Η κατάρρευση της εύθραυστης κοινοβουλευτικής συμμαχίας, η έκρηξη για τη στέγη, η άνοδος του Vox και το μεγάλο ερώτημα της επόμενης ημέρας: μπορεί ο Πέδρο Σάντσεθ να επαναλάβει την ανατροπή του 2023 ή η Ισπανία οδεύει προς κυβέρνηση PP–Vox;

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ισπανία επιστρέφει στις κάλπες. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου τη διάλυση του Κοινοβουλίου και την προκήρυξη πρόωρων γενικών εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου 2026, περίπου εννέα μήνες πριν από την κανονική ολοκλήρωση της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Η απόφαση ήρθε μετά την κοινοβουλευτική απόρριψη δύο κρίσιμων κυβερνητικών διαταγμάτων για τη στεγαστική κρίση. Αλλά η ψηφοφορία για τη στέγη ήταν περισσότερο η αφορμή παρά η πραγματική αιτία.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ είχε φτάσει εδώ και καιρό στα όρια της κοινοβουλευτικής αριθμητικής της. Η ετερόκλητη πλειοψηφία που του επέτρεψε να παραμείνει στη Moncloa μετά τις εκλογές του 2023 είχε σταδιακά μετατραπεί από εργαλείο διακυβέρνησης σε μηχανισμό συνεχούς διαπραγμάτευσης.
Και όταν το καταλανικό Junts ένωσε τελικά τις ψήφους του με το Λαϊκό Κόμμα (PP) και το Vox για να καταψηφίσει τα κυβερνητικά μέτρα για τη στέγη, το μήνυμα ήταν δύσκολο να αγνοηθεί: η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του 2023 υπήρχε πλέον περισσότερο στα χαρτιά παρά στην πολιτική πραγματικότητα.
Ο Σάντσεθ επέλεξε επομένως αυτό που έχει κάνει επανειλημμένα στην πολιτική του σταδιοδρομία: αντί να περιμένει τη φθορά, μεταφέρει το παιχνίδι σε άλλο γήπεδο.
Και ζητά από τους Ισπανούς να ξαναμοιράσουν την τράπουλα.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι
Η κρίση ξέσπασε γύρω από το μεγαλύτερο ίσως κοινωνικό πρόβλημα της σημερινής Ισπανίας: τη στέγη.
Η κυβέρνηση κατέθεσε δύο έκτακτα διατάγματα με μέτρα για τις εξώσεις, την προστασία των ενοικιαστών και την αγορά κατοικίας. Η υπόθεση είχε αποκτήσει τεράστια κοινωνική φόρτιση μετά την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας στη Μαδρίτη και τις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν.
Το Σάββατο δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους σε περίπου 50 ισπανικές πόλεις. Μόνο στη Μαδρίτη οι διαδηλωτές υπολογίστηκαν σε περίπου 70.000. Και υπάρχει πραγματικό οικονομικό υπόβαθρο πίσω από την οργή.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται πλέον με διψήφιους ετήσιους ρυθμούς, καθώς η ισχυρή ζήτηση - λόγω πληθυσμιακής αύξησης, μετανάστευσης και χαμηλότερων επιτοκίων- συναντά μια ιδιαίτερα ανελαστική προσφορά κατοικιών. Η κυβέρνηση επιχείρησε να μετατρέψει το στεγαστικό σε κεντρικό κοινωνικό ζήτημα.
Αλλά στο Κοινοβούλιο βρήκε απέναντί της όχι μόνο το PP και το Vox, αλλά και το Junts. Οι Καταλανοί υποστήριξαν ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις θα περιόριζαν ακόμη περισσότερο την προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση και τελικά θα οδηγούσαν σε υψηλότερες τιμές. Για τον Σάντσεθ, όμως, η πολιτική σημασία της ψηφοφορίας ήταν μεγαλύτερη από το ίδιο το νομοσχέδιο.
Αν η κυβέρνηση δεν μπορούσε να περάσει ένα από τα κεντρικά κοινωνικά μέτρα της, με ποια ακριβώς πλειοψηφία θα κυβερνούσε τους επόμενους εννέα μήνες;
Η κυβέρνηση των 121 εδρών
Για να καταλάβει κανείς πώς φτάσαμε εδώ πρέπει να επιστρέψει στις εκλογές του Ιουλίου 2023. Το PP του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο είχε κερδίσει τις εκλογές με 137 έδρες, αλλά δεν διέθετε την απαραίτητη πλειοψηφία για να κυβερνήσει.
Το PSOE του Σάντσεθ είχε περιοριστεί στις 121 έδρες. Κι όμως, πρωθυπουργός έγινε ξανά ο Σάντσεθ. Κατάφερε να συγκροτήσει μια εντυπωσιακά ετερόκλητη κοινοβουλευτική συμμαχία: PSOE και Sumar, μαζί με βασκικά και καταλανικά εθνικιστικά και αυτονομιστικά κόμματα.
Το πολιτικό τίμημα ήταν μεγάλο. Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας υπήρξε η αμνηστία για πρόσωπα που συνδέονταν με το καταλανικό αποσχιστικό κίνημα, μια επιλογή που προκάλεσε τεράστια πολιτική αντιπαράθεση στην Ισπανία.
Η συμφωνία λειτούργησε ως μηχανισμός επανεκλογής του Σάντσεθ. Δεν αποδείχθηκε όμως εξίσου αποτελεσματική ως μηχανισμός διακυβέρνησης. Το Junts δεν μετατράπηκε ποτέ σε κανονικό κυβερνητικό εταίρο. Κάθε σημαντική ψηφοφορία απαιτούσε νέα διαπραγμάτευση.
Η κυβέρνηση πέρασε σχετικά λίγη νομοθεσία κατά την τρίτη θητεία Σάντσεθ και, ακόμη πιο χαρακτηριστικά, η Ισπανία δεν έχει εγκρίνει νέο κρατικό προϋπολογισμό από το 2023. Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της τελευταίας περιόδου.
Η οικονομία πήγαινε πολύ καλύτερα από την πολιτική της.
Μια πολιτική κρίση μέσα σε μια οικονομία που αναπτύσσεται
Οι πρόωρες εκλογές δεν πραγματοποιούνται μέσα σε ύφεση. Το αντίθετο. Η Ισπανία παραμένει μία από τις ισχυρότερες μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,8% το 2025, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη περίπου 2,1% το 2026. Ο ΟΟΣΑ είναι ελαφρώς πιο αισιόδοξος, προβλέποντας 2,2%. Η απασχόληση έχει ενισχυθεί, η μετανάστευση έχει διευρύνει το εργατικό δυναμικό, οι επενδύσεις έχουν στηριχθεί από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και ο τουρισμός παραμένει ισχυρός.
Αυτό όμως δημιουργεί το ισπανικό πολιτικό παράδοξο του 2026: οι μακροοικονομικοί αριθμοί είναι σχετικά καλοί, αλλά ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών δεν αισθάνεται αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά του.
Η κατοικία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, αλλά όταν τα ενοίκια και οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα, η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αίσθημα οικονομικής ασφάλειας.
Και αυτή η απόσταση μεταξύ μακροοικονομίας και καθημερινότητας πιθανότατα θα αποτελέσει ένα από τα κεντρικά πεδία της προεκλογικής μάχης.
Και μετά ήρθαν τα σκάνδαλα
Στο μεταξύ, το PSOE έχει επιβαρυνθεί από σειρά δικαστικών υποθέσεων και ερευνών που αφορούν πρόσωπα του ευρύτερου πολιτικού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού.
Ο ίδιος ο Σάντσεθ δεν έχει κατηγορηθεί στις συγκεκριμένες υποθέσεις, όμως οι έρευνες και οι δικαστικές εξελίξεις έχουν προσφέρει στην αντιπολίτευση ένα ακόμη ισχυρό πολιτικό όπλο. Για το PP, επομένως, η εκλογική αφήγηση είναι σχετικά απλή: η Ισπανία χρειάζεται αλλαγή κυβέρνησης μετά από οκτώ χρόνια Σάντσεθ.
Για το PSOE, το δίλημμα πρέπει να τεθεί διαφορετικά: ποιο κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο θα κυβερνήσει την Ισπανία εάν η σημερινή προοδευτική πλειοψηφία αντικατασταθεί από μια πλειοψηφία PP–Vox;
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο λόγος για τον οποίο ο Σάντσεθ αποφάσισε να κάνει το μεγάλο στοίχημα τώρα.
Γιατί τώρα;
Εκ πρώτης όψεως, η στιγμή μοιάζει παράξενη. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις είναι δυσμενείς για το PSOE. Αλλά από τη σκοπιά του Σάντσεθ υπάρχει και η αντίθετη ανάγνωση.
Η στεγαστική κρίση έχει κινητοποιήσει ένα τμήμα της κοινωνικής βάσης της Αριστεράς. Οι δρόμοι γέμισαν διαδηλωτές. Το PP, το Vox και το Junts βρέθηκαν στην ίδια πλευρά της κρίσιμης κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας.
Ο Σάντσεθ μπορεί επομένως να επιχειρήσει να μετατρέψει μια κοινοβουλευτική ήττα σε προεκλογικό δίλημμα: "Μας εμποδίζουν να εφαρμόσουμε κοινωνική πολιτική. Δώστε μας την πλειοψηφία για να την εφαρμόσουμε".
Στη σημερινή του δήλωση ζήτησε ουσιαστικά μια νέα και πολύ μεγαλύτερη προοδευτική πλειοψηφία, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η κυβέρνηση έκανε λάθη και ότι ένα μέρος της κοινωνικής βάσης της είναι δυσαρεστημένο.
Πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνη στρατηγική. Αλλά δεν είναι πρωτόγνωρη για τον ίδιο.
Το προηγούμενο του 2023
Τον Μάιο του 2023 ο Σάντσεθ είχε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Μετά τη βαριά ήττα των Σοσιαλιστών στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, αντί να περιμένει, διέλυσε αιφνιδιαστικά το Κοινοβούλιο και προκήρυξε εκλογές για τις 23 Ιουλίου.
Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν τότε καθαρό προβάδισμα του PP και υπαρκτή δυνατότητα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας μαζί με το Vox.
Το PP πράγματι κέρδισε τις εκλογές. Αλλά ο Φεϊχόο δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Σάντσεθ παρέμεινε στη Moncloa.
Το μάθημα εκείνης της αναμέτρησης είναι σημαντικό: στην Ισπανία δεν αρκεί να κερδίσεις τις εκλογές. Πρέπει να μπορείς να συγκεντρώσεις 176 ψήφους στο Κογκρέσο.
Αυτή τη φορά όμως η αφετηρία είναι δυσκολότερη για την Αριστερά.
Τι δείχνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις
Οι τελευταίες μετρήσεις παρουσιάζουν αξιοσημείωτη συνέπεια ως προς τη γενική εικόνα, αν και διαφέρουν στα επιμέρους ποσοστά. Η έρευνα της 40dB για El País και Cadena SER, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 25 και 28 Σεπτεμβρίου, δίνει:
PP 31,6%
PSOE 27,4%
Vox 18,4%
Sumar 5,6%
Podemos 2,7%.
Το PP και το Vox φτάνουν μαζί στο 50%, ενώ PSOE, Sumar και Podemos περιορίζονται συνολικά στο 35,7%.
Ακόμη δυσμενέστερη για την κυβέρνηση είναι η μέτρηση της Sigma Dos της 4ης Οκτωβρίου:
PP 32,6% – 140 έδρες
PSOE 25,6% – 103 έδρες
Vox 18,3% – 63 έδρες.
Στην ίδια μέτρηση, PP και Vox συγκεντρώνουν μαζί 203 έδρες, όταν η απόλυτη πλειοψηφία βρίσκεται στις 176.
Η DYM, στις 24 Σεπτεμβρίου, είχε δώσει:
PP 34,7%
PSOE 26,3%
Vox 17,3%.
Η εκτίμησή της έδινε στο PP 144–148 έδρες και στο Vox 58–61, δηλαδή συνολικά 202 έως 209 έδρες.
Οι αριθμοί δεν αποτελούν πρόβλεψη του αποτελέσματος της 29ης Νοεμβρίου. Καταγράφουν την εικόνα της κοινής γνώμης πριν αρχίσει ουσιαστικά η προεκλογική εκστρατεία - και, ειδικά στην περίπτωση της 40dB, πριν από την κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησης στα διατάγματα για τη στέγη.
Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που επαναλαμβάνεται σχεδόν παντού: η πραγματική αλλαγή του ισπανικού πολιτικού συστήματος δεν είναι τόσο η ενίσχυση του PP όσο η άνοδος του Vox.
Το Vox είναι το κλειδί
Το 2023 το Vox είχε πάρει περίπου 12,4% και 33 έδρες. Σήμερα αρκετές δημοσκοπήσεις το τοποθετούν γύρω στο 18%. Δηλαδή περίπου έξι μονάδες υψηλότερα. Το PP, αντιθέτως, δεν εμφανίζει αντίστοιχη εκτίναξη.
Ο μέσος όρος δημοσκοπήσεων που παρουσίασε πρόσφατα το El País τοποθετούσε το PP περίπου στο 33%, το PSOE στο 26% και το Vox στο 18%. Με βάση αυτό το σύνολο δεδομένων, η σημαντικότερη μεταβολή σε σχέση με το 2023 είναι η ενίσχυση του κόμματος του Σαντιάγο Αμπασκάλ.
Αυτό αλλάζει και τη σχέση ισχύος στο εσωτερικό της ισπανικής Δεξιάς. Το ερώτημα για τον Φεϊχόο δεν είναι μόνο πόσες έδρες θα κερδίσει το PP. Είναι και πόσο ισχυρό θα είναι το Vox εάν οι δύο παρατάξεις χρειαστούν η μία την άλλη για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Άλλο πράγμα είναι ένα Vox των 30–35 βουλευτών. Και εντελώς διαφορετικό ένα Vox των 60 ή περισσότερων. Στη δεύτερη περίπτωση, η συμμετοχή του στην κυβερνητική εξίσωση αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος.
Το μεταναστευτικό επιστρέφει στο κέντρο
Η άνοδος του Vox δεν εξηγείται μόνο από την κυβερνητική φθορά. Η Ισπανία βρίσκεται παράλληλα αντιμέτωπη με νέα ένταση γύρω από το μεταναστευτικό, ιδιαίτερα μετά τη μαζική άφιξη μεταναστών στη Θέουτα στα τέλη Ιουλίου.
Η διαχείριση περίπου 2.200 ασυνόδευτων ανηλίκων που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό προστασία έχει προκαλέσει σύγκρουση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και περιφερειών που ελέγχονται από το PP, ενώ το Vox ζητά πολύ αυστηρότερη πολιτική επιστροφών.
Έτσι η εκλογική αναμέτρηση αποκτά δύο σχεδόν παράλληλους άξονες. Η Αριστερά θα προσπαθήσει να μιλήσει κυρίως για: στέγη, κοινωνικό κράτος, μισθούς και δημόσιες υπηρεσίες.
Η Δεξιά θα επιχειρήσει να μεταφέρει το βάρος σε: μετανάστευση, πολιτική σταθερότητα, καταλανικό ζήτημα, διαφθορά και οκτώ χρόνια διακυβέρνησης Σάντσεθ.
Το ποιο από τα δύο σύνολα θεμάτων θα κυριαρχήσει μέχρι τις 29 Νοεμβρίου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Το δεύτερο πρόβλημα του Σάντσεθ: τι υπάρχει αριστερά του PSOE;
Υπάρχει όμως και ένα πρόβλημα που ο ίδιος ο Σάντσεθ δεν μπορεί να λύσει μόνος του. Ο χώρος στα αριστερά του PSOE είναι κατακερματισμένος.
Το Sumar, οι Podemos και άλλες δυνάμεις βρίσκονται σε διαδικασία ανασύνταξης, ενώ η αιφνιδιαστική προκήρυξη εκλογών τις υποχρεώνει να αποφασίσουν μέσα σε ελάχιστες ημέρες με ποιους υποψηφίους και με ποιες συμμαχίες θα κατέβουν.
Οι διαπραγματεύσεις για μια ευρύτερη συμμαχία έχουν ήδη επιταχυνθεί και οι σχετικές προθεσμίες είναι ασφυκτικές: οι εκλογικοί συνασπισμοί πρέπει να δηλωθούν έως τις 16 Οκτωβρίου. Και το ισπανικό εκλογικό σύστημα τιμωρεί ιδιαίτερα τον κατακερματισμό.
Οι έδρες κατανέμονται σε επαρχιακές περιφέρειες και στις μικρότερες από αυτές ένα κόμμα με 3% ή 4% μπορεί να συγκεντρώνει ψήφους χωρίς να εκλέγει κανέναν βουλευτή. Άρα η διάσπαση μεταξύ Sumar και Podemos δεν κοστίζει απλώς ποσοστά. Μπορεί να κοστίσει έδρες.
Και οι Καταλανοί;
Το άλλο μεγάλο ερώτημα αφορά τα περιφερειακά κόμματα. Το 2023 οι Καταλανοί και οι Βάσκοι αποτέλεσαν τον αριθμητικό μηχανισμό που επέτρεψε στον Σάντσεθ να παραμείνει πρωθυπουργός. Σήμερα αυτή η σχέση έχει αλλάξει.
Το Junts μόλις συνέβαλε στην ήττα μιας από τις σημαντικότερες κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Και αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο πρόβλημα για το PSOE.
Ακόμη και αν περιορίσει τη διαφορά από το PP, δεν αρκεί να επαναλάβει απλώς το αποτέλεσμα του 2023. Χρειάζεται να ξαναδημιουργήσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Και η παλιά συνταγή μπορεί να μην είναι πλέον διαθέσιμη.
Τρία πολιτικά σενάρια για την 30ή Νοεμβρίου
Με τα σημερινά δεδομένα, τρεις βασικές κοινοβουλευτικές εκδοχές αξίζει να παρακολουθούμε - χωρίς καμία από αυτές να αποτελεί πρόβλεψη του αποτελέσματος.
Πρώτον, αυτοδυναμία του δεξιού μπλοκ.
Εάν PP και Vox διατηρήσουν αθροιστικά τα σημερινά επίπεδα των δημοσκοπήσεων και η κατανομή των εδρών κινηθεί ανάλογα, θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις 176 έδρες. Τότε το βασικό ζήτημα δεν θα είναι η αριθμητική της επένδυσης αλλά η μορφή της συνεργασίας τους: κυβέρνηση συνασπισμού, κυβέρνηση PP με κοινοβουλευτική στήριξη Vox ή κάποια άλλη συμφωνία.
Δεύτερον, πρώτο PP αλλά χωρίς 176 έδρες μαζί με το Vox.
Εδώ επιστρέφουμε σε μια παραλλαγή του 2023. Η πρώτη θέση δεν εξασφαλίζει τη Moncloa. Θα απαιτούνταν πρόσθετες κοινοβουλευτικές συμμαχίες ή αποχές, και η αριθμητική θα γινόταν εξαιρετικά περίπλοκη.
Τρίτον, σημαντική προεκλογική ανάκαμψη της Αριστεράς.
Το PSOE θα επιχειρήσει να επαναφέρει στις κάλπες ψηφοφόρους του 2023 που σήμερα δηλώνουν αποχή ή αναποφάσιστοι και να μετατρέψει την προοπτική συμμετοχής του Vox στην κυβέρνηση σε βασικό εργαλείο συσπείρωσης.
Αυτό ακριβώς είχε συμβεί σε έναν βαθμό το 2023. Μόνο που αυτή τη φορά η δημοσκοπική απόσταση εκκίνησης είναι μεγαλύτερη. Το ίδιο το El País υπολογίζει ότι η σημερινή διαφορά των δύο πολιτικών μπλοκ είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που χρειάστηκε να καλύψει η Αριστερά στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.
Ο Φεϊχόο έχει επίσης ένα δίλημμα
Οι εκλογές δεν αποτελούν δοκιμασία μόνο για τον Σάντσεθ. Είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική στιγμή της καριέρας του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο. Το 2023 κέρδισε τις εκλογές αλλά έχασε την εξουσία.
Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι το PP μπορεί όχι απλώς να τερματίσει πρώτο αλλά να δημιουργήσει βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία.
Και ταυτόχρονα πρέπει να διαχειριστεί έναν ανταγωνιστή στα δεξιά του που εμφανίζεται πολύ ισχυρότερος από ό,τι πριν από τρία χρόνια.
Το PP χρειάζεται τους ψηφοφόρους του Vox για να αλλάξει κυβέρνηση. Αλλά κάθε ψήφος που μετακινείται από το PP προς το Vox αυξάνει τη διαπραγματευτική δύναμη του Αμπασκάλ την επόμενη ημέρα.
Αυτό είναι το παράδοξο της ισπανικής Δεξιάς.
Η 29η Νοεμβρίου δεν θα είναι απλώς μια αναμέτρηση Σάντσεθ–Φεϊχόο
Σε πρώτη ανάγνωση, οι εκλογές μοιάζουν με ακόμη μία μονομαχία μεταξύ PSOE και PP. Στην πραγματικότητα είναι κάτι περισσότερο. Θα κριθεί εάν το πολιτικό μοντέλο που επέτρεψε στον Σάντσεθ να κυβερνήσει από το 2018 μπορεί να επιβιώσει άλλη μία φορά.
Θα μετρηθεί η πραγματική δύναμη του Vox.
Θα φανεί εάν η ισπανική Αριστερά μπορεί να ξαναενωθεί αρκετά ώστε να μην τιμωρηθεί από το εκλογικό σύστημα.
Θα αποδειχθεί εάν τα καταλανικά κόμματα εξακολουθούν να κρατούν το κλειδί της Moncloa.
Και θα δοκιμαστεί ένα ακόμη ισπανικό παράδοξο: πόσο μπορεί μια κυβέρνηση να ωφεληθεί εκλογικά από μια οικονομία που αναπτύσσεται, όταν οι πολίτες αντιμετωπίζουν μια βαθιά κρίση στο κόστος της κατοικίας;
Ο Σάντσεθ γνωρίζει ότι ξεκινά την εκστρατεία από δύσκολη θέση. Γνωρίζει όμως και κάτι ακόμη. Το 2023 οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι βρισκόταν κοντά στην έξοδο από τη Moncloa. Το PP κέρδισε πράγματι τις εκλογές - και όμως ο Σάντσεθ παρέμεινε πρωθυπουργός.
Γι’ αυτό και η 29η Νοεμβρίου δεν πρέπει να διαβαστεί απλώς ως ερώτημα για το ποιος θα έρθει πρώτος. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα μπορέσει, όταν καταμετρηθεί και η τελευταία έδρα, να βρει τον μαγικό αριθμό: 176.
Και αυτή τη φορά, σε αντίθεση με το 2023, το Vox μπαίνει στην προεκλογική περίοδο πολύ ισχυρότερο, η κοινοβουλευτική συμμαχία του Σάντσεθ πολύ πιο κατακερματισμένη και η ισπανική κοινωνία αντιμέτωπη με μια στεγαστική κρίση που έχει μετατραπεί από οικονομικό πρόβλημα σε πολιτική πυριτιδαποθήκη.
Οι επόμενες οκτώ εβδομάδες θα δείξουν αν ο Πέδρο Σάντσεθ κατάφερε για ακόμη μία φορά να επιλέξει την κατάλληλη στιγμή για να αιφνιδιάσει τους αντιπάλους του - ή αν οι πρόωρες εκλογές της 29ης Νοεμβρίου θα καταγραφούν ως το τέλος ενός πολιτικού κύκλου που ξεκίνησε το 2018.
Add comment
Comments