ESG, sustainability reports, due diligence, taxonomy, data protection και ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κανονιστικό πλαίσιο δημιούργησαν μια νέα οικονομία. Οι επιχειρήσεις πληρώνουν άλλες επιχειρήσεις για να τους εξηγούν πώς να συμμορφωθούν με τους κανόνες.
Η Ευρώπη έχει ένα πρόβλημα που συζητά εδώ και χρόνια. Δεν δημιουργεί αρκετές μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις. Δεν επενδύει όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι παραγωγικές επενδύσεις υπολείπονται. Οι startups δυσκολεύονται να μετατραπούν σε παγκόσμιους κολοσσούς. Η παραγωγικότητα αυξάνεται αργά. Υπάρχει όμως ένας κλάδος στον οποίο η Ευρώπη έχει καταφέρει να δημιουργήσει σχεδόν ανεξάντλητη ζήτηση: στους συμβούλους.
Όχι απαραίτητα στους παραδοσιακούς συμβούλους που βοηθούν μια επιχείρηση να αγοράσει έναν ανταγωνιστή, να αναδιαρθρώσει το κόστος της ή να σχεδιάσει τη στρατηγική της. Αλλά σε έναν ταχύτατα αναπτυσσόμενο κόσμο ανθρώπων που ασχολούνται με την κανονιστική συμμόρφωση, τις εκθέσεις βιωσιμότητας, τον έλεγχο των στοιχείων ESG, τη διαχείριση κινδύνων, τη δέουσα επιμέλεια, τη συλλογή δεδομένων, την ερμηνεία των κανονισμών, τους εσωτερικούς ελέγχους και πιστοποίηση.
Και το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η διαπίστωση δεν προέρχεται πλέον μόνο από τους επικριτές της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Προέρχεται και από τις ίδιες τις Βρυξέλλες. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Stéphane Séjourné, μιλώντας το 2025 για το κύμα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας βιωσιμότητας, έκανε μια ασυνήθιστα ευθεία παραδοχή: γύρω από τα νέα νομοθετήματα δημιουργήθηκε "μια οικονομία", με νέους ειδικούς, νέες επιχειρήσεις και συμβουευτικές επιχειρήσεις.
Αυτό ακριβώς είναι το ευρωπαϊκό παράδοξο. Κάθε νέος κανόνας δημιουργεί και μια νέα αγορά για εκείνους που γνωρίζουν πώς εφαρμόζεται ο κανόνας.
Το 86% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων χρειάζεται ανθρώπους για το compliance (κανονιστική συμμμόρφωση)
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με την EIB Investment Survey 2025, περίπου 86% των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση απασχολούν προσωπικό προκειμένου να αξιολογούν και να συμμορφώνονται με με κανονιστικές απαιτήσεις, πρότυπα και υποχρεώσεις υποβολής αναφορών. Στο σύνολο των επιχειρήσεων, περίπου 11% διαθέτουν περισσότερο από το 10% του προσωπικού τους σε αυτές τις λειτουργίες. Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το ποσοστό εκτοξεύεται στο 22%.
Και εκεί εμφανίζεται ένα δεύτερο πρόβλημα: η γραφειοκρατία δεν κοστίζει αναλογικά το ίδιο σε όλους.
Η διαφορά είναι τεράστια. Για μια μεγάλη επιχείρηση το εκτιμώμενο κόστος αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε 0,4% του τζίρου. Για μια ΜμΕ φθάνει στο 1,8%. Δηλαδή 4,5 φορές περισσότερο αναλογικά. Αν χρησιμοποιήσουμε τα ποσοστά της EIB μόνο ως ενδεικτική άσκηση μεγέθους, μια επιχείρηση με ετήσιο τζίρο €10 εκατ. θα μπορούσε να έχει κόστος της τάξης των €180.000. Σε €50 εκατ. τζίρου, το 1,8% αντιστοιχεί σε €900.000.
Δεν σημαίνει ότι κάθε ευρωπαϊκή επιχείρηση πληρώνει αυτά ακριβώς τα ποσά. Δείχνει όμως πόσο γρήγορα ένα φαινομενικά μικρό ποσοστό μετατρέπεται σε πραγματικό οικονομικό κόστος.
Η κανονιστική συμμόρφωση ως οικονομία κλίμακας
Εδώ βρίσκεται μια λιγότερο προφανής συνέπεια. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να διαθέτουν τμήμα κανονιστικής συμμόρφωσης, νομική υπηρεσία, ομάδα βιωσιμότητας, εσωτερικό έλεγχο και εξειδικευμένα στελέχη για την παρακολούθηση και εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου. Το σταθερό κόστος μοιράζεται σε δισεκατομμύρια ευρώ πωλήσεων. Μια μικρότερη εταιρεία δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Χρειάζεται είτε να αφαιρέσει εργαζομένους από άλλες λειτουργίες είτε να αγοράσει την απαιτούμενη τεχνογνωσία από την αγορά. Και τότε εμφανίζονται:
- οι σύμβουλοι,
- οι λογιστές,
- οι δικηγόροι,
- οι εισικοί στο ESG,
- οι ορκωτοί,
- οι εταιρείες πιστοποίησης,
- οι προμηθευτές software.
Η ρύθμιση επομένως δεν δημιουργεί μόνο κόστος συμμόρφωσης. Δημιουργεί ζήτηση για συμμόρφωση. Και αυτό είναι μια πραγματική αγορά.
Από το εργοστάσιο στον σύμβουλο
Η RHI Magnesita προσφέρει ένα χαρακτηριστικό πραγματικό παράδειγμα. Η εταιρεία διαθέτει περίπου 65 παραγωγικές μονάδες και περίπου 20.000 εργαζομένους παγκοσμίως. Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στο Reuters, δαπανούσε περίπου €1 εκατ. ετησίως προκειμένου να ανταποκριθεί στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις εταιρικής βιωσιμότητας. Χρειαζόταν πρόσθετο audit και τρεις έως τέσσερις εργαζομένους πλήρους απασχόλησης για τη συλλογή των απαιτούμενων στοιχείων. Το τότε σύστημα reporting μπορούσε να απαιτεί τη συγκέντρωση και γνωστοποίηση περισσότερων από 1.000 επιμέρους στοιχείων βιωσιμότητας.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος Stefan Borgas έθεσε το ζήτημα με έναν τρόπο που αγγίζει την καρδιά του οικονομικού προβλήματος: οι πόροι που κατευθύνονται σε αυτές τις υποχρεώσεις είναι πόροι που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, μεταξύ άλλων, για πραγματικές επενδύσεις στη μείωση των εκπομπών CO₂. Εδώ εμφανίζεται το παράδοξο της συμμόρφωσης στο ESG (ESG = Environmental, Social and Governance → Περιβάλλον, Κοινωνία και Εταιρική Διακυβέρνηση). Μια επιχείρηση μπορεί να χρειάζεται να δαπανήσει σημαντικούς πόρους για να αποδείξει ότι γίνεται περισσότερο βιώσιμη, αντί να χρησιμοποιήσει όλους αυτούς τους πόρους για να γίνει πράγματι περισσότερο βιώσιμη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το reporting είναι άχρηστο. Σημαίνει ότι και η πληροφορία έχει κόστος. Και από κάποιο σημείο και μετά πρέπει να εξετάζεται εάν η αξία της πρόσθετης πληροφορίας δικαιολογεί το κόστος παραγωγής της.
Και κάπου εδώ μπαίνουν οι Big Four
Deloitte, PwC, EY και KPMG δεν είναι φυσικά απλώς εταιρείες κανονιστικής συμμόρφωσης. Κάνουν ελέγχους οικονομικούς, λογιστικούς, συμμετέχουν σε projects συγχωνεύσεων και εξαγορών, συμβάλλουν στη χάραξη εταιρικών στρατηγικών, εταιρικών αναδιαρθρώσεων, υιοθέτησης τεχνολογιώνκαι ένα τεράστιο εύρος συμβουλευτικών εργασιών. Αλλά η πολυπλοκότητα της σύγχρονης ρύθμισης έχει δημιουργήσει μια εξαιρετικά φυσική αγορά για επιχειρήσεις που διαθέτουν ταυτόχρονα λογιστές, auditors, φορολογικούς συμβούλους, δικηγόρους, μηχανικούς, και συμβούλους. Και οι αριθμοί δείχνουν το μέγεθος αυτών των οργανισμών.
Στο οικονομικό έτος 2025 οι Big Four είχαν συνολικά περίπου $220 δισ. παγκόσμια έσοδα. Στην ευρύτερη περιοχή EMEA (Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική) τα έσοδά τους ανέρχονταν σε περίπου $83 δισ., αυξημένα περίπου 4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το International Accounting Bulletin από τις ίδιες τις εταιρείες.
Δεν μπορούμε όμως να πάρουμε αυτά τα $83 δισ. και να τα χαρακτηρίσουμε "έσοδα από ευρωπαϊκή γραφειοκρατία". Θα ήταν λάθος. Η EMEA περιλαμβάνει Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική, ενώ μεγάλο μέρος των εσόδων προέρχεται από τις παραδοσιακές ελεγκτικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες των εταιρειών αυτών. Υπάρχουν όμως ενδιαφέρουσες ενδείξεις για το πού δημιουργείται νέα ζήτηση.
Η PwC το λέει σχεδόν μόνη της
Η PwC είχε παγκόσμια έσοδα $56,97 δισ. το FY2025.
- Οι συμβουλευτικές υπηρεσίες απέφεραν $24,4 δισ., αυξημένες περίπου 4,5%.
- Οι Ελεγκτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διασφάλισης περίπου $19,8 δισ.
- Και οι φορολογικές και νομικές υπηρεσίες $12,7 δισ.
Η ίδια η PwC αναφέρει ότι αναπτύσσεται ταχύτατα η ζήτηση για νέες υπηρεσίες ελέγχου και πιστοποίησης, από τις εκθέσεις βιωσιμότητας μέχρι τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του "φορολογικές και νομικές υπηρεσίες", όπου η PwC επισημαίνει ότι οι διαρκώς μεταβαλλόμενες κανονιστικές απαιτήσεις και οι ολοένα πιο σύνθετες υποχρεώσεις υποβολής αναφορών - από το Pillar Two έως τη βιωσιμότητα - συνέχισαν να ενισχύουν τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο τομέα της φορολογικής της δραστηριότητας: τις ολοκληρωμένες υπηρεσίες φορολογικής συμμόρφωσης (Connected Tax Compliance). * Pillar Two - το διεθνές πλαίσιο ελάχιστης φορολόγησης 15% των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων.
Δεν χρειάζεται επομένως να υποθέσουμε ότι το regulation δημιουργεί δουλειές για συμβούλους. Οι ίδιοι οι σύμβουλοι το αναφέρουν.
Και το CSRD δημιούργησε μια νέα δουλειά: τον έλεγχο και την πιστοποίηση των στοιχείων βιωσιμότητας
Υπάρχει και πιο καθαρό παράδειγμα. Η Deloitte Βελγίου ανέφερε για το FY2025 ότι στον τομέα των Ελεγκτικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Διασφάλισης, τη μεγαλύτερη ανάπτυξη κατέγραψαν οι υπηρεσίες ανεξάρτητου ελέγχου και πιστοποίησης στοιχείων.Μεταξύ των παραγόντων που τροφοδότησαν την ανάπτυξη ήταν το πρώτο κύμα ελέγχων και πιστοποίησης των εκθέσεων βιωσιμότητας βάσει CSRD, καθώς και η αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες βιωσιμότητας, σύνθετα λογιστικά ζητήματα και χρηματοοικονομικές αναφορές, αλλά και για τον έλεγχο των δικλίδων ασφαλείας και ελέγχου των τεχνολογικών συστημάτων.
Εδώ φαίνεται η πραγματική οικονομική αλυσίδα. Ο νομοθέτης απαιτεί απαιτεί από την επιχείρηση να δημοσιοποιεί στοιχεία βιωσιμότητας. Η επιχείρηση πρέπει να δημιουργήσει σύστημα συλλογής δεδομένων. Χρειάζεται ανθρώπους που θα ερμηνεύσουν τα standards. Χρειάζεται λογισμικό. Χρειάζεται εσωτερικούς ελέγχους. Χρειάζεται σύστημα αναφορών. Και στη συνέχεια χρειάζεται κάποιον να πιστοποιήσει ότι όλα αυτά έγιναν σωστά.
Ένας κανόνας μπορεί έτσι να δημιουργήσει όχι μία αλλά πολλές διαφορετικές αγορές υπηρεσιών.
Και ο έλεγχος των εκθέσεων βιωσιμότητας δεν είναι φθηνός
Τα νεότερα στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι εντυπωσιακά. Στην ανάλυση του 2026 για την αναθεώρηση των European Sustainability Reporting Standards, η Επιτροπή εκτιμά ότι, με τα ESRS του 2023, ο έλεγχος των εκθέσεων βιωσιμότητας αντιπροσώπευε περίπου 40% έως πάνω από 50% του συνολικού κόστους αναφορών. Οι ετήσιες δαπάνες αυτές υπολογίζονταν περίπου σε €115.000 για μικρότερες εταιρείες του πρώτου κύματος και κοντά στο €1 εκατ. για μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Τα ποσά περιλαμβάνουν τόσο τις αμοιβές των εξωτερικών ελεγκτών για τον έλεγχο και την πιστοποίηση των στοιχείων, όσο και το σημαντικό εσωτερικό κόστος που απαιτείται για την τεκμηρίωση, την ερμηνεία των κανονιστικών απαιτήσεων και τη συνεργασία με τους ελεγκτές. Με τα αναθεωρημένα standards, η Επιτροπή εκτιμά ότι το κόστος μπορεί να υποχωρήσει περίπου στις €86.000 για τις μικρότερες επιχειρήσεις και περίπου στις €725.000 για τις μεγαλύτερες.
Και υπάρχει μια ακόμη ενδιαφέρουσα κατηγορία: κόστος εξωτερικών συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η ίδια ευρωπαϊκή ανάλυση εκτιμά ότι τα αναθεωρημένα πρότυπα μπορούν να μειώσουν το επαναλαμβανόμενο κόστος εξωτερικών συμβουλευτικών υπηρεσιών κατά περίπου 23% για τις μικρότερες εταιρείες και κατά 17% για τις μεγαλύτερες.
Η ύπαρξη αυτών των εκτιμήσεων λέει από μόνη της πολλά. Το κόστος του συμβούλου έχει πλέον γίνει μετρήσιμο τμήμα του κόστους εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Το due diligence προσθέτει άλλα δισεκατομμύρια
Η υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας είναι μόνο μία πλευρά. Στην αρχική μελέτη εκτίμησης επιπτώσεων για την Οδηγία σχετικά με την Εταιρική Δέουσα Επιμέλεια για τη Βιωσιμότητα (Corporate Sustainability Due Diligence Directive – CSDDD), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε υπολογίσει ότι οι άμεσες δαπάνες συμμόρφωσης θα μπορούσαν να φθάσουν τα €500-680 εκατ. σε εφάπαξ κόστος προσαρμογής και τα €1,72-€2,37 δισ. σε επαναλαμβανόμενο ετήσιο κόστος συμμόρφωσης, ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των επιχειρήσεων που θα υπάγονταν στους κανόνες.
Η ίδια ανάλυση αναγνώριζε και πιθανό έμμεσο κόστος για επιχειρήσεις που δεν υπάγονταν άμεσα στους κανόνες αλλά βρίσκονταν στις αλυσίδες παραγωγής αξίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτό είναι κρίσιμο. Ένας κανόνας που τυπικά αφορά μια μεγάλη πολυεθνική μπορεί στην πράξη να ταξιδεύει προς τα κάτω:
- στον προμηθευτή,
- στον προμηθευτή του προμηθευτή,
- στη μικρότερη εταιρεία που πρέπει να παραδώσει τα δεδομένα,
- και τελικά στον εξωτερικό σύμβουλο που θα τη βοηθήσει να τα παράγει.
Draghi: περισσότερο από τις μισές ΜμΕ δείχνουν τη ρύθμιση
Το ζήτημα έχει πλέον μετακινηθεί από την περιφέρεια στο κέντρο της συζήτησης για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Στην έκθεση για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, ο Mario Draghi σημείωσε ότι περισσότερες από τις μισές ΜμΕ στην Ευρώπη χαρακτηρίζουν τα κανονιστικά και διοικητικά εμπόδια ως τη μεγαλύτερη πρόκλησή τους. Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ο Draghi συνδέει το ζήτημα με το ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα παραγωγικότητας και καινοτομίας. Η Ευρώπη δηλώνει ότι θέλει περισσότερη καινοτομία, αλλά ταυτόχρονα - όπως επισημαίνει η έκθεση - συνεχίζει να προσθέτει κανονιστικά εμπόδια, ιδιαίτερα δαπανηρά για τις ΜμΕ και για τους ψηφιακούς κλάδους.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι απλώς ότι "οι επιχειρηματίες δεν αγαπούν τη γραφειοκρατία". Το πραγματικό ερώτημα είναι: πού κατευθύνεται το επόμενο ευρώ μιας επιχείρησης;
- Σε R&D;
- Σε νέο μηχάνημα;
- Σε software;
- Σε έναν μηχανικό;
- Σε έναν πωλητή;
Ή σε έναν ακόμη άνθρωπο που χρειάζεται για να εξηγήσει, να καταγράψει και να πιστοποιήσει ότι η επιχείρηση συμμορφώνεται με έναν κανόνα;
Ο κανονιστικός φόρος που δεν εμφανίζεται ως φόρος
Από οικονομική άποψη μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ένα μέρος αυτού του κόστους σαν έναν ιδιότυπο κανονιστικό φόρο. Δεν εισπράττεται από το κράτος. Δεν εμφανίζεται στον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν ονομάζεται φόρος. Αλλά απορροφά κεφάλαιο και εργατοώρες. Η διαφορά είναι ότι αντί τα χρήματα να καταλήγουν στο Δημόσιο, καταλήγουν σε εσωτερικά τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης, ελεγκτές, δικηγόρους, συμβούλους, πληροφοριακά συστήματα και φορείς πιστοποίησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλο το ποσό είναι οικονομικά "χαμένο".
Οι λογιστικοί κανόνες μειώνουν την ασυμμετρία πληροφόρησης. Οι περιβαντολογικοί κανόνες περιορίζουν εξωτερικότητες. Το due diligence μπορεί να περιορίσει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή περιβαλλοντικές ζημιές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η αναφορά βιωσιμότηττας μπορεί να δώσει στους επενδυτές πληροφορίες για κινδύνους που διαφορετικά δεν θα έβλεπαν. Και η ίδια η Κομισιόν υποστηρίζει ότι οι κανόνες due diligence μπορούν να βελτιώσουν τη νομική ασφάλεια, να δημιουργήσουν περισσότερο ομοιόμορφους κανόνες στην ενιαία αγορά και να ενισχύσουν μακροπρόθεσμα τη βιώσιμη επιχειρηματική συμπεριφορά.
Επομένως το σωστό δίλημμα δεν είναι: ρύθμιση ή καθόλου ρύθμιση. Είναι: πόση ρύθμιση παράγει μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος από το οικονομικό κόστος που επιβάλλει;
Και κυρίως: πόσο περίπλοκη χρειάζεται πραγματικά να είναι;
Και τότε συνέβη κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον
Η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να καταργεί και να απλοποιεί μέρος των απαιτήσεων που η ίδια είχε δημιουργήσει. Το 2026 το Omnibus I ολοκλήρωσε μια σημαντική αναθεώρηση των CSRD και CSDDD. Με τους νέους κανόνες, το υποχρεωτικό sustainability reporting του CSRD περιορίστηκε σε επιχειρήσεις με πάνω από 1.000 εργαζομένους και πάνω από €450 εκατ. καθαρό ετήσιο τζίρο. Το Corporate Sustainability Due Diligence (Εταιρική Δέουσα Επιμέλεια για τη Βιωσιμότητα) περιορίστηκε ακόμη περισσότερο: σε πολύ μεγάλες επιχειρήσεις με περισσότερους από 5.000 εργαζομένους και τζίρο άνω των €1,5 δισ.
Η αναθεώρηση δεν αποτελεί κατάργηση της ευρωπαϊκής σχετικής πολιτικής. Είναι όμως σαφής αναγνώριση ότι η σχέση ανάμεσα στον στόχο και στο διοικητικό βάρος χρειαζόταν επαναρύθμιση. Και η Κομισιόν υπολογίζει ότι μόνο οι αλλαγές γύρω από CSRD και CSDDD μπορούν να αποφέρουν περίπου €4,5 δισ. ετήσιας εξοικονόμησης διοικητικού κόστους.
Από 1.000 datapoints σε δραστικό ψαλίδι
Τον Ιούλιο του 2026 η Κομισιόν προχώρησε ακόμη περισσότερο. Τα αναθεωρημένα European Sustainability Reporting Standards μειώνουν πάνω από 60% τα υποχρεωτικά datapoints και πάνω από 70% τον συνολικό αριθμό datapoints. Η ίδια η Επιτροπή εκτιμά ότι οι αλλαγές μπορούν να μειώσουν τα κόστη των σχετικών αναφορών πάνω από 30% ανά επιχείρηση. Αυτό ίσως είναι το πιο εύγλωττο στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας.
Δεν χρειάζεται κάποιος να αποφασίσει ιδεολογικά εάν τα προηγούμενα standards ήταν "γραφειοκρατικά". Όταν ο ίδιος ο νομοθέτης μπορεί να αφαιρέσει πάνω από το 60% των υποχρεωτικών datapoints και να υπολογίζει ότι η πληροφορία παραμένει επαρκής για επενδυτές και μετόχους, το ερώτημα για το αν το προηγούμενο σύστημα είχε γίνει υπερβολικά περίπλοκο προκύπτει από μόνο του.
€37,5 δισ.: Η Ευρώπη βάζει τιμή στη γραφειοκρατία της
Και φτάνουμε ίσως στον μεγαλύτερο αριθμό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πλέον θέσει επίσημο στόχο: μείωση του διοικητικού βάρους κατά τουλάχιστον 25% για όλες τις επιχειρήσεις και κατά τουλάχιστον 35% για τις ΜμΕ. Ο εκτιμώμενος στόχος εξοικονόμησης μέχρι το 2029 είναι: €37,5 δισ. ετησίως.
Μέχρι σήμερα η Κομισιόν υπολογίζει ότι τα μέτρα απλοποίησης που έχουν ήδη προωθηθεί αντιστοιχούν σε περίπου €17 δισ. ετήσιας διοικητικής εξοικονόμησης.
Η επιλογή των λέξεων της ίδιας της Επιτροπής έχει σημασία. Τα δισεκατομμύρια που εξοικονομούνται από τη γραφειοκρατία μπορούν, όπως αναφέρει, να ανακατευθυνθούν σε νέες θέσεις εργασίας, καινοτομία και ανάπτυξη. Δηλαδή ακριβώς στο κόστος ευκαιρίας που βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος.
Το μεγάλο ευρωπαϊκό παράδοξο
Και κάπου εδώ ολοκληρώνεται ο κύκλος. Η Ευρώπη θέλει να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική. Για να επιτύχει κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και οικονομικούς στόχους δημιουργεί κανόνες. Οι κανόνες γίνονται περίπλοκοι. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται ειδικούς για να τους κατανοήσουν. Οι ειδικοί δημιουργούν νέες πρακτικές. Οι σύμβουλοι δημιουργούν νέα προϊόντα. Οι ελεγκτές δημιουργούν νέες υπηρεσίες για τον έλεγχο και την πιστοποίηση των στοιχείων βιωσιμότητας. Οι εαιρείες λογισμικού δημιουργούν νέα συστήματα κανονιστικής συμμόρφωσης. Οι επιχειρήσεις δημιουργούν νέα τμήματα. Και κάποια στιγμή το κόστος γίνεται τόσο μεγάλο ώστε η Ευρώπη δημιουργεί μια δεύτερη πολιτική: την πολιτική απλοποίησης της πρώτης πολιτικής.
Το 2026 περίπου το μισό πρόγραμμα εργασίας της Κομισιόν αποτελείται πλέον από προτάσεις απλοποίησης. Υπάρχει κάτι σχεδόν κυκλικό σε αυτό.
- Η Ευρώπη δημιουργεί τον κανόνα.
- Η αγορά δημιουργεί τον σύμβουλο που θα εξηγήσει τον κανόνα.
- Ο σύμβουλος βοηθά την εταιρεία να εφαρμόσει τον κανόνα.
- Ο ελεγκτής πιστοποιεί ότι εφαρμόστηκε ο κανόνας.
- Και τελικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιουργεί έναν νέο κανόνα για να απλοποιήσει τον προηγούμενο.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι σύμβουλοι
Θα ήταν εύκολο να κατηγορήσει κανείς τις Big Four. Και μάλλον θα ήταν λάθος. Οι Deloitte, PwC, EY και KPMG κάνουν αυτό που κάνει κάθε επιχείρηση: προσφέρουν υπηρεσίες για τις οποίες υπάρχει ζήτηση. Εάν μια εταιρεία πρέπει να συμμορφωθεί με CSRD, CSDDD, Taxonomy, Pillar ΙΙ, GDPR, CBAM ή οποιοδήποτε άλλο σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο, κάποιος πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς απαιτείται. Και όταν η πιθανή ζημιά από ένα λάθος στην κανονιστική συμμόρφωση είναι μεγάλη, η επιχείρηση έχει κάθε κίνητρο να αγοράσει την καλύτερη δυνατή συμβουλή.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι: "Γιατί υπάρχουν τόσοι σύμβουλοι;"¨Είναι: "Γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη ζήτηση για συμβούλους;" Και εκεί η απάντηση γίνεται πολύ περισσότερο ευρωπαϊκή.
Μια ήπειρος που πρέπει να αποφασίσει πού θέλει τα καλύτερα μυαλά της
Το βαθύτερο ζήτημα δεν είναι τα €37,5 δισ. Είναι η κατανομή του ανθρώπινου κεφαλαίου. Ένας εξαιρετικός νέος οικονομολόγος μπορεί να ασχοληθεί με την ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος. Ένας μηχανικός μπορεί να σχεδιάσει μια νέα παραγωγική διαδικασία. Ένας data scientist μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο AI model. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να δημιουργήσει μια νέα εταιρεία. Ή όλοι αυτοί μπορούν να βρεθούν σε μια αίθουσα συσκέψεων προσπαθώντας να αποφασίσουν σε ποιο κελί μιας αναφοράς βιωσιμότητας πρέπει να καταχωριστεί ένα συγκεκριμένο datapoint.
Φυσικά μια σύγχρονη οικονομία χρειάζεται και τα δύο. Χρειάζεται ανθρώπους που δημιουργούν. Και ανθρώπους που ελέγχουν. Το ερώτημα είναι η αναλογία. Για δεκαετίες η Ευρώπη ανησυχούσε μήπως χάσει τα εργοστάσιά της προς την Ασία. Τώρα ανησυχεί μήπως χάσει τις τεχνολογικές επιχειρήσεις της προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ίσως όμως υπάρχει και ένα τρίτο, λιγότερο ορατό πρόβλημα: να κατευθύνει ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των καλύτερα εκπαιδευμένων ανθρώπων της όχι στην παραγωγή νέας αξίας, αλλά στη διαχείριση της πολυπλοκότητας που η ίδια δημιουργεί.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στη μεγαλύτερη ειρωνεία. Η Ευρώπη μπορεί να μην έχει δημιουργήσει τη Google. Δεν δημιούργησε τη Microsoft, την Nvidia ή την Amazon. Δεν έχει αντίστοιχη Silicon Valley.
Έχει όμως καταφέρει να δημιουργήσει κάτι άλλο: μια εξαιρετικά εξελιγμένη αγορά ανθρώπων που μπορούν να εξηγήσουν στις επιχειρήσεις τι πρέπει να κάνουν για να παραμείνουν συμμορφωμένες. Και ίσως γι' αυτό η πιο ενδιαφέρουσα φράση ολόκληρης της συζήτησης δεν προέρχεται από κάποιον ευρωσκεπτικιστή οικονομολόγο. Προέρχεται από τον ίδιο τον Ευρωπαίο Επίτροπο Stéphane Séjourné: δημιουργήσαμε μια οικονομία γύρω από αυτούς τους κανόνες.πη προσπαθεί να αποφασίσει πόσο μεγάλη θέλει πραγματικά να είναι αυτή η οικονομία.

Add comment
Comments