Η Νέα Ζηλανδία ξύπνησε μετά τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου με δύο σχεδόν ισοδύναμα μεγάλα κόμματα, μια εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και σχεδόν 400.000 ψήφους που δεν έχουν ακόμη καταμετρηθεί.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Μια εκλογική αναμέτρηση χωρίς καθαρό νικητή
Η Νέα Ζηλανδία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις πιο αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Οι γενικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου δεν έδωσαν μια αδιαμφισβήτητη πολιτική εντολή σε κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Αντίθετα, ανέδειξαν μια εξαιρετικά εύθραυστη κοινοβουλευτική ισορροπία, στην οποία λίγες χιλιάδες ψήφοι μπορούν να καθορίσουν τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης.
Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Christopher Luxon και το κεντροδεξιό National Party διατηρούν ένα μικρό προβάδισμα έναντι του Labour Party, υπό τον Chris Hipkins. Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν έχει οριστικοποιηθεί.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που μετέδωσαν Reuters και Associated Press, ο κυβερνητικός συνασπισμός συγκεντρώνει 67 έδρες σε ένα Κοινοβούλιο που εκτιμάται ότι θα αριθμεί 131 μέλη. Η πλειοψηφία είναι οριακή. Περίπου το 14% των ψήφων παραμένει εκτός της αρχικής καταμέτρησης, με τα επίσημα αποτελέσματα να αναμένονται στις 27 Νοεμβρίου.
Το αποτέλεσμα δεν συνιστά καθαρή νίκη της κυβέρνησης, αλλά ούτε και επικράτηση της αντιπολίτευσης. Πρόκειται για μια εκλογική εκκρεμότητα που μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες. Και σε μια χώρα όπου η συγκρότηση κυβέρνησης εξαρτάται από κοινοβουλευτικές συνεργασίες, η αβεβαιότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Η αριθμητική του εκλογικού θρίλερ
Το National Party συγκεντρώνει περίπου το 29% της κομματικής ψήφου, ποσοστό σχεδόν ίδιο με εκείνο των Εργατικών. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την αδυναμία των δύο μεγάλων κομμάτων να αποκτήσουν σαφή πολιτική υπεροχή. Παράλληλα, οι μικρότερες πολιτικές δυνάμεις συγκεντρώνουν σημαντικά ποσοστά, αποκαλύπτοντας μια κοινωνία περισσότερο κατακερματισμένη πολιτικά.
Η κατανομή των εδρών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα εθνικά ποσοστά. Το εκλογικό σύστημα της Νέας Ζηλανδίας συνδυάζει την αναλογική εκπροσώπηση με την εκλογή βουλευτών σε μονοεδρικές περιφέρειες.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερα σύνθετη κοινοβουλευτική αριθμητική. Η διαφορά ανάμεσα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία και στην απώλειά της μπορεί να περιορίζεται σε μία ή δύο έδρες.
Το Opportunity: Ένα νέο κόμμα ανατρέπει τις ισορροπίες
Η μεγαλύτερη πολιτική έκπληξη της εκλογικής αναμέτρησης είναι η είσοδος του κεντρώου Opportunity Party στο Κοινοβούλιο. Το κόμμα, υπό την ηγεσία της 38χρονης Qiulae Wong, συγκέντρωσε περίπου 6% των ψήφων και εξασφάλισε, σύμφωνα με την προσωρινή καταμέτρηση, επτά έδρες. Η επιτυχία του είναι ιστορική.
Πρόκειται για την πρώτη φορά μετά την καθιέρωση του μικτού αναλογικού συστήματος το 1996 που ένα νέο κόμμα, χωρίς να προέρχεται από διάσπαση υπάρχουσας κοινοβουλευτικής δύναμης, ξεπερνά το όριο του 5% και εισέρχεται στο Κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αποκαλύπτει μια σημαντική μεταβολή στη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.
Ένα μέρος της κοινωνίας δεν επιθυμεί πλέον να επιλέγει αποκλειστικά μεταξύ της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς. Αναζητά πολιτικές δυνάμεις που εμφανίζονται λιγότερο συνδεδεμένες με το υπάρχον κομματικό σύστημα.
Το Opportunity φιλοδοξεί να αξιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια, παρουσιάζοντας μια εναλλακτική πολιτική πρόταση. Ωστόσο, η εκλογική του επιτυχία δημιουργεί και μια δύσκολη πρόκληση. Εάν κληθεί να στηρίξει κυβέρνηση, θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτικών συνασπισμών.
Και η επιλογή αυτή μπορεί να καθορίσει την πολιτική του ταυτότητα για τα επόμενα χρόνια.
Η Κιουλέι Γουόνγκ και η ριζοσπαστική φορολογική πρόταση
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του Opportunity δεν είναι μόνο η εκλογική του άνοδος, αλλά και η οικονομική του ατζέντα. Η Wong, πρώην σύμβουλος επιχειρήσεων σε θέματα βιωσιμότητας, ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος τον Νοέμβριο του 2025 και μέσα σε έναν χρόνο κατάφερε να το οδηγήσει σε μια σημαντική εκλογική επιτυχία. Η κεντρική της πρόταση είναι μια ριζική αναδιάρθρωση της φορολογίας.
Το Opportunity υποστηρίζει την καθιέρωση ετήσιου βασικού εισοδήματος 19.400 δολαρίων Νέας Ζηλανδίας για τους περισσότερους κατοίκους, το οποίο προτείνει να χρηματοδοτηθεί μέσω ετήσιου φόρου 1,75% στην αξία της γης. Παράλληλα, προτείνει απλούστευση της φορολογίας εισοδήματος και μεταφορά μέρους του φορολογικού βάρους από την εργασία στην ακίνητη περιουσία.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα οικονομική προσέγγιση, η οποία συνδυάζει στοιχεία κοινωνικής αναδιανομής με φορολογικές ιδέες που έχουν μακρά παράδοση στην οικονομική θεωρία.
Γιατί έχει σημασία ο φόρος στη γη;
Σε αντίθεση με τα κτίρια ή τις επιχειρηματικές επενδύσεις, η συνολική προσφορά γης είναι σε μεγάλο βαθμό σταθερή. Ένας φόρος στην αξία της γης μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να δημιουργεί μικρότερες στρεβλώσεις στην παραγωγή από έναν φόρο στην εργασία ή στις επενδύσεις.
Αυτή είναι η βασική οικονομική λογική που συνδέεται ιστορικά με τις ιδέες του Αμερικανού οικονομικού στοχαστή Henry George. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος δεν είναι απλή. Η αποτίμηση της γης, η επιβάρυνση νοικοκυριών με σημαντική ακίνητη περιουσία αλλά περιορισμένο εισόδημα και η μεταβατική επίδραση στις τιμές των ακινήτων δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις.
Επιπλέον, ένα καθολικό βασικό εισόδημα συνεπάγεται μεγάλη δημοσιονομική δέσμευση. Η βιωσιμότητά του εξαρτάται από τη φορολογική βάση, τις εξαιρέσεις, την αλληλεπίδραση με τις υπάρχουσες κοινωνικές παροχές και τη συμπεριφορά της οικονομίας.
Η πρόταση του Opportunity δεν αποτελεί, επομένως, απλώς μια προεκλογική υπόσχεση κοινωνικής πολιτικής. Αφορά τη συνολική αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος. Το γεγονός ότι ένα κόμμα με μια τόσο διαφορετική φορολογική πρόταση μπορεί να αποκτήσει ρυθμιστικό ρόλο στην κυβέρνηση αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα οικονομική διάσταση των εκλογών.
Η κρίση των δύο μεγάλων κομμάτων
Η επιτυχία του Opportunity δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ταυτόχρονη υποχώρηση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Το National και το Labour συγκεντρώνουν πλέον λιγότερο από το 30% των ψήφων το καθένα, γεγονός πρωτοφανές από την εισαγωγή του σημερινού εκλογικού συστήματος το 1996. Η μεταβολή αυτή είναι σημαντική.
Δεν πρόκειται απλώς για μια συγκυριακή πτώση της δημοτικότητας της κυβέρνησης. Αποτυπώνει μια βαθύτερη δυσκολία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να πείσουν ότι διαθέτουν αποτελεσματικές λύσεις στα οικονομικά προβλήματα.
Ο Λάξον εξελέγη το 2023 με την υπόσχεση ότι θα αποκαταστήσει την οικονομική σταθερότητα και θα περιορίσει το κόστος ζωής. Ωστόσο, η αδύναμη οικονομική ανάπτυξη και η επίμονη πίεση στα οικογενειακά εισοδήματα υπονόμευσαν την απήχηση της κυβέρνησής του. Από την άλλη πλευρά, οι Εργατικοί δυσκολεύτηκαν να πείσουν ότι μια επιστροφή τους στην εξουσία θα οδηγούσε σε ουσιαστική βελτίωση.
Η εκλογική δυσαρέσκεια στράφηκε, συνεπώς, και προς τις δύο πλευρές. Αποτυπώνει μια βαθύτερη δυσκολία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να πείσουν ότι διαθέτουν αποτελεσματικές λύσεις στα οικονομικά προβλήματα.
Αυτή είναι μια εξέλιξη που παρατηρείται σε πολλές ανεπτυγμένες δημοκρατίες. Οι κυβερνήσεις χάνουν τη δημοτικότητά τους εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων, αλλά η αντιπολίτευση δεν καταφέρνει απαραίτητα να αποκτήσει ισχυρή θετική νομιμοποίηση. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση μικρότερων κομμάτων και η δυσκολότερη συγκρότηση σταθερών κυβερνητικών πλειοψηφιών.
Η οικονομική στασιμότητα και η κρίση του κόστους ζωής
Η Νέα Ζηλανδία θεωρείται συχνά μια από τις περισσότερο ανεπτυγμένες και θεσμικά σταθερές οικονομίες του κόσμου. Ωστόσο, η οικονομική της πραγματικότητα παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις. Η γεωγραφική απομόνωση, το σχετικά μικρό μέγεθος της εσωτερικής αγοράς, η εξάρτηση από τις διεθνείς εμπορικές ροές και οι περιορισμοί παραγωγικότητας επηρεάζουν τις αναπτυξιακές της προοπτικές.
Παράλληλα, η αγορά κατοικίας έχει αποτελέσει επί σειρά ετών σημαντική πηγή κοινωνικής δυσαρέσκειας. Οι υψηλές τιμές ακινήτων σε σχέση με τα εισοδήματα δυσκολεύουν την πρόσβαση των νεότερων γενεών στην ιδιοκτησία. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις τιμές αγοράς.
Η στεγαστική επιβάρυνση επηρεάζει την κινητικότητα των εργαζομένων, την αποταμίευση και τη δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας. Η οικονομική ανάπτυξη, ακόμη και όταν καταγράφεται σε επίπεδο ΑΕΠ, δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινότητας.
Η διαφορά μεταξύ μακροοικονομικών δεικτών και πραγματικής οικονομικής εμπειρίας των πολιτών αποτελεί ένα από τα κεντρικά πολιτικά προβλήματα της εποχής. Και στη Νέα Ζηλανδία φαίνεται ότι επηρέασε αποφασιστικά την εκλογική συμπεριφορά.
Το εκλογικό σύστημα: Γιατί το πρώτο κόμμα δεν κυβερνά απαραίτητα
Η Νέα Ζηλανδία χρησιμοποιεί από το 1996 ένα μικτό αναλογικό εκλογικό σύστημα, γνωστό ως Mixed Member Proportional ή MMP.
Οι ψηφοφόροι διαθέτουν δύο ψήφους. Η πρώτη αφορά το κόμμα που επιθυμούν να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο. Η δεύτερη αφορά τον υποψήφιο της τοπικής εκλογικής τους περιφέρειας. Η συνολική κατανομή των εδρών επιδιώκει να αντανακλά την αναλογική δύναμη των κομμάτων, ενώ παράλληλα διατηρείται η άμεση τοπική εκπροσώπηση.
Για να συμμετάσχει στην αναλογική κατανομή, ένα κόμμα πρέπει κατά κανόνα να συγκεντρώσει τουλάχιστον 5% της κομματικής ψήφου ή να κερδίσει μια εκλογική περιφέρεια. Το σύστημα δημιουργεί συνθήκες πολυκομματισμού και κυβερνητικών συνεργασιών.
Έχει, όμως, και ορισμένες τεχνικές ιδιαιτερότητες.
Τι είναι οι επιπλέον έδρες «overhang»;
Όταν ένα κόμμα κερδίζει περισσότερες τοπικές έδρες από όσες θα δικαιολογούσε το εθνικό εκλογικό του ποσοστό, διατηρεί αυτές τις έδρες. Για να αποκατασταθεί σε κάποιον βαθμό η αναλογικότητα, μπορεί να αυξηθεί ο συνολικός αριθμός των βουλευτών. Αυτές οι πρόσθετες έδρες ονομάζονται overhang seats.
Στις εκλογές του 2026, η πρακτική της στρατηγικής ψήφου σε τοπικές περιφέρειες οδήγησε σε ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση του προβλεπόμενου αριθμού των κοινοβουλευτικών εδρών.
Το νέο Κοινοβούλιο μπορεί να είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία του συστήματος MMP. Η εξέλιξη έχει προκαλέσει συζήτηση για το κατά πόσον οι συγκεκριμένοι κανόνες εξυπηρετούν την αρχική φιλοσοφία της αναλογικής εκπροσώπησης. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι τεχνικές λεπτομέρειες ενός εκλογικού νόμου μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Οι 400.000 ψήφοι που μπορούν να ανατρέψουν τα πάντα
Το σημαντικότερο άγνωστο στοιχείο της εκλογικής αναμέτρησης είναι οι λεγόμενες ειδικές ψήφοι. Πρόκειται κυρίως για ψήφους πολιτών που βρίσκονται στο εξωτερικό ή ψηφίζουν εκτός της εκλογικής τους περιφέρειας.
Σύμφωνα με το Reuters, περίπου 399.000 τέτοιες ψήφοι παραμένουν προς καταμέτρηση. Ιστορικά, οι ειδικές ψήφοι τείνουν να ευνοούν περισσότερο τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Στις εκλογές του 2023, για παράδειγμα, η τελική καταμέτρησή τους ενίσχυσε τους Πράσινους και το κόμμα των Μαορί, ενώ περιόρισε την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του National.
Δεν υπάρχει, βεβαίως, εγγύηση ότι η ίδια τάση θα επαναληφθεί. Ωστόσο, με τόσο μικρή διαφορά μεταξύ των δύο πολιτικών συνασπισμών, ακόμη και περιορισμένες μεταβολές μπορούν να αλλάξουν τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.
Τα επίσημα αποτελέσματα αναμένονται στις 27 Νοεμβρίου. Μέχρι τότε, ο Λάξον παραμένει πρωθυπουργός υπηρεσιακού χαρακτήρα, με την κυβέρνηση να συνεχίζει τις συνήθεις διοικητικές λειτουργίες.
Τα τρία σενάρια για την επόμενη κυβέρνηση
Το πρώτο σενάριο παραμένει εφικτό με βάση την προσωρινή καταμέτρηση. Το δεύτερο αποκτά σημασία εάν η τελική κατανομή στερήσει από τον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό την αυτοδυναμία του. Το τρίτο είναι λιγότερο επιθυμητό για τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί όσο παραμένει αβέβαιη η δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφίας.
Ο Λάξον είχε αποκλείσει προεκλογικά τη συνεργασία με το Opportunity. Ωστόσο, στις 8 Νοεμβρίου εμφανίστηκε περισσότερο διαλλακτικός ως προς τη δυνατότητα ανάπτυξης σχέσεων με το κόμμα της Wong.
Αυτό αποτελεί μια πρώτη ένδειξη ότι η εκλογική αριθμητική μπορεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση πολιτικών δεσμεύσεων.
Το μεγάλο δίλημμα του Opportunity: Κυβερνητική επιρροή ή πολιτική αυτονομία;
Για ένα νέο κόμμα, η συμμετοχή σε κυβερνητικό συνασπισμό μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα ευκαιρία και κίνδυνο. Η ευκαιρία είναι προφανής. Ένα κόμμα με περίπου 6% των ψήφων μπορεί να επηρεάσει αποφάσεις πολύ μεγαλύτερης πολιτικής σημασίας από το εκλογικό του μέγεθος.
Μπορεί να εξασφαλίσει υπουργικές θέσεις, να προωθήσει μεταρρυθμίσεις ή να διαμορφώσει την οικονομική ατζέντα της κυβέρνησης.
Ωστόσο, η κυβερνητική συμμετοχή συνεπάγεται συμβιβασμούς.
Το Opportunity έχει προτείνει σημαντικές αλλαγές στη φορολογία και στο κοινωνικό κράτος. Τόσο το National όσο και το Labour έχουν απορρίψει βασικά στοιχεία των φορολογικών του προτάσεων. Συνεπώς, μια κυβερνητική συμφωνία θα απαιτούσε σημαντικές υποχωρήσεις από τουλάχιστον μία πλευρά.
Η Wong θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ της διατήρησης μιας καθαρής πολιτικής ταυτότητας και της δυνατότητας άμεσης συμμετοχής στη διακυβέρνηση. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να προσφέρει κοινοβουλευτική στήριξη χωρίς πλήρη συμμετοχή στην κυβέρνηση, διατηρώντας μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Αυτή η επιλογή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την επιβίωση ενός νέου πολιτικού σχηματισμού.
Η ιστορία των κυβερνητικών συνασπισμών δείχνει ότι μικρά κόμματα μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη επιρροή, αλλά συχνά δυσκολεύονται να διατηρήσουν την εκλογική τους αυτονομία όταν αναλαμβάνουν ευθύνη για αντιδημοφιλείς κυβερνητικές αποφάσεις.
Μια πολιτική προειδοποίηση για τις ανεπτυγμένες δημοκρατίες
Η Νέα Ζηλανδία μπορεί να βρίσκεται γεωγραφικά μακριά από την Ευρώπη, αλλά οι πολιτικές εξελίξεις της παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με εκείνες άλλων δυτικών δημοκρατιών. Η υποχώρηση των δύο μεγάλων κομμάτων, η ενίσχυση μικρότερων σχηματισμών και η αυξανόμενη σημασία των κυβερνητικών συνεργασιών δεν αποτελούν αποκλειστικά νεοζηλανδικά φαινόμενα.
Αντίστοιχες τάσεις παρατηρούνται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Η πολιτική δυσαρέσκεια συνδέεται συχνά με οικονομικά ζητήματα που οι παραδοσιακές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.
Η στεγαστική κρίση, η στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων και η αίσθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη ωφελεί δυσανάλογα συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ενισχύουν την αναζήτηση εναλλακτικών πολιτικών προτάσεων. Το παράδειγμα του Opportunity δείχνει ότι αυτή η δυσαρέσκεια δεν οδηγεί απαραίτητα στην άνοδο ακραίων πολιτικών δυνάμεων.
Μπορεί να εκφραστεί και μέσα από νέα κεντρώα κόμματα που προτείνουν ριζικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό αποτελεί μια σημαντική διάκριση. Ο πολιτικός κατακερματισμός δεν συνεπάγεται αυτομάτως ιδεολογική πόλωση. Μπορεί να αντανακλά και την αναζήτηση νέων πολιτικών λύσεων σε προβλήματα που οι παραδοσιακοί σχηματισμοί δεν έχουν κατορθώσει να επιλύσουν.
Εν κατακλείδι: Η Νέα Ζηλανδία ψηφίζει για αλλαγή, αλλά δεν γνωρίζει ποιος θα την εφαρμόσει
Οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου δεν έδωσαν μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα ποιος θα κυβερνήσει τη Νέα Ζηλανδία. Αποκάλυψαν, όμως, μια βαθύτερη πολιτική πραγματικότητα. Τα δύο μεγάλα κόμματα δυσκολεύονται να διατηρήσουν την παραδοσιακή εκλογική τους κυριαρχία.
Οι ψηφοφόροι αναζητούν νέες επιλογές, ενώ η οικονομική στασιμότητα και το κόστος ζωής εξακολουθούν να επηρεάζουν αποφασιστικά την πολιτική συμπεριφορά. Η επιτυχία του Opportunity αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της μεταβολής.
Ένα κόμμα με περίπου 6% των ψήφων μπορεί να αποκτήσει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της κυβέρνησης και ενδεχομένως να επηρεάσει σημαντικές οικονομικές αποφάσεις. Ωστόσο, τίποτα δεν έχει κριθεί οριστικά.
Η καταμέτρηση των ειδικών ψήφων στις 27 Νοεμβρίου θα καθορίσει την τελική κοινοβουλευτική ισορροπία. Μόνο τότε θα καταστεί σαφές εάν ο Κρίστοφερ Λάξον μπορεί να παραμείνει στην εξουσία ή εάν θα ανοίξει ο δρόμος για μια διαφορετική κυβερνητική συνεργασία.
Το σημαντικότερο μήνυμα των εκλογών είναι ότι η πολιτική σταθερότητα δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τη δύναμη των μεγάλων κομμάτων, αλλά και από την ικανότητά τους να συνεργάζονται με νέες πολιτικές δυνάμεις.
Η Νέα Ζηλανδία μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εργαστήριο για το μέλλον των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών.
Add comment
Comments