Ο δείκτης CSI 300 έχει εισέλθει σε περιοχή bear market, οι κινεζικές τεχνολογικές μετοχές καταγράφουν μεγάλες απώλειες και το Πεκίνο κινητοποιεί κρατικά επενδυτικά κεφάλαια για να ανακόψει τις πωλήσεις. Όμως η κρίση δεν είναι μόνο χρηματιστηριακή.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα δοκιμασία εμπιστοσύνης στις χρηματοπιστωτικές της αγορές. Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να στηρίξει τις τιμές των μετοχών, οι επενδυτές εξακολουθούν να ανησυχούν για την πορεία της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.
Σύμφωνα και με σημερινό δημοσίευμα των Financial Times, το Πεκίνο έχει κινητοποιήσει κρατικά συνδεδεμένα επενδυτικά κεφάλαια και χρηματιστηριακούς φορείς, επιδιώκοντας να περιορίσει την πτώση των κινεζικών μετοχών.
Η παρέμβαση έρχεται μετά την είσοδο του δείκτη CSI 300 σε περιοχή τεχνικής πτωτικής αγοράς, με απώλειες άνω του 20% από τα υψηλά του Ιουνίου. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο εάν το κράτος διαθέτει αρκετά κεφάλαια για να στηρίξει τις αποτιμήσεις.
Είναι εάν μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών χωρίς ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών.
Η έκταση της χρηματιστηριακής πτώσης
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η υποχώρηση δεν περιορίζεται σε έναν κλάδο ή σε μεμονωμένες εταιρείες.
Η πτώση έχει επεκταθεί και στο Χονγκ Κονγκ. Ο Hang Seng έχει υποχωρήσει περισσότερο από 12% από την αρχή του έτους, ενώ ο τεχνολογικός του υποδείκτης έχει χάσει πάνω από 30%. Παράλληλα, επενδυτές από την ηπειρωτική Κίνα έχουν πουλήσει μετοχές στο Χονγκ Κονγκ αξίας περίπου $20 δισ. δολαρίων Χονγκ Κονγκ μέσα στον Οκτώβριο.
Η έκταση των πωλήσεων υποδηλώνει ότι η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο τη βραχυπρόθεσμη πορεία των χρηματιστηριακών δεικτών, αλλά και τις προοπτικές κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Η «εθνική ομάδα» των κινεζικών αγορών
Η Κίνα διαθέτει έναν μηχανισμό παρέμβασης που δεν συναντάται με την ίδια μορφή στις περισσότερες δυτικές χρηματιστηριακές αγορές.
Πρόκειται για τη λεγόμενη national team, ένα σύνολο κρατικά συνδεδεμένων επενδυτικών οργανισμών που μπορούν να αγοράζουν μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs) όταν οι αρχές θεωρούν ότι η αγορά απειλείται από ανεξέλεγκτη πτώση.
Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η Central Huijin Investment, που συνδέεται με το κρατικό επενδυτικό σύστημα της Κίνας. Σύμφωνα με τη South China Morning Post, οι αγορές κρατικά υποστηριζόμενων επενδυτών ενδέχεται να έφθασαν τα 170 δισ. γουάν, περίπου $25,5 δισ., μέσα στον Οκτώβριο.
Στις 28 Οκτωβρίου, ο CSI 300 κατέγραψε άνοδο 0,9%, με την παρουσία κρατικών αγοραστών να θεωρείται ένας από τους παράγοντες στήριξης. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται κυρίως σε χρηματιστηριακές ροές και ενδείξεις συναλλαγών. Δεν αποτελούν επίσημη επιβεβαίωση ότι το κράτος δαπάνησε ακριβώς αυτό το ποσό.
Η στρατηγική έχει χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν. Τον Απρίλιο του 2025, η Central Huijin είχε ανακοινώσει αγορές εγχώριων μετοχών μέσω ETFs, σε μια προσπάθεια περιορισμού της αναταραχής που είχε προκαλέσει η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου.
Η παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινός αγοραστής όταν πολλοί επενδυτές επιδιώκουν ταυτόχρονα να ρευστοποιήσουν τις θέσεις τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να περιοριστεί ο κίνδυνος μιας αυτοτροφοδοτούμενης πτώσης: οι τιμές υποχωρούν, οι επενδυτές αναγκάζονται να πουλήσουν και οι πρόσθετες πωλήσεις προκαλούν νέες απώλειες.
Όμως η κρατική ζήτηση δεν μεταβάλλει αυτομάτως τις προοπτικές των επιχειρήσεων. Αν οι πωλήσεις, τα περιθώρια κέρδους και οι ταμειακές ροές παραμένουν αδύναμα, η άνοδος των τιμών μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή.
Αυτό επισημαίνουν και αναλυτές της Macquarie και της Julius Baer: η κρατική παρέμβαση μπορεί να δημιουργήσει ένα κατώτατο όριο στις αποτιμήσεις, αλλά μια διατηρήσιμη ανοδική αγορά χρειάζεται ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα.
Η τεχνητή νοημοσύνη: Από χρηματιστηριακή ευφορία σε απογοήτευση
Μία από τις σημαντικότερες ιδιαιτερότητες της σημερινής κρίσης είναι ότι πλήττει έντονα εταιρείες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η Κίνα έχει αναπτύξει ένα ισχυρό οικοσύστημα τεχνολογικών επιχειρήσεων, από κατασκευαστές ημιαγωγών και μπαταριών έως εταιρείες που αναπτύσσουν μεγάλα γλωσσικά μοντέλα.
Η πρόοδος εταιρειών όπως η DeepSeek δημιούργησε προσδοκίες ότι η Κίνα θα μπορούσε να αμφισβητήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η τεχνολογική επιτυχία δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη χρηματιστηριακή απόδοση.
Οι επενδυτές αρχίζουν να εξετάζουν πιο αυστηρά εάν τα μελλοντικά έσοδα των εταιρειών μπορούν να δικαιολογήσουν τις υψηλές αποτιμήσεις και τις μεγάλες επενδύσεις. Οι Financial Times επισημαίνουν χαρακτηριστικά την περίπτωση της MiniMax, η οποία διαπραγματεύεται περίπου 50% χαμηλότερα από την τιμή της αρχικής δημόσιας προσφοράς της. Η Z.ai, παρά τη μεγάλη συνολική άνοδο μέσα στο έτος, είχε χάσει 63% της αξίας της σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα μετά το υψηλό του Ιουνίου.
Το πρόβλημα είναι εν μέρει επιχειρηματικό. Πολλές κινεζικές εταιρείες AI προωθούν ανοιχτά μοντέλα, τα οποία ενισχύουν τον ανταγωνισμό και περιορίζουν τις δυνατότητες υψηλής τιμολόγησης. Αυτό μπορεί να επιταχύνει τη διάδοση της τεχνολογίας, αλλά δυσκολεύει τη δημιουργία υψηλών περιθωρίων κέρδους για τους ίδιους τους παραγωγούς των μοντέλων.
Η διαφορά μεταξύ τεχνολογικής προόδου και χρηματοοικονομικής απόδοσης βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των επενδυτικών αποφάσεων.
Το πρόβλημα της πραγματικής οικονομίας
Η χρηματιστηριακή υποχώρηση δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από την κατάσταση της κινεζικής οικονομίας. Η εγχώρια κατανάλωση παραμένει υποτονική, οι επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία έχουν μειωθεί και η κρίση στην αγορά ακινήτων εξακολουθεί να επηρεάζει τις προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Οι πάγιες επενδύσεις μειώθηκαν κατά 7,2% σε ετήσια βάση στο εννεάμηνο έως τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ οι εξαγωγές διατήρησαν ισχυρότερη δυναμική. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια διαρθρωτική ανισορροπία. Η Κίνα εξακολουθεί να διαθέτει μεγάλη παραγωγική ικανότητα, αλλά η εσωτερική ζήτηση δεν αναπτύσσεται με αντίστοιχο ρυθμό.
Η οικονομία μπορεί επομένως να αυξάνει την παραγωγή και τις εξαγωγές χωρίς να δημιουργεί ανάλογη βελτίωση στα εισοδήματα, στην κερδοφορία όλων των κλάδων ή στην καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Η κρίση των ακινήτων παραμένει στο επίκεντρο
Για πολλά κινεζικά νοικοκυριά, η ακίνητη περιουσία αποτελεί βασικό μέρος του συνολικού πλούτου τους. Όταν οι τιμές των κατοικιών υποχωρούν ή οι προοπτικές της αγοράς παραμένουν αβέβαιες, τα νοικοκυριά μπορεί να αυξάνουν την αποταμίευσή τους και να περιορίζουν την κατανάλωση.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει τις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, υπηρεσιών και καταναλωτικών προϊόντων. Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει μέτρα στήριξης της στεγαστικής αγοράς, μεταξύ των οποίων επιδοτήσεις στεγαστικών δανείων. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η κλίμακά τους δεν επαρκεί για να αντιστρέψει μια πολυετή κρίση.
Γιατί η δημοσιονομική πολιτική δεν έχει καθησυχάσει τις αγορές
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της σημερινής κατάστασης είναι η απόσταση μεταξύ των προσδοκιών των επενδυτών και της πραγματικής δημοσιονομικής πολιτικής. Οι αγορές περίμεναν ότι το Πεκίνο θα προχωρούσε σε ισχυρότερα μέτρα τόνωσης της εγχώριας ζήτησης.
Αντίθετα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν περιορισμό των δημόσιων δαπανών στο πρώτο εννεάμηνο. Ο Kinger Lau, επικεφαλής στρατηγικής για τις κινεζικές μετοχές στην Goldman Sachs, χαρακτήρισε τη δημοσιονομική πολιτική περισσότερο συσταλτική παρά επεκτατική, επισημαίνοντας ότι αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε σημαντική αρνητική έκπληξη σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες.
Η επιλογή αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο δίλημμα της κινεζικής οικονομικής πολιτικής. Η κυβέρνηση θέλει να στηρίξει την ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να αποφύγει μια νέα περίοδο υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης και μη παραγωγικών επενδύσεων.
Η προηγούμενη εξάρτηση από την αγορά ακινήτων και τις υποδομές έχει δημιουργήσει υψηλές υποχρεώσεις για επιχειρήσεις και τοπικές κυβερνήσεις. Ένα νέο μεγάλο πρόγραμμα τόνωσης θα μπορούσε να βελτιώσει προσωρινά τη δραστηριότητα, αλλά θα αύξανε και τις δημοσιονομικές πιέσεις εάν δεν κατευθυνόταν σε παραγωγικές χρήσεις.
Τι δείχνει η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Η διαφορετική πορεία των αμερικανικών και των κινεζικών τεχνολογικών μετοχών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις ΗΠΑ, οι προσδοκίες για την τεχνητή νοημοσύνη έχουν στηρίξει μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις και παραγωγούς ημιαγωγών.
Στην Κίνα, η τεχνολογική πρόοδος συνυπάρχει με υποχώρηση των αποτιμήσεων πολλών εταιρειών AI. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι αμερικανικές εταιρείες έχουν αναγκαστικά καλύτερες μακροπρόθεσμες προοπτικές. Δείχνει ότι οι αποτιμήσεις εξαρτώνται όχι μόνο από την ποιότητα της τεχνολογίας, αλλά και από την ικανότητα εμπορικής αξιοποίησής της, την πρόσβαση σε κεφάλαια, τη ρυθμιστική αβεβαιότητα και τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες.
Η διαφορά έχει και μια δεύτερη διάσταση. Ορισμένοι διεθνείς επενδυτές φαίνεται να μεταφέρουν κεφάλαια από κινεζικές τεχνολογικές μετοχές προς εταιρείες ημιαγωγών στην Ταϊβάν και στη Νότια Κορέα, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις παγκόσμιες επενδύσεις σε υποδομές AI.
Έτσι, ακόμη και η ανάπτυξη μιας τεχνολογίας στην οποία η Κίνα επενδύει σημαντικά μπορεί να ωφελεί χρηματιστηριακά άλλες ασιατικές αγορές.
Οι επιπτώσεις για την Ευρώπη και τις διεθνείς αγορές
Η παρατεταμένη αδυναμία της κινεζικής οικονομίας επηρεάζει και τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν μειωμένη ζήτηση και εντονότερο ανταγωνισμό στην κινεζική αγορά. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες πολυτελών προϊόντων επηρεάζονται από την υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Οι παραγωγοί βιομηχανικού εξοπλισμού και πρώτων υλών εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από την κινεζική επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα, η αδύναμη εγχώρια ζήτηση μπορεί να ωθήσει κινεζικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν περισσότερες πωλήσεις στο εξωτερικό, εντείνοντας τον ανταγωνισμό με τους ευρωπαϊκούς παραγωγούς.
Η επίδραση στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων είναι επίσης σημαντική. Η χαμηλότερη επενδυτική δραστηριότητα στην Κίνα μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση για βιομηχανικά μέταλλα και ενεργειακές πρώτες ύλες, αν και η τελική επίδραση εξαρτάται από τις εξελίξεις στην παγκόσμια προσφορά.
Μπορεί το κράτος να δημιουργήσει ανοδική αγορά;
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κρατικές παρεμβάσεις μπορούν να αποτρέψουν βραχυπρόθεσμες κρίσεις ρευστότητας, αλλά δεν εγγυώνται διατηρήσιμη άνοδο των μετοχών. Η αξία μιας επιχείρησης εξαρτάται τελικά από τις αναμενόμενες μελλοντικές ταμειακές ροές και από το κόστος κεφαλαίου.
Εάν οι επενδυτές αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις κερδοφορίας, η κρατική ζήτηση μπορεί να καθυστερήσει την προσαρμογή των τιμών, όχι απαραίτητα να την αποτρέψει. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος η διαρκής παρουσία κρατικών αγοραστών να αποδυναμώσει τον μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών.
Όταν οι επενδυτές πιστεύουν ότι το κράτος θα παρεμβαίνει κάθε φορά που οι μετοχές υποχωρούν, μπορεί να αναλαμβάνουν μεγαλύτερους κινδύνους, θεωρώντας ότι υπάρχει έμμεση προστασία έναντι των ζημιών. Αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα ηθικού κινδύνου (moral hazard).
Από την άλλη πλευρά, μια στοχευμένη παρέμβαση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν η αγορά απειλείται από προσωρινή έλλειψη ρευστότητας ή από αναγκαστικές πωλήσεις που δεν αντανακλούν τις πραγματικές οικονομικές προοπτικές.
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι απλώς αν το κράτος πρέπει να παρέμβει, αλλά με ποιον σκοπό και για πόσο διάστημα.
Το πραγματικό πρόβλημα της Κίνας
Η σημερινή χρηματιστηριακή κρίση αποτελεί αντανάκλαση μιας βαθύτερης οικονομικής μετάβασης. Το προηγούμενο κινεζικό μοντέλο βασίστηκε στην ταχεία αύξηση των επενδύσεων, στην οικοδομική δραστηριότητα, στη βιομηχανική παραγωγή και στις εξαγωγές.
Το μοντέλο αυτό επέτρεψε εντυπωσιακή ανάπτυξη επί δεκαετίες. Ωστόσο, η συνέχιση της ίδιας στρατηγικής γίνεται δυσκολότερη όταν η αγορά ακινήτων είναι υπερχρεωμένη, οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται και η εγχώρια κατανάλωση παραμένει ασθενής.
Η τεχνητή νοημοσύνη και οι προηγμένες τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν νέες πηγές παραγωγικότητας, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους για να αντικαταστήσουν τη ζήτηση μιας οικονομίας με περισσότερους από ένα δισεκατομμύριο κατοίκους.
Το Πεκίνο μπορεί να αγοράσει μετοχές και να περιορίσει μια χρηματιστηριακή πτώση. Δεν μπορεί όμως να αγοράσει με τον ίδιο τρόπο την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών, την κερδοφορία των επιχειρήσεων ή την αποδοτικότητα των επενδύσεων.
Η διατηρήσιμη ανάκαμψη θα απαιτήσει περισσότερα από τη στήριξη των χρηματιστηριακών δεικτών: ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση, αποτελεσματικότερη κατανομή κεφαλαίων και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον ιδιωτικό τομέα.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της κινεζικής οικονομίας.
Add comment
Comments