Το Δημόσιο έβαλε περίπου €50,3 δισ. για τη διάσωση και αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος. Όμως είχε προηγουμένως επιβάλει στις τράπεζες ζημιές δεκάδων δισεκατομμυρίων από το "κούρεμα" του δημόσιου χρέους, εισέπραξε δισεκατομμύρια από τόκους, ομόλογα, πωλήσεις μετοχών και εκκαθαρίσεις και εξακολουθεί να κατέχει τραπεζικές συμμετοχές αξίας σχεδόν 2 δισ. ευρώ.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία μία φράση επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε σχεδόν έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα αυτονόητης αλήθειας: "Ο Έλληνας φορολογούμενος έδωσε περίπου 50 δισ. ευρώ για να σώσει τις τράπεζες". Το πρώτο μισό της πρότασης έχει πραγματική βάση. Το δεύτερο χρειάζεται πολύ περισσότερη συζήτηση. Πράγματι, το Ελληνικό Δημόσιο διέθεσε τεράστια ποσά για την ανακεφαλαιοποίηση, την εξυγίανση και την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος. Αλλά αυτό δεν είναι ολόκληρος ο λογαριασμός.
Πριν ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες, το ίδιο το Δημόσιο είχε προκαλέσει μία από τις μεγαλύτερες ζημιές στους ισολογισμούς τους, μέσω της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Στη συνέχεια απέκτησε μετοχές των τραπεζών. Εισέπραξε χρήματα από μετατρέψιμα ομόλογα, δικαιώματα αγοράς μετοχών και πωλήσεις συμμετοχών. Εισέπραξε, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, σημαντικά ποσά που συνδέονταν με την έκτακτη χρηματοδότηση των τραπεζών. Ανέκτησε χρήματα από εκκαθαρίσεις. Και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διαθέτει σημαντικές τραπεζικές συμμετοχές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος είχε υπολογίσει ήδη το 2024 ότι, με έναν ευρύ οικονομικό υπολογισμό, το συνολικό όφελος για το Δημόσιο ξεπερνούσε το συνολικό κόστος της τραπεζικής διάσωσης κατά περίπου €3,5 δισ. Η επικαιροποίηση αυτού του λογαριασμού έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026 οδηγεί, με τις ίδιες βασικές αρχές, σε καθαρή θετική θέση που προσεγγίζει τα €4 δισ. ευρώ.
Η πραγματικότητα, επομένως, είναι πολύ πιο σύνθετη από το "δώσαμε 50 δισ. στις τράπεζες και τα χάσαμε".
Πόσα έβαλε πραγματικά το Δημόσιο;
Ας ξεκινήσουμε από τη δυσμενέστερη για το Δημόσιο εκδοχή. Όχι από €30 δισ. ή €40 δισ. Αλλά από ολόκληρο τον λογαριασμό που χρησιμοποίησε η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος. Στην αποτίμηση που παρουσίασε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στη Βουλή, το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων υπολογίστηκε σε €50,282 δισ.
Αυτός είναι λοιπόν ο αριθμός από τον οποίο πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση. Περίπου €50,3 δισ. Όμως άλλο πράγμα είναι το πόσα έβαλε το Δημόσιο και άλλο το πόσα τελικά έχασε. Αν έχασε.
Πριν το κράτος βάλει χρήματα, είχε «κουρέψει» τις τράπεζες
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι του λογαριασμού και συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση. Οι ελληνικές τράπεζες είχαν αγοράσει ελληνικά κρατικά ομόλογα. Δηλαδή είχαν δανείσει χρήματα στο Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή στον Έλληνα φορολογούμενο. Τα ομόλογα αυτά θεωρούνταν μέχρι τότε χαμηλού κινδύνου περιουσιακά στοιχεία. Όταν όμως πραγματοποιήθηκε η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, οι τράπεζες υπέστησαν τεράστιες ζημιές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι συνολικές ακαθάριστες ζημιές των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών από την αναδιάρθρωση του χρέους ανήλθαν σε περίπου €28,2 δισ.
Και εδώ εμφανίζεται μία εντυπωσιακή σύμπτωση. Οι κεφαλαιακές ανάγκες που υπολόγισε τότε η Τράπεζα της Ελλάδος για τις ίδιες τέσσερις τράπεζες ήταν €27,501 δισ..
Δεν σημαίνει ότι τα δύο ποσά ταυτίζονται οικονομικά. Οι κεφαλαιακές ανάγκες περιλάμβαναν επίσης τις αναμενόμενες ζημιές από δάνεια λόγω της βαθιάς ύφεσης, τις ήδη σχηματισμένες προβλέψεις, την αναμενόμενη μελλοντική κερδοφορία και το ύψος των κεφαλαίων που απαιτούσαν οι εποπτικές αρχές. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει άλλωστε επισημάνει ότι σε βάθος χρόνου οι ζημιές από τα χαρτοφυλάκια δανείων αποτέλεσαν το κύριο γενεσιουργό αίτιο των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης, ενώ η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους υπήρξε κυρίως καθοριστικός παράγοντας στην πρώτη περίοδο 2012-2013.
Όμως το μέγεθος της αρχικής ζημιάς δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Το κράτος ήταν ταυτόχρονα ο οφειλέτης και ο διασώστης
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο της ελληνικής τραπεζικής κρίσης. Το κράτος ήταν αρχικά οφειλέτης των τραπεζών. Οι τράπεζες κατείχαν κρατικά ομόλογα. Με την αναδιάρθρωση του χρέους, το κράτος μείωσε τις υποχρεώσεις του. Η ζημιά εμφανίστηκε στους ισολογισμούς των τραπεζών. Και στη συνέχεια το κράτος εμφανίστηκε ως ανακεφαλαιοποιητής των ίδιων τραπεζών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανακεφαλαιοποίηση ήταν δωρεάν. Σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί κανείς να εξετάζει μόνο το δεύτερο σκέλος της συναλλαγής.
Αν ένας οφειλέτης διαγράψει μεγάλο μέρος της υποχρέωσής του προς έναν πιστωτή και στη συνέχεια χρειαστεί να εισφέρει κεφάλαιο στον ίδιο πιστωτή για να τον κρατήσει ζωντανό, ο οικονομικός λογαριασμός δεν μπορεί να περιλαμβάνει μόνο το κεφάλαιο που εισέφερε. Πρέπει να περιλαμβάνει και την υποχρέωση από την οποία απαλλάχθηκε.
Για ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος αποτίμησε το όφελος του Δημοσίου από την αναδιάρθρωση και επαναγορά του χρέους σε €38,289 δισ. Αυτό δεν ήταν μετρητά που μπήκαν στο κρατικό ταμείο. Ήταν όμως πραγματική μείωση υποχρεώσεων του Δημοσίου. Και αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε τον λογαριασμό.
Τα χρήματα της ανακεφαλαιοποίησης δεν ήταν δωρεά
Υπάρχει ακόμη μία παρανόηση. Όταν το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας εισέφερε κεφάλαια στις τράπεζες, δεν παρέδωσε απλώς δισεκατομμύρια στους παλιούς ιδιοκτήτες τους. Απέκτησε συμμετοχές. Οι προηγούμενοι μέτοχοι υπέστησαν τεράστια απομείωση της συμμετοχής τους και το Δημόσιο απέκτησε πολύ μεγάλα ποσοστά στις τράπεζες. Με άλλα λόγια, το κράτος κεφαλαιοποίησε μία υποχρέωση και απέκτησε περιουσιακά στοιχεία.
Αυτό είναι ουσιωδώς διαφορετικό από μία μη επιστρεπτέα επιχορήγηση. Οι συμμετοχές αυτές είχαν στη συνέχεια χρηματιστηριακή αξία και άρχισαν σταδιακά να πωλούνται.
Οι τράπεζες πλήρωσαν επίσης ακριβά για την έκτακτη ρευστότητα
Στα χρόνια της κρίσης οι ελληνικές τράπεζες έχασαν την πρόσβασή τους στις διεθνείς αγορές και αντιμετώπισαν πρωτοφανή εκροή καταθέσεων. Μέχρι τον Ιούνιο του 2012 είχε αποχωρήσει περίπου το ένα τρίτο της καταθετικής βάσης, ενώ η συνολική χρηματοδότηση των πιστωτικών ιδρυμάτων από την κεντρική τράπεζα πλησίασε στο αποκορύφωμα της κρίσης τα €140 δισ. Οι τράπεζες πλήρωναν για την έκτακτη παροχή ρευστότητας. Τα σχετικά έσοδα ενίσχυαν τα αποτελέσματα της Τράπεζας της Ελλάδος και σημαντικό μέρος αυτών κατέληγε τελικά στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της διανομής των κερδών της κεντρικής τράπεζας.
Στον επίσημο λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος αποτιμήθηκαν σε περίπου €5,5 δισ. τα σχετικά μερίσματα προς το Δημόσιο, τα οποία συνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τα έκτακτα έσοδα από την παροχή ρευστότητας. Άρα υπήρχε και μία αντίστροφη χρηματική ροή: οι τράπεζες χρηματοδοτούνταν για να επιβιώσουν, πλήρωναν για αυτή τη χρηματοδότηση και μέρος αυτών των εσόδων επέστρεφε τελικά στο κράτος.
Το κράτος δημιούργησε τις συνθήκες της ασφυξίας, οι τράπεζες πλήρωναν για να μην στερηθούν το οξυγόνο και τα έσοδδα πήγαιναν στο κράτος. Σ' αυτόν που βούλωνε τον αναπνευστήρα.
Τι πήρε τελικά πίσω το Δημόσιο;
Στην αποτίμηση του 2024, η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσίασε την άλλη πλευρά του λογαριασμού.
Απέναντι σε συνολικό κόστος: €50,282 δισ. Η διαφορά ήταν: +€3,465 δισ. Με αυτή τη μεθοδολογία, λοιπόν, η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος κατέληγε το 2024 ότι ο συνολικός οικονομικός λογαριασμός για τον φορολογούμενο ήταν ήδη θετικός κατά περίπου €3,5 δισ.
Και από τότε το Δημόσιο πούλησε κι άλλες μετοχές
Ο λογαριασμός όμως του 2024 δεν είναι ο σημερινός. Μετά τις 31 Μαρτίου 2024 συνεχίστηκε η αποεπένδυση του Δημοσίου από τις τράπεζες. Μεταξύ άλλων, πωλήθηκε επιπλέον ποσοστό της Εθνικής Τράπεζας, αποφέροντας περίπου €691 εκατ. Παράλληλα πραγματοποιήθηκε νέα κεφαλαιακή επένδυση στην Attica Bank, σημερινή CrediaBank, ύψους περίπου €459 εκατ. ευρώ. Η καθαρή διαφορά αυτών των δύο κινήσεων είναι περίπου: +€232 εκατ. υπέρ του Δημοσίου.
Αλλά το Δημόσιο εξακολουθεί να έχει τραπεζικές μετοχές.
Σχεδόν 2 δισ. ευρώ τραπεζικής περιουσίας παραμένουν στο Δημόσιο
Σήμερα το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο κατέχει το 8,50% της Εθνικής Τράπεζας και το 29,32% της CrediaBank. Με τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2026, η αξία αυτών των δύο συμμετοχών προσεγγίζει τα €2 δισ. Δεν πρόκειται για πραγματοποιημένο κέρδος. Πρόκειται όμως για περιουσία που εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και συνεπώς δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν υπολογίζεται η τελική ζημιά της ανακεφαλαιοποίησης.
Ο λογαριασμός μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2026
Αν πάρουμε ως αφετηρία την επίσημη αποτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος του 2024 και επικαιροποιήσουμε μόνο τις βασικές μεταβολές που μπορούν να αποτιμηθούν με σχετική ασφάλεια, προκύπτει:
Δηλαδή περίπου: +€4 δισ. Πρόκειται για επικαιροποίηση της μεθοδολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος και όχι για νέο επίσημο υπολογισμό της ίδιας.
Όχι, το Δημόσιο δεν «έβγαλε 4 δισ. μετρητά»
Εδώ χρειάζεται ίσως η σημαντικότερη διάκριση ολόκληρου του άρθρου. Τα περίπου €4 δισ. δεν αποτελούν ταμειακό κέρδος. Ο συνολικός λογαριασμός περιλαμβάνει τρεις εντελώς διαφορετικές κατηγορίες.
Επομένως θα ήταν εξίσου λανθασμένο να πούμε: "Το κράτος κέρδισε 4 δισ. από τη διάσωση των τραπεζών", όσο είναι παραπλανητικό να λέμε: "Το κράτος έδωσε 50 δισ. στις τράπεζες και τα έχασε". Η πραγματική εικόνα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο συνθήματα.
Υπάρχει και ένας δεύτερος, αυστηρότερος λογαριασμός
Κάποιος μπορεί εύλογα να αντιτείνει: "Γιατί πιστώνετε στην τραπεζική διάσωση τα 38,3 δισ. ευρώ από την αναδιάρθρωση του χρέους; Η αναδιάρθρωση έγινε για να μειωθεί το δημόσιο χρέος και όχι για να σωθούν οι τράπεζες". Η ένσταση είναι σοβαρή. Γι' αυτό υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο διαφορετικοί λογαριασμοί. Ο πρώτος είναι καθαρά ταμειακός: πόσα χρήματα έβαλε το Δημόσιο στις τράπεζες και πόσα χρήματα επέστρεψαν άμεσα σε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο υπολογισμού, η ζημιά του Δημοσίου παραμένει σημαντική.
Ο δεύτερος είναι οικονομικός: πόσες υποχρεώσεις του Δημοσίου διαγράφηκαν εις βάρος των τραπεζών, πόσα κεφάλαια χρειάστηκε στη συνέχεια να τους εισφέρει, πόσα ανέκτησε και ποια περιουσία απέκτησε. Αυτός είναι ο ευρύτερος λογαριασμός που οδηγεί στο θετικό αποτέλεσμα.
Δεν πρέπει να συγχέουμε τους δύο. Αλλά επίσης δεν μπορούμε να παρουσιάζουμε μόνο τον πρώτο σαν να μην υπήρξε ποτέ ο δεύτερος.
Και τι θα γινόταν αν το κράτος δεν τις ανακεφαλαιοποιούσε;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ερώτημα. Ποιον πραγματικά έσωσε η ανακεφαλαιοποίηση;
- Τους τραπεζίτες;
- Τους μετόχους;
- Ή τους καταθέτες;
Τα στοιχεία της εποχής είναι αποκαλυπτικά. Οι ελληνικές τράπεζες είχαν ήδη χάσει περίπου το ένα τρίτο των καταθέσεών τους έως τον Ιούνιο του 2012. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ρητά ότι η ανακεφαλαιοποίηση είχε γίνει επιτακτική προκειμένου να προστατευθούν πλήρως οι καταθέτες. Παράλληλα, στις τράπεζες που κρίθηκαν μη βιώσιμες εφαρμόστηκε εξυγίανση. Και το αποτέλεσμα ήταν χαρακτηριστικό: οι καταθέτες προστατεύθηκαν.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι οι διαδικασίες εξυγίανσης εφαρμόστηκαν χωρίς να επηρεαστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και με πλήρη προστασία των καταθετών. Σε μεταγενέστερη αποτίμηση, ο τότε διοικητής Γιώργος Προβόπουλος σημείωνε ότι δώδεκα τράπεζες είχαν οδηγηθεί σε εξυγίανση χωρίς κανένας καταθέτης να υποστεί την παραμικρή απώλεια. Στην περίπτωση της Αγροτικής Τράπεζας, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε υπολογίσει ότι ένα απλό κλείσιμο της τράπεζας θα απαιτούσε περισσότερα από €20 δισ. για αποζημίωση καταθετών και επιστροφή χρηματοδότησης προς το Ευρωσύστημα.
Θα γινόταν «κούρεμα» καταθέσεων;
Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι χωρίς την κρατική ανακεφαλαιοποίηση θα κουρεύονταν αυτομάτως καταθέσεις ίσες με τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Το σημερινό ευρωπαϊκό καθεστώς διάσωσης με ίδια μέσα δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ το 2012. Επιπλέον, οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών δεν αποτελούσαν απλώς μία λογιστική τρύπα που έπρεπε να καλυφθεί ευρώ προς ευρώ από τους καταθέτες. Αποτελούσαν το ποσό που χρειαζόταν ώστε οι τράπεζες να επανέλθουν στα απαιτούμενα επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας. Επομένως δεν μπορούμε να γράψουμε ότι: "Το κράτος έδωσε €27,5 δισ. και έτσι γλίτωσε €27,5 δισ. καταθέσεων». Αυτό δεν τεκμηριώνεται. Μπορούμε όμως να πούμε κάτι πολύ πιο ασφαλές: χωρίς κρατικά κεφάλαια, οι συστημικές τράπεζες δεν θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε και θα απαιτούνταν κάποια άλλη μορφή αναδιάρθρωσης, εξυγίανσης ή κατανομής των ζημιών, περιλαμβανομένου του κουρέματος των καταυέσεων.
Και το Ελληνικό Δημόσιο επέλεξε ένα σύστημα στο οποίο οι καταθέσεις προστατεύθηκαν πλήρως.
Τελικά, ποιον έσωσε το κράτος;
Ίσως αυτή είναι η λάθος ερώτηση. Το κράτος δεν έσωσε απλώς τέσσερις εταιρείες. Προσπάθησε να διατηρήσει σε λειτουργία το σύστημα μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν οι πληρωμές, φυλάσσονταν οι αποταμιεύσεις των πολιτών, χρηματοδοτούνταν οι επιχειρήσεις και λειτουργούσε μεγάλο μέρος της οικονομίας. Παράλληλα, οι παλιοί μέτοχοι δεν βγήκαν αλώβητοι. Υπέστησαν τεράστια απομείωση και αραίωση των συμμετοχών τους. Ουσιαστικά μηδενίστηκε η επενδεδυμένηπεριουσία τους
Το κράτος απέκτησε μεγάλες συμμετοχές στις τράπεζες. Οι μη βιώσιμες τράπεζες οδηγήθηκαν σε εξυγίανση. Και οι καταθέσεις προστατεύθηκαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι αποφάσεις που ελήφθησαν ήταν σωστές. Δεν σημαίνει ότι το Δημόσιο πέτυχε τη μέγιστη δυνατή τιμή κατά την είσοδο ή την έξοδό του από τις τράπεζες. Δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν λάθη στις ανακεφαλαιοποιήσεις του 2013 και του 2015. Και κυρίως δεν σημαίνει ότι το οικονομικό κόστος της ελληνικής τραπεζικής κρίσης περιορίζεται στον λογιστικό λογαριασμό του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Η πιστωτική ασφυξία, η κατάρρευση των επενδύσεων, οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και η πολυετής αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει κανονικά την οικονομία είχαν τεράστιο ευρύτερο κόστος, το οποίο δεν εμφανίζεται στους παραπάνω πίνακες.
Ο πραγματικός μύθος
Ο μύθος, λοιπόν, δεν είναι ότι χρησιμοποιήθηκαν περίπου 50 δισ. ευρώ δημόσιων πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν. Ούτε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το Ελληνικό Δημόσιο "κέρδισε 4 δισ. ευρώ σε μετρητά". Δεν συνέβη αυτό. Ο πραγματικός μύθος είναι η πολύ απλούστερη αφήγηση: "Το κράτος πήρε 50 δισ. ευρώ από τους φορολογουμένους, τα χάρισε στις τράπεζες και αυτά εξαφανίστηκαν".
Οι αριθμοί δεν περιγράφουν αυτό. Περιγράφουν μία πολύ πιο σύνθετη συναλλαγή. Το Δημόσιο απομείωσε προηγουμένως κατά δεκάδες δισεκατομμύρια τις υποχρεώσεις του προς το τραπεζικό σύστημα. Στη συνέχεια χρηματοδότησε την ανακεφαλαιοποίηση και την εξυγίανσή του. Απέκτησε ως αντάλλαγμα τραπεζικές συμμετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Εισέπραξε δισεκατομμύρια από μετατρέψιμα ομόλογα, δικαιώματα αγοράς, πωλήσεις μετοχών, εκκαθαρίσεις και μέσω των αποτελεσμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Διατήρησε όλες τις καταθέσεις ασφαλείς.
Και δεκατέσσερα χρόνια αργότερα εξακολουθεί να κατέχει τραπεζικές συμμετοχές αξίας σχεδόν €2 δισ. Με τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος, ο συνολικός οικονομικός λογαριασμός είχε ήδη γίνει θετικός κατά περίπου €3,5 δισ. ευρώ το 2024. Με μία συντηρητική επικαιροποίηση των σημαντικότερων μεταβολών έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, η θετική θέση προσεγγίζει σήμερα τα €4 δισ. Το αν αυτό πρέπει να ονομαστεί "κέρδος" είναι θέμα οικονομικού ορισμού. Το ότι όμως τα €50 δισ. δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως €50 δισ. χαμένων χρημάτων είναι πολύ δυσκολότερο πλέον να υποστηριχθεί.
Και ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη απόδοση της διάσωσης να μην βρίσκεται καν σε αυτόν τον λογαριασμό. Βρίσκεται στα χρήματα που δεν χάθηκαν ποτέ: στις καταθέσεις εκατομμυρίων νοικοκυριών και επιχειρήσεων που, μέσα στη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική κρίση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, παρέμειναν ακέραιες.
Add comment
Comments