Η σαρωτική επίδοση της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των ευρωπαϊκών δεξιών και εθνικά συντηρητικών κομμάτων. Το 2027 φέρνει κρίσιμες εκλογές σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία και Ελλάδα, με τις πολιτικές ισορροπίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διακυβεύονται.

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η επικράτηση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί να αφορά ένα σχετικά μικρό κρατίδιο, με περίπου 1,7 εκατομμύρια ψηφοφόρους, όμως το πολιτικό της αποτύπωμα ξεπερνά κατά πολύ τα γερμανικά σύνορα. Η επίδοση του υποψηφίου της AfD, Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο οποίος έφτασε περίπου στο 44%, προκάλεσε έντονο προβληματισμό στις Βρυξέλλες και ταυτόχρονα ενθουσιασμό στους κόλπους της ευρωπαϊκής εθνικιστικής και ριζοσπαστικής Δεξιάς.
Το αποτέλεσμα αντιμετωπίζεται ήδη ως προάγγελος μιας ευρύτερης πολιτικής μετατόπισης, την ώρα που η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων.
Η Γερμανία ως πρώτο μεγάλο τεστ
Μετά τη Σαξονία-Άνχαλτ, το ενδιαφέρον στρέφεται στις επόμενες περιφερειακές εκλογές της Γερμανίας. Στις 20 Σεπτεμβρίου ψηφίζουν στο Βερολίνο και το Μεκλεμβούργο - Δυτική Πομερανία. Πρόκειται για δύο αναμετρήσεις με μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα, οι οποίες θα δείξουν εάν η άνοδος της AfD αποτελεί κυρίως ανατολικογερμανικό φαινόμενο ή αν εξελίσσεται σε μια μονιμότερη αναδιάταξη του γερμανικού κομματικού συστήματος.
Το μήνυμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν περιορίζεται στην ενίσχυση της AfD. Αποκαλύπτει και τη βαθιά δυσαρέσκεια απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα, κυρίως τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση και τους Σοσιαλδημοκράτες.
Ο καθηγητής και οικονομολόγος Γκούντραμ Βολφ, senior fellow στα Bruegel και Kiel Institute, επισημαίνει ότι πρόκειται ουσιαστικά για αρνητική ψήφο απέναντι στις κεντρώες πολιτικές και, παράλληλα, για ψήφο δυσπιστίας προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ακόμη και ένα μικρό γερμανικό κρατίδιο μπορεί, επομένως, να προκαλέσει μεγάλες αναταράξεις στο Βερολίνο.
Από τη Σουηδία στη Βουλγαρία
Η νέα εκλογική περίοδος δεν περιορίζεται στη Γερμανία.
Στις 13 Σεπτεμβρίου ακολουθεί η Σουηδία, όπου οι Σοσιαλδημοκράτες της Μαγκνταλένα Άντερσον εμφανίζονται πρώτοι, αλλά δέχονται ισχυρή πίεση από τους δεξιούς Σουηδούς Δημοκράτες. Τον Οκτώβριο έρχεται η σειρά της Λετονίας και της Βουλγαρίας, δύο χωρών στις οποίες η πολιτική αστάθεια, η οικονομική ανασφάλεια και τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας τροφοδοτούν επίσης την ενίσχυση αντισυστημικών και εθνικά συντηρητικών δυνάμεων.
Οι αναμετρήσεις αυτές θα λειτουργήσουν ως πρόλογος για το 2027, μια χρονιά κατά την οποία θα κριθεί η πολιτική κατεύθυνση αρκετών από τις σημαντικότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το 2027, η χρονιά των μεγάλων εκλογών
Το μεγάλο πολιτικό ορόσημο θα είναι οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027. Μια επικράτηση του Εθνικού Συναγερμού της Μαρίν Λεπέν – ή του υποψηφίου που θα εκπροσωπήσει το κόμμα – θα μπορούσε να προκαλέσει τη μεγαλύτερη πολιτική ανατροπή στην ιστορία της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γαλλία δεν είναι απλώς μία ακόμη ευρωπαϊκή χώρα. Είναι πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και, μαζί με τη Γερμανία, ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Μέσα στο 2027 αναμένεται να προσέλθουν στις κάλπες επίσης:
- Η Ιταλία, όπου η Τζόρτζια Μελόνι έχει ήδη καθιερωθεί ως κεντρική μορφή της ευρωπαϊκής Δεξιάς.
- Η Ισπανία, η μοναδική μεγάλη χώρα της ΕΕ που εξακολουθεί να κυβερνάται από σοσιαλιστική κυβέρνηση.
- Η Πολωνία, όπου η Πλατφόρμα Πολιτών του Ντόναλντ Τουσκ θα αναμετρηθεί με το εθνικά συντηρητικό Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS).
- Η Ελλάδα, όπου η φθορά των παραδοσιακών κομμάτων και η ενίσχυση μικρότερων πολιτικών σχηματισμών δημιουργούν ένα πιο σύνθετο εκλογικό τοπίο.
Η ταυτόχρονη διεξαγωγή τόσο σημαντικών εκλογών μπορεί να αλλάξει όχι μόνο τις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά και τις ισορροπίες στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η «διεθνής της Δεξιάς» σηκώνει κεφάλι
Δεν ήταν τυχαίο ότι ανάμεσα στους πρώτους Ευρωπαίους πολιτικούς που σχολίασαν την επιτυχία της AfD ήταν ο Ερίκ Ζεμούρ, επικεφαλής του γαλλικού Reconquête. Το κόμμα του συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην ομάδα Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών, μαζί με την AfD και άλλες εθνικιστικές δυνάμεις. Ο Ζεμούρ παρουσίασε το γερμανικό αποτέλεσμα ως απόδειξη ότι οι πολιτικές ανησυχίες για την εθνική ταυτότητα και τη μετανάστευση δεν μπορούν πλέον να απορρίπτονται ως περιθωριακές.
Παράλληλα, αμφισβήτησε ανοιχτά την αποτελεσματικότητα του λεγόμενου "υγειονομικού αποκλεισμού" - της άρνησης των κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς να συνεργαστούν με κόμματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς.
Από την άλλη πλευρά, ο ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας Ζαν-Λικ Μελανσόν χαρακτήρισε την επίδοση της AfD καταστροφική απόδειξη της αποτυχίας των ευρωπαϊκών κεντρώων πολιτικών. Οι δύο αντιδράσεις ξεκινούν από αντίθετες ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγουν στην ίδια διαπίστωση: το ευρωπαϊκό πολιτικό Κέντρο βρίσκεται υπό μεγάλη πίεση.
Ραγίζει το «τείχος αποκλεισμού»
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο μπορεί να ενισχυθεί η AfD, αλλά εάν τα παραδοσιακά κόμματα θα συνεχίσουν να αποκλείουν κάθε συνεργασία μαζί της. Ο καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου Αλμπέρτο Αλεμάνο εκτιμά ότι, με τους σημερινούς συσχετισμούς, η συμμετοχή ή η κοινοβουλευτική στήριξη της AfD στη διακυβέρνηση γίνεται όλο και δυσκολότερο να αποφεύγεται από το CDU.
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, άλλωστε, τα κόμματα της Κεντροδεξιάς έχουν ήδη συνεργαστεί σε επιμέρους ψηφοφορίες με δεξιότερες πολιτικές ομάδες, χωρίς να καταβάλουν μέχρι σήμερα ιδιαίτερα υψηλό πολιτικό τίμημα. Σε χώρες όπως η Ιταλία, η Αυστρία και η Σουηδία, το τείχος αποκλεισμού έχει ήδη υποχωρήσει ή καταργηθεί στην πράξη. Εθνικά συντηρητικά και δεξιά λαϊκιστικά κόμματα συμμετέχουν άμεσα στην εξουσία ή στηρίζουν κυβερνητικά σχήματα.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Ευρώπη
Η άνοδος των κομμάτων της ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Η μετανάστευση και η εθνική ταυτότητα παραμένουν βασικά θέματα, αλλά συνδέονται πλέον με την οικονομική στασιμότητα, την ακρίβεια, την ενεργειακή ανασφάλεια, την αποβιομηχάνιση και την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν μπορούν να προστατεύσουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Το 2027 μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε έτος καμπής. Εάν οι δυνάμεις αυτές επικρατήσουν ή αποκτήσουν ρυθμιστικό ρόλο σε Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και άλλες χώρες, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα.
Η συζήτηση δεν θα αφορά πλέον εάν υπάρχει μια ευρωπαϊκή "διεθνής της Δεξιάς", αλλά εάν αυτή είναι πλέον αρκετά ισχυρή ώστε να καθορίσει την πορεία ολόκληρης της ηπείρου.
Add comment
Comments