στον τουρισμό.

Η αύξηση των τιμών επιβαρύνει τα νοικοκυριά, αλλά επηρεάζει και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Οι κυβερνήσεις έχουν επομένως ισχυρό κίνητρο να παρέμβουν. Το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να υπάρχει κοινωνική προστασία σε περιόδους κρίσης.

Πρέπει. Το ερώτημα είναι πώς σχεδιάζεται αυτή η προστασία. Μια προσωρινή, εισοδηματικά στοχευμένη ενίσχυση μπορεί να προστατεύσει τα ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να επιδοτεί αδιακρίτως την κατανάλωση όλων.

Μια οριζόντια επιδότηση, αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος και να καταλήξει να ωφελεί δυσανάλογα όσους καταναλώνουν περισσότερο.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, βαθύτερη διάσταση.

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται να περιορίσει το ενεργειακό κόστος της με διαρθρωτικό τρόπο. Με περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις. Με ισχυρότερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Με αποτελεσματικότερες αγορές. Με λιγότερα εμπόδια στην υλοποίηση ενεργειακών έργων. Και με σταθερό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να σχεδιάζουν επενδύσεις πολλών ετών.

Οι επιδοτήσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν υποκατάστατο αυτών των αλλαγών. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν μια προσωρινή ενίσχυση δημιουργεί την πολιτική προσδοκία ότι το κράτος θα καλύπτει κάθε μελλοντική αύξηση των τιμών. Τότε η έκτακτη παρέμβαση μετατρέπεται σταδιακά σε μόνιμη υποχρέωση.

Και η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το πώς θα μειωθεί το πραγματικό κόστος ενέργειας στο πόσο μεγάλο επίδομα θα ανακοινωθεί. Η επιτυχία μιας ενεργειακής πολιτικής δεν πρέπει να μετριέται από το ύψος των επιδοτήσεων που μοιράζει, αλλά από το πόσο λιγότερο αναγκαίες γίνονται αυτές οι επιδοτήσεις με την πάροδο του χρόνου.

Το πολιτικό πρόβλημα: Οι επιδοτήσεις θεσπίζονται εύκολα, καταργούνται δύσκολα

Οι ενεργειακές επιδοτήσεις παρουσιάζουν και μια ιδιαίτερη πολιτική δυσκολία. Η θέσπισή τους δημιουργεί άμεσα και ορατά οφέλη. Ο πολίτης βλέπει μικρότερο λογαριασμό. Η επιχείρηση αντιμετωπίζει χαμηλότερο άμεσο κόστος. Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει μια συγκεκριμένη παρέμβαση.

Αντίθετα, το δημοσιονομικό κόστος διαχέεται στο σύνολο των φορολογουμένων ή μεταφέρεται στο μέλλον μέσω του δανεισμού. Αυτή η ασυμμετρία δημιουργεί ισχυρά πολιτικά κίνητρα για τη διατήρηση των μέτρων. Όταν οι τιμές υποχωρούν, η κατάργηση της επιδότησης μπορεί να παρουσιαστεί ως απώλεια εισοδήματος.

Όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές, η παράτασή της εμφανίζεται ως αναγκαία κοινωνική προστασία. Και όταν οι δημόσιοι πόροι εξαντλούνται, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την επιλογή αύξησης φόρων, περικοπής άλλων δαπανών ή πρόσθετου δανεισμού.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα έκτακτα μέτρα χρειάζονται από την αρχή σαφή χρονικά όρια, κριτήρια επιλεξιμότητας και προβλέψιμους μηχανισμούς λήξης. Διαφορετικά, η προσωρινή παρέμβαση μπορεί να ενσωματωθεί στις μόνιμες προσδοκίες των πολιτών. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι κυβερνήσεις προσπαθούν να προστατεύσουν την κοινωνία.

Είναι ότι συχνά υπόσχονται προστασία χωρίς να εξηγούν ποιος θα τη χρηματοδοτήσει και για πόσο διάστημα.

Το επόμενο ενεργειακό σοκ μπορεί να βρει τις κυβερνήσεις χωρίς άμυνες

Η ανησυχία του ΔΝΤ δεν περιορίζεται στις σημερινές δαπάνες. Αφορά και την ικανότητα των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν την επόμενη κρίση. Η παγκόσμια οικονομία έχει ήδη αξιοποιήσει σημαντικό μέρος των διαθέσιμων μηχανισμών προσαρμογής. Οι ενεργειακές εμπορικές ροές έχουν ανακατευθυνθεί.

Στρατηγικά αποθέματα έχουν χρησιμοποιηθεί. Οι επιχειρήσεις έχουν προσαρμόσει την παραγωγή και τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Και οι κυβερνήσεις έχουν δαπανήσει σημαντικούς πόρους για να προστατεύσουν καταναλωτές και επιχειρήσεις. Αυτές οι παρεμβάσεις συνέβαλαν στην αποφυγή μιας βαθύτερης οικονομικής επιβράδυνσης.

Όμως δεν μπορούν όλες να επαναλαμβάνονται επ' αόριστον. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η παγκόσμια οικονομία μπορεί να δοκιμάσει σύντομα τα όρια της ανθεκτικότητάς της εάν δεν ενισχυθεί η παραγωγική ικανότητα και δεν αποκατασταθούν τα δημοσιονομικά περιθώρια ασφαλείας.

Και η σημερινή παρέμβαση της αρμόδιας επιτροπής του ΔΝΤ ενισχύει αυτή την ανησυχία. Τα κράτη-μέλη προειδοποίησαν ότι η περαιτέρω κλιμάκωση των συγκρούσεων και των εμπορικών εντάσεων μπορεί να διαταράξει κρίσιμες μεταφορικές οδούς και να επιδεινώσει την ενεργειακή και επισιτιστική ασφάλεια.

Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη κρίση μπορεί να εμφανιστεί πριν αποκατασταθούν τα δημοσιονομικά αποθέματα που χρησιμοποιήθηκαν για την προηγούμενη.

Και τότε οι κυβερνήσεις θα έχουν λιγότερες επιλογές.

Θα μπορούν να επιβάλουν υψηλότερους φόρους, να περιορίσουν άλλες δαπάνες ή να δανειστούν περισσότερο -  εφόσον οι αγορές είναι διατεθειμένες να τους προσφέρουν χρηματοδότηση με ανεκτό κόστος.

Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι οικονομικά ανώδυνη.

Συμπέρασμα: Η κοινωνική προστασία δεν μπορεί να στηρίζεται στη διαρκή επιδότηση της πραγματικότητας

Το βασικό δίδαγμα της σημερινής προειδοποίησης του ΔΝΤ είναι απλό, αλλά πολιτικά δύσκολο. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να καταργήσουν τις συνέπειες μιας διεθνούς ενεργειακής κρίσης με μια δημοσιονομική απόφαση. Μπορούν να τις αναδιανείμουν. Μπορούν να προστατεύσουν τους πιο ευάλωτους. Μπορούν να περιορίσουν προσωρινά τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.

Και μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ταχύτερη προσαρμογή. Δεν μπορούν όμως να μετατρέψουν μια πραγματική έλλειψη ενέργειας σε αφθονία μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Η οριζόντια επιδότηση των τιμών μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση.

Όταν όμως παρατείνεται, κινδυνεύει να επιβαρύνει το δημόσιο χρέος, να αποδυναμώσει τα κίνητρα εξοικονόμησης και να καθυστερήσει τις αναγκαίες επενδύσεις.

Η αποτελεσματικότερη στρατηγική είναι διαφορετική. Στοχευμένη προστασία για όσους πραγματικά τη χρειάζονται. Δημοσιονομική πειθαρχία ώστε οι κυβερνήσεις να διατηρούν δυνατότητα παρέμβασης σε μελλοντικές κρίσεις. Και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα αυξήσουν την προσφορά ενέργειας, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.

Το 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ είναι το σημερινό μέτρο του δημοσιονομικού κόστους της ενεργειακής προστασίας. Δεν είναι όμως το σημαντικότερο οικονομικό μέγεθος. Το σημαντικότερο είναι πόσο παραγωγικό δυναμικό θα έχει δημιουργηθεί όταν οι επιδοτήσεις τελειώσουν.

Διότι μια οικονομία δεν γίνεται ανθεκτική επειδή το κράτος μπορεί να πληρώνει κάθε φορά τη διαφορά ανάμεσα στις πραγματικές τιμές και στις τιμές που θα ήθελαν οι καταναλωτές. Γίνεται ανθεκτική όταν μπορεί να προσαρμόζεται στις κρίσεις, να παράγει περισσότερο και να χρειάζεται λιγότερες έκτακτες κρατικές παρεμβάσεις.

Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κυβερνήσεις. Να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης. Ή να αντιμετωπίσουν τις αιτίες που κάνουν τις οικονομίες τους τόσο ευάλωτες σε αυτήν.


Add comment

Comments

There are no comments yet.