Όταν η Αθήνα λεγόταν αλλιώς: Ο χάρτης με τα 40 ονόματα που χάθηκαν, άλλαξαν ή επέστρεψαν ύστερα από αιώνες

Published on September 3, 2026 at 2:24 AM

Από το Βατραχονήσι, τα Παντρεμενάδικα και το Χεζολίθαρο στις Κουκουβάουνες, τη Μαγκουφάνα και το Λιόπεσι - και από την αρχαία Φλύα και το Άθμονον στη σύγχρονη Αθήνα. Η ιστορία της Αττικής όπως δεν τη διηγούνται τα κτίρια, αλλά τα ονόματα.

Αν ένας Αθηναίος του 1900 επέστρεφε σήμερα στην πόλη, ο χάρτης του κινητού μας πιθανότατα θα του ήταν σχεδόν άχρηστος. Θα αναζητούσε το Βατραχονήσι, τα Παντρεμενάδικα, τα Κατσικάδικα, τον Μπύθουλα, το Χεζολίθαρο και την Αλυσίδα. Θα γνώριζε τις Κουκουβάουνες, αλλά όχι τη Μεταμόρφωση· τη Μαγκουφάνα, αλλά όχι την Πεύκη· το Λιόπεσι, αλλά όχι την Παιανία. Αντίθετα, ένας κάτοικος της αρχαίας Αττικής θα αντιμετώπιζε ένα διαφορετικό πρόβλημα.

Ίσως αναγνώριζε την Κηφισιά και τις Αχαρνές. Θα έψαχνε όμως τη Φλύα, το Άθμονον, την Αιξωνή και τον Αλιμούντα. Και θα συναντούσε ένα παράδοξο: ορισμένα αρχαία ονόματα που γνώριζε εξαφανίστηκαν για αιώνες και στη συνέχεια επέστρεψαν στον χάρτη. Τα ονόματα μιας πόλης είναι κι αυτά αρχαιολογικά στρώματα. Κάτω από τη σημερινή Αθήνα υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί χάρτες: η αρχαία Αττική, η βυζαντινή και οθωμανική ύπαιθρος, τα αρβανίτικα χωριά των Μεσογείων, η πρωτεύουσα του 19ου αιώνα, η βιομηχανική Αθήνα και, μετά το 1922, η πόλη των προσφύγων.

Μερικά ονόματα χάθηκαν μαζί με το τοπίο που τα γέννησε. Άλλα αντικαταστάθηκαν με διοικητικές αποφάσεις. Κάποια επέστρεψαν έπειτα από δύο χιλιάδες χρόνια. Και ορισμένα αποδείχθηκαν ισχυρότερα από τα ΦΕΚ: οι αρχές τα άλλαξαν, αλλά οι κάτοικοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα παλιά. Αυτή είναι η άλλη ιστορία της Αθήνας.

Η ιστορία που κρύβεται στα ονόματά της.

Η Αθήνα που εξαφανίστηκε

Το Βατραχονήσι δεν είναι θρύλος. Ήταν νησίδα του Ιλισού, στην περιοχή απέναντι από το Μετς. Εκεί βρισκόταν και η παλαιοχριστιανική βασιλική του Ιλισού. Σήμερα είναι δύσκολο ακόμη και να φανταστούμε το τοπίο που δημιούργησε το όνομα. Ο Ιλισός εγκιβωτίστηκε, δρόμοι και κτίρια κάλυψαν μεγάλο μέρος της παλιάς κοίτης και το Βατραχονήσι εξαφανίστηκε μαζί με την εικόνα μιας Αθήνας με νερά, όχθες και μικρές νησίδες. Λίγο παραπέρα υπήρχαν τα Παντρεμενάδικα.

Το τοπωνύμιο αφορούσε τμήμα της σημερινής περιοχής του Μετς και η λαϊκή παράδοση το συνέδεσε με πρόχειρα παραπήγματα και κρυφές συναντήσεις ζευγαριών. Στα Κάτω Πετράλωνα υπήρχαν τα Κατσικάδικα, που θύμιζαν την κτηνοτροφική ζωή στις παρυφές της πρωτεύουσας. Στο Κουκάκι και προς τον Φιλοπάππου βρισκόταν η Γαργαρέτα. Στον Κολωνό υπήρχε ο Μπύθουλας ή Μπούθουλας, φτωχή γειτονιά που πέρασε αργότερα και στη λαϊκή κουλτούρα μέσω της "Μαντάμ Σουσού" του Δημήτρη Ψαθά. Και στην περιοχή του σημερινού Μεταξουργείου συναντάμε ένα από τα πιο ακραία παλιά αθηναϊκά τοπωνύμια: Χεζολίθαρο. 

Το Χεζολίθαρο δεν φαίνεται να είναι μεταγενέστερη παραφθορά κάποιου "Χρυσόλιθου", όπως συχνά αναπαράγεται. Μελέτη του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών εντόπισε συμβόλαια πριν από το 1840 όπου η περιοχή αναφέρεται ρητά ως "Χεσμένη Πέτρα" ή "Χεζολίθαρο"». Σε συμβόλαιο της 17ης Αυγούστου 1840 καταγράφεται μάλιστα η προσπάθεια εξευγενισμού του ονόματος σε "Χρυσή (πρώην Χεσμένη) Πέτρα".  

Γιατί «Χεζολίθαρο»; Η περιοχή ανάμεσα στο σημερινό Μεταξουργείο και τον Βοτανικό ήταν τότε ουσιαστικά αδόμητη και παρουσίαζε λιμνάζοντα, βρόμικα νερά, συνδεδεμένα με τα ρέματα της δυτικής Αθήνας. Το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών καταγράφει ακριβώς αυτή την εξήγηση για το τοπωνύμιο. Άρα η ακολουθία είναι εξαιρετική για το άρθρο:

Η περιοχή αναφέρεται και ως Νέα Σφαίρα, πριν τελικά το μεγάλο εργοστάσιο μεταξιού της χαρίσει το όνομα που επέζησε: Μεταξουργείο. Δεν ήταν λοιπόν απλώς τα κτίρια που άλλαζαν την Αθήνα. Μερικές φορές ένα εργοστάσιο μπορούσε να αλλάξει ακόμη και το όνομα μιας ολόκληρης γειτονιάς.

Η πόλη που ονομαζόταν από ό,τι έβλεπαν οι κάτοικοί της

Πολλά παλιά αθηναϊκά τοπωνύμια δεν χρειάζονταν επιτροπές και ιστορικές αναφορές. Γεννιούνταν από την καθημερινότητα. Στην περιοχή του σημερινού Πεδίου του Άρεως υπήρχαν τα Πιθαράδικα. Στα Άνω Πατήσια υπήρχε η Αλυσίδα. Η ιστορία του ονόματος είναι σχεδόν ιδανική μικρογραφία της παλιάς Αθήνας: όταν περνούσε το τρένο προς την Κηφισιά, το περίφημο "Θηρίο", μια αλυσίδα έκλεινε τη διάβαση. Η αλυσίδα έγινε σημείο αναφοράς. Το σημείο έγινε τοπωνύμιο.  Και τελικά το τοπωνύμιο μπήκε στη συλλογική γεωγραφία της πόλης.

Στους Αμπελοκήπους υπήρχε το Θων, από την εντυπωσιακή έπαυλη του Νικολάου Θων. Προς το Φάληρο συναντούμε το Βοϊδολίβαδο, ένα όνομα που από μόνο του αποκαλύπτει πόσο διαφορετικό ήταν το τοπίο της σημερινής πυκνοδομημένης παραλιακής Αθήνας. Και κατά μήκος της σημερινής Συγγρού, από τον Άγιο Σώστη προς το Παλαιό Φάληρο, εκτεινόταν η ευρύτερη περιοχή του Αναλάτου. Η ονομασία συνδέεται με πηγάδι με γλυκό, "ανάλατο" νερό. Εκεί δόθηκε το 1827 η Μάχη του Αναλάτου.

Έναν αιώνα αργότερα, πάνω σε τμήματα αυτής της γεωγραφίας θα γεννιόταν μια νέα πόλη: η Νέα Σμύρνη.

Δουργούτι: μια πόλη μέσα στην πόλη

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το Δουργούτι. Δεν ήταν απλώς "το παλιό όνομα του Νέου Κόσμου". Ήταν ξεχωριστή γειτονιά, με ισχυρή αρμενική και μικρασιατική προσφυγική παρουσία. Μετά το 1922, παράγκες και προσφυγικές κατοικίες δημιούργησαν εκεί μια πυκνή κοινότητα. Η παρουσία των Αρμενίων ήταν τόσο έντονη ώστε η περιοχή ήταν γνωστή και ως Αρμένικα ή Χαϊνότς. Αργότερα το Δουργούτι ενσωματώθηκε στον Νέο Κόσμο.

Το Δουργούτι είναι ακόμη μία περίπτωση όπου υπάρχουν δύο ανταγωνιστικές ερμηνείες. Η μία θέλει την περιοχή να ανήκε σε Οθωμανό κτηματία με το όνομα Δουργούτ Αγάς. Η άλλη τη συνδέει με Έλληνα κτηματία ή την οικογένεια Δουρούτη/Δουργούτη, η οποία είχε κτήματα στην περιοχή. Ο ιστορικός της Αθήνας Κώστας Μπίρης είχε υποστηρίξει τη δεύτερη εκδοχή, ενώ και η μορφή "Δουργούτη" απαντά σε πηγές του Μεσοπολέμου. Άρα η αρχική έννοια πιθανότατα ήταν: "στου Δουργούτη" → Δουργούτι.  Το 1908 ο Δήμος Αθηναίων επιχείρησε να εξαφανίσει το Δουργούτι από τον επίσημο χάρτη, χρησιμοποιώντας αρχαιοπρεπείς ονομασίες όπως Αλωπεκή και Κυνόσαργες.

Απέτυχε. Το Δουργούτι επέζησε. Το όνομα όμως δεν πέθανε. Και αυτή είναι μια ιστορία που θα συναντήσουμε ξανά και ξανά.

Όταν το κράτος αποφάσισε ότι τα παλιά ονόματα έπρεπε να φύγουν

Η μεγάλη αλλαγή του χάρτη δεν έγινε μόνο επειδή η Αθήνα μεγάλωσε. Έγινε και συνειδητά. Στον 20ό αιώνα πολλά οθωμανικά, αρβανίτικα, μεσαιωνικά ή απλώς λαϊκά ονόματα αντικαταστάθηκαν από αρχαιοελληνικά, θρησκευτικά ή περισσότερο "ευπρεπή".

  • Έτσι οι Κουκουβάουνες έγιναν το 1957 Μεταμόρφωση.
  • Η Μαγκουφάνα έγινε το 1960 Πεύκη.
  • Το Κατσιπόδι έγινε Δάφνη.
  • Το Μπραχάμι είχε ήδη γίνει από το 1928 Άγιος Δημήτριος.
  • Η Καμάριζα της μεταλλευτικής Λαυρεωτικής έγινε το 1954 Άγιος Κωνσταντίνος.
  • Και τα Νέα Σφαγεία έγιναν Ταύρος.

Η τελευταία περίπτωση είναι αποκαλυπτική. Η περιοχή είχε πάρει το όνομά της από τα Δημοτικά Σφαγεία της Αθήνας. Το 1934 δημιουργήθηκε η Κοινότητα Νέων Σφαγείων. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, όμως, το κοινοτικό συμβούλιο ζητούσε αλλαγή. Ο λόγος; Το όνομα θεωρούνταν κακόηχο.

Ο χάρτης έπρεπε να γίνει πιο κομψός.

Κατσιπόδι → Δάφνη: όταν το παλιό χωριό απέκτησε νέο όνομα

Πριν γίνει Δάφνη, η περιοχή ήταν γνωστή με ένα όνομα που σήμερα ακούγεται παράξενο στους περισσότερους Αθηναίους:  Κατσιπόδι. Το Κατσιπόδι ήταν παλιός οικισμός στα νότια της Αθήνας, σε μια περιοχή που για μεγάλο διάστημα διατηρούσε αγροτικό χαρακτήρα. Πριν η πρωτεύουσα εξαπλωθεί προς τον Υμηττό και τα νότια προάστια ενωθούν με τον πυρήνα της πόλης, εδώ υπήρχαν χωράφια, αμπέλια, βοσκότοποι και διάσπαρτες κατοικίες.

Η προέλευση της ονομασίας Κατσιπόδι δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένη. Μία εκδοχή τη συνδέει με οικογένεια Κατσιπόδη, η οποία φέρεται να είχε κτηματική παρουσία στην περιοχή. Άλλη τοπική παράδοση επιχειρεί να συνδέσει το όνομα με τις κατσίκες και την κτηνοτροφική δραστηριότητα. Όπως συμβαίνει όμως με πολλά παλιά τοπωνύμια της Αττικής, όταν δεν υπάρχει ασφαλής γλωσσική ή αρχειακή τεκμηρίωση, είναι προτιμότερο να κρατήσουμε τις διαφορετικές εκδοχές αντί να μετατρέψουμε μία από αυτές σε βεβαιότητα.

Το βέβαιο είναι ότι το Κατσιπόδι ήταν για πολλές δεκαετίες η πραγματική γεωγραφική ταυτότητα της περιοχής. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε στον 20ό αιώνα. Καθώς η Αθήνα επεκτεινόταν προς τα νότια και το παλιό χωριό μετατρεπόταν σταδιακά σε αστικό προάστιο, το Κατσιπόδι απέκτησε νέα διοικητική υπόσταση και τελικά νέο όνομα: Δάφνη. Η αλλαγή εντάσσεται στο ευρύτερο κύμα μετονομασιών που άλλαξε τον χάρτη της Αττικής κατά τον 20ό αιώνα. Παλιά λαϊκά, αρβανίτικα, οθωμανικά ή απλώς «δύσχρηστα» τοπωνύμια αντικαταστάθηκαν από ονομασίες που θεωρούνταν περισσότερο ελληνικές, εύηχες ή κατάλληλες για τις νέες αστικές περιοχές.

Μόνο που η ιστορία της Δάφνης έχει και μια ωραία ειρωνεία. Το παλιό Κατσιπόδι δεν εξαφανίστηκε αμέσως επειδή άλλαξε η επίσημη ονομασία. Για τους παλαιότερους κατοίκους, για χρόνια η περιοχή εξακολουθούσε να προσδιορίζεται με το όνομα που γνώριζαν από πριν. Και υπάρχει ένας ακόμη λόγος που η περίπτωση της Δάφνης είναι σημαντική για τον χάρτη μας. Ακριβώς δίπλα της βρίσκεται ο Άγιος Δημήτριος, δηλαδή το παλιό Μπραχάμι.

Δύο γειτονικοί σημερινοί δήμοι κρύβουν λοιπόν κάτω από τα σύγχρονα ονόματά τους δύο διαφορετικά παλιά τοπωνύμια. Σήμερα τα δύο παλιά ονόματα είχαν διαφορετική τύχη. Το Μπραχάμι παραμένει εξαιρετικά ζωντανό στην καθημερινή γλώσσα. Το Κατσιπόδι, αντίθετα, έχει σχεδόν υποχωρήσει από την καθημερινή χρήση και επιβιώνει κυρίως ως ιστορική μνήμη. Και αυτή η διαφορά δείχνει κάτι ακόμη για την ιστορία των τοπωνυμίων της Αθήνας: δεν αρκεί να αλλάξει ένα όνομα στα χαρτιά για να εξαφανιστεί — αλλά ούτε και όλα τα παλιά ονόματα έχουν την ίδια δύναμη να επιβιώσουν.

Λούτσα, Μπραχάμι, Μενίδι: τα ονόματα που αρνήθηκαν να πεθάνουν

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα όταν μια κυβέρνηση αλλάζει ένα τοπωνύμιο. Οι κάτοικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούσουν. Η Λούτσα είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα. Η ονομασία αποδίδεται στα αρβανίτικα και συνδέεται με υγρό τόπο, νερά ή έλος. Το 1974 δημιουργήθηκε η Κοινότητα Αρτέμιδος, επαναφέροντας στον χάρτη την αρχαία παρουσία της θεάς στην περιοχή. Πενήντα χρόνια αργότερα, όμως, η φράση: "πάμε Λούτσα" είναι απολύτως φυσιολογική.

Το ίδιο συνέβη με το Μπραχάμι. Η επίσημη ονομασία είναι Άγιος Δημήτριος εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Το Μπραχάμι όμως ζει. Και το ίδιο συμβαίνει ακόμη εντυπωσιακότερα με το: Μενίδι. Η επίσημη πόλη λέγεται Αχαρνές. Στην καθημερινή γλώσσα, όμως, το μεσαιωνικό όνομα παραμένει πανίσχυρο. Η διοίκηση μπορεί να αλλάξει τις πινακίδες. Δεν μπορεί πάντα να αλλάξει τη γλώσσα.

Κουκουβάουνες → Μεταμόρφωση: τέσσερις εκδοχές για ένα όνομα

Οι σημερινές πινακίδες γράφουν Μεταμόρφωση. Για περίπου πέντε αιώνες όμως η περιοχή ήταν οι περίφημες Κουκουβάουνες. Και το παράξενο είναι ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα από πού προήλθε αυτό το όνομα. Ο ίδιος ο Δήμος Μεταμόρφωσης καταγράφει τέσσερις διαφορετικές εκδοχές. Η πρώτη και προφανέστερη το συνδέει με τις κουκουβάγιες που υπήρχαν στην περιοχή. Η δεύτερη με μια ποικιλία σταφυλιού που ονομαζόταν "κουκούβα" και καλλιεργούνταν εκεί. Η τρίτη με την οικογένεια Κουκουπούλη, η οποία φέρεται να είχε κτήματα στην περιοχή κατά την οθωμανική περίοδο.

Και η τέταρτη επιχειρεί να συνδέσει τις Κουκουβάουνες με τον αρχαίο δήμο Κίκυννα. Υπάρχει μάλιστα και ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο: οι Αρβανίτες κάτοικοι χρησιμοποιούσαν και την ονομασία Φουβάγια. Το όνομα Κουκουβάουνες απαντά ήδη στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας και εμφανίζεται ως "Κοκοβάνο" σε ξένο χάρτη του 1570. Στις 24 Ιανουαρίου 1957 ο οικισμός και η κοινότητα μετονομάστηκαν επισήμως σε Μεταμόρφωση, από τον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το παλιό όνομα όμως δεν εξαφανίστηκε.

Μαγκουφάνα → Πεύκη: η βυζαντινή οικογένεια και η «Μαγκούφα Άννα»

Ακόμη πιο μυστηριώδες είναι το όνομα Μαγκουφάνα. Μία από τις σοβαρότερες ερμηνείες το συνδέει με το όνομα της βυζαντινής οικογένειας Μαγκαφά, από το οποίο, μέσα από γλωσσικές παραφθορές, φέρεται να προέκυψε η Μαγκουφάνα. Υπάρχει όμως και μια πολύ πιο γοητευτική λαϊκή παράδοση. Μιλά για μια γυναίκα, την "Μαγκούφα Άννα", η οποία εγκαταστάθηκε μόνη στην περιοχή τον 19ο αιώνα, σύμφωνα με διαφορετικές παραλλαγές της ιστορίας άρρωστη ή κωφή. Από το "μαγκούφα Άννα", λέει η παράδοση, γεννήθηκε το Μαγκουφάνα.

Η ιστορία είναι εξαιρετική ως λαϊκή ετυμολογία, όχι όμως αρκετά τεκμηριωμένη ώστε να παρουσιαστεί ως ιστορικό γεγονός. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι διαφορετικό: η πραγματική ετυμολογία του ονόματος δεν έχει αποδειχθεί οριστικά. Στον 20ό αιώνα πάντως η Μαγκουφάνα απέκτησε ένα όνομα πολύ ευκολότερο στην ερμηνεία: Πεύκη, από τα πεύκα και τον φυσικό χαρακτήρα της περιοχής. Έτσι ένα από τα πιο παράξενα τοπωνύμια της Αττικής εξαφανίστηκε από τον επίσημο χάρτη.

Από το Λιόπεσι και το Χαρβάτι στην αρχαία Ελλάδα

Στα Μεσόγεια η αλλαγή των ονομάτων αποκαλύπτει ένα ακόμη ιστορικό στρώμα. Η σημερινή Παιανία ήταν το Λιόπεσι. Το όνομα είναι αρβανίτικης προέλευσης και για την ακριβή ετυμολογία του υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες. Ο Δήμος Παιανίας καταγράφει δύο διαφορετικές εξηγήσεις. Η πρώτη συνδέει το όνομα με την αρβανίτικη λέξη lopë, δηλαδή "αγελάδα".  Η δεύτερη - την οποία η δημοτική ιστορία θεωρεί πιθανώς εγκυρότερη - υποστηρίζει ότι το όνομα προήλθε από τόπο καταγωγής των Αρβανιτών εποίκων.  Το 1915 το Λιόπεσι μετονομάστηκε με βασιλικό διάταγμα σε: Παιανία. Το αρχαίο όνομα επέστρεψε στον επίσημο χάρτη. Όχι όμως αμέσως στην καθημερινή γλώσσα. Ο ίδιος ο Δήμος σημειώνει ότι το "Παιανία" χρειάστηκε πολύ χρόνο για να καθιερωθεί.

Η σημερινή Παλλήνη ήταν το Χαρβάτι. Η ονομασία συνδέεται από την τοπική ιστορία με μεγάλη ιδιοκτησία των οθωμανικών χρόνων και τον Χαρβάτ Πασά.  

Και η Λούτσα έγινε Αρτέμιδα. Το μοτίβο είναι σαφές. Ο νεότερος ελληνικός χάρτης επιχειρούσε συστηματικά να ξαναβρεί την αρχαία Αττική κάτω από τα ονόματα που είχαν δημιουργήσει οι ενδιάμεσοι αιώνες.

Χαϊδάρι: το όνομα που δεν άλλαξε

Αν το Λιόπεσι έγινε Παιανία, το Χαρβάτι Παλλήνη και το Χασάνι Ελληνικό, το Χαϊδάρι ακολούθησε διαφορετική διαδρομή. Το παλιό του όνομα επέζησε. Η ονομασία συνδέεται με τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας και με το μεγάλο αγρόκτημα που υπήρχε στην περιοχή, γνωστό ως Αχερδάρι ή Χαϊδάρι. Σύμφωνα με την παράδοση που καταγράφει ο Δήμος Χαϊδαρίου, πιθανός πρώτος ιδιοκτήτης του κτήματος ήταν ο Χαϊδάρ Πασάς. Από το όνομά του θεωρείται ότι προήλθε η ονομασία του αγροκτήματος και, στη συνέχεια, ολόκληρης της περιοχής. Η σύνδεση με τον Χαϊδάρ Πασά δεν είναι απολύτως αποδεδειγμένη και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως η επικρατέστερη ιστορική εκδοχή και όχι ως βεβαιότητα.

Ξέρουμε όμως ότι το όνομα είχε ήδη καθιερωθεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Τον Αύγουστο του 1826, στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, στην περιοχή πραγματοποιήθηκε η Μάχη του Χαϊδαρίου, ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και τον γαλλικής καταγωγής φιλέλληνα Κάρολο Φαβιέρο και στις οθωμανικές δυνάμεις του Κιουταχή. Το πεδίο της μάχης βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Χαϊδαρίου, κοντά στο Παλατάκι.

Έτσι, πολύ πριν δημιουργηθεί το σύγχρονο προάστιο, το Χαϊδάρι είχε ήδη περάσει από το τοπωνύμιο στην Ιστορία. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά του από πολλά άλλα ονόματα του χάρτη μας. Στον 20ό αιώνα μεγάλο μέρος της Αττικής "καθάρισε" τον επίσημο χάρτη από ονομασίες οθωμανικής, αρβανίτικης ή αβέβαιης προέλευσης:. Το Χαϊδάρι όμως παρέμεινε Χαϊδάρι. Δεν χρειάστηκε να αποκτήσει αρχαιοπρεπές όνομα. Δεν αντικαταστάθηκε από κάποιο όνομα αγίου. Και δεν εξαφανίστηκε όταν η αγροτική περιοχή μετατράπηκε σε σύγχρονο δυτικό προάστιο.

Ένα όνομα που πιθανότατα γεννήθηκε από έναν οθωμανό γαιοκτήμονα πέρασε μέσα από την Επανάσταση του 1821, την ανάπτυξη της νεότερης Αθήνας και την τεράστια αστικοποίηση του 20ού αιώνα και βρίσκεται ακόμη στις πινακίδες της πόλης.  Μερικές φορές, λοιπόν, η μεγαλύτερη ιστορία ενός τοπωνυμίου δεν βρίσκεται στο πώς άλλαξε. Βρίσκεται στο ότι, ενώ γύρω του άλλαξαν σχεδόν όλα, εκείνο δεν άλλαξε ποτέ.

Φιλιάτι → Κουρσαλάς → Κορωπί

Μερικές φορές όμως πίσω από την αλλαγή του ονόματος κρύβεται μια ολόκληρη ανθρώπινη τραγωδία. Σύμφωνα με την ιστορική παράδοση που καταγράφει ο Δήμος Κρωπίας, γύρω στο 1700 ο παλιός οικισμός Φιλιάτι ερημώθηκε ύστερα από θανατηφόρα επιδημία. Οι επιζώντες μετακινήθηκαν στον Κουρσαλά. Γύρω από τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου δημιουργήθηκε νέος οικισμός. Με τον χρόνο έγινε: Κορωπή — Κορωπί. Τρία ονόματα. Ένας τόπος.

Και ανάμεσά τους μια επιδημία που ανάγκασε μια κοινότητα να μετακινηθεί και ουσιαστικά να ξαναρχίσει τη ζωή της.

Χασάνι → Σούρμενα → Ελληνικό

Η σημερινή εικόνα του Ελληνικού δύσκολα επιτρέπει να φανταστεί κανείς ότι η περιοχή ήταν κάποτε γνωστή ως Χασάνι. Το όνομα συνδέεται με τον Χασάν πασά ή μπέη και τις μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες της περιοχής. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκαν εκεί πρόσφυγες, μεταξύ αυτών Πόντιοι από τα Σούρμενα. Έτσι δημιουργήθηκε μια συναρπαστική ακολουθία: Χασάνι → Σούρμενα → Ελληνικό.

Και τα Σούρμενα δεν εξαφανίστηκαν. Επιβιώνουν ως ιδιαίτερη συνοικιακή ταυτότητα μέσα στη σύγχρονη πόλη.

 

Πειραιάς: το λιμάνι με τα τέσσερα ονόματα

Ίσως κανένα σημείο της Αττικής δεν αποτυπώνει καλύτερα τα διαφορετικά ιστορικά στρώματα από τον Πειραιά. Στην αρχαιότητα: Πειραιεύς. Στους μεσαιωνικούς χρόνους οι δυτικοί ναυτικοί γνώριζαν το λιμάνι ως: Porto Leone. Λιμάνι του Λιονταριού. Στην είσοδο του λιμανιού βρισκόταν ένα τεράστιο μαρμάρινο λιοντάρι. Οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν αντίστοιχα το: Ασλάν Λιμάνι. Και πάλι: Λιμάνι του Λιονταριού. Το 1687 οι Ενετοί του Φραντσέσκο Μοροζίνι πήραν το λιοντάρι στη Βενετία, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Αργότερα επανήλθε το αρχαίο όνομα: Πειραιάς.

Άρα: Πειραιεύς → Porto Leone → Ασλάν Λιμάνι → Πειραιάς.

Ένα λιμάνι, σχεδόν 2.500 χρόνια ιστορίας, τέσσερις ονομαστικές ζωές.

 

Η αρχαία Αθήνα επιστρέφει

Δεν χάθηκαν όλα τα αρχαία ονόματα. Η Κηφισιά αποτελεί ίσως το εντυπωσιακότερο παράδειγμα συνέχειας. Ο αρχαίος δήμος Κηφισιάς βρισκόταν στην ίδια ευρύτερη περιοχή και, παρά τις φωνητικές παραλλαγές που γνώρισε το όνομα στους αιώνες, ο βασικός πυρήνας του επέζησε. Σε άλλες περιπτώσεις όμως συνέβη κάτι διαφορετικό. Τα αρχαία ονόματα αναστήθηκαν. Το σημερινό Μαρούσι βρίσκεται στην περιοχή του αρχαίου Αθμόνου. Το όνομα Άθμονον χάθηκε, αλλά μια άλλη αρχαία ονομασία επέζησε μέσω της λατρείας της Αμαρυσίας Αρτέμιδος: Αμαρυσία → Αμαρούσιον → Μαρούσι.

Το Χαλάνδρι βρίσκεται στον πυρήνα της αρχαίας Φλύας, ενός πολύ μεγαλύτερου δήμου της αρχαίας Αττικής. Η Γλυφάδα καλύπτει τμήματα της αρχαίας Αιξωνής. Το Καλαμάκι ξαναέγινε Άλιμος, αναβιώνοντας τον αρχαίο Αλιμούντα. Και το Μενίδι ξαναέγινε Αχαρνές. Ο σύγχρονος χάρτης της Αθήνας λοιπόν δεν διατήρησε απλώς την αρχαιότητα. Σε μεγάλο βαθμό την ανακατασκεύασε.

 

Ο Χολαργός που... δεν ήταν στον Χολαργό

Και εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο. Ο σημερινός Χολαργός πήρε το όνομά του από τον αρχαίο δήμο του Χολαργού, από τον οποίο καταγόταν ο Περικλής. Μόνο που η σημερινή περιοχή του Χολαργού στην αρχαιότητα συνδεόταν με τη Φλύα. Η ακριβής θέση του αρχαίου Χολαργού έχει αποτελέσει αντικείμενο αρχαιολογικής συζήτησης και τοποθετείται από ερευνητές δυτικότερα. Έχουμε λοιπόν ένα αρχαίο τοπωνύμιο που επέστρεψε στον σύγχρονο χάρτη - αλλά πιθανότατα μετακόμισε.

Φλύα → Χαλάνδρι: αλλά από πού βγήκε το «Χαλάνδρι»;

Για την αρχαία ονομασία τα πράγματα είναι σχετικά καθαρά. Η περιοχή του σημερινού Χαλανδρίου βρισκόταν στον αρχαίο δήμο της Φλύας. Ο λεξικογράφος Ησύχιος συνδέει το όνομα με το "φλεί" - ευκαρπεί, γέμει, πολυκαρπεί. Η Φλύα ήταν επομένως, κατά την ερμηνεία αυτή, η εύφορη, πλούσια σε βλάστηση γη. Αλλά πώς φτάσαμε από τη Φλύα στο Χαλάνδρι; Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ο Δήμος Χαλανδρίου καταγράφει δύο βασικές θεωρίες.  Σύμφωνα με την πρώτη, το όνομα εμφανίστηκε κατά την Τουρκοκρατία και προήλθε από έναν Τούρκο μεγαλογαιοκτήμονα της περιοχής που ονομαζόταν Χαλά.

Η δεύτερη θεωρία το πηγαίνει ακόμη παλαιότερα, στους βυζαντινούς χρόνους. Συνδέει το "Χαλάνδρι" με λέξη που δήλωνε κλίνη, κρεβάτι, μοναχικό κοιτώνα ή μοναχική καλύβα, επισημαίνοντας ότι συγγενείς τοπωνυμικές μορφές εμφανίζονται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Επομένως δεν μπορούμε να γράψουμε απλώς ότι "το Χαλάνδρι πήρε το όνομά του από τον Χαλά".

 

Και ύστερα ήρθε το 1922

Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε την Αθήνα περισσότερο από σχεδόν οποιοδήποτε άλλο γεγονός της νεότερης ιστορίας της. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες χρειάζονταν τόπο για να ξαναρχίσουν. Και μαζί τους έφεραν κάτι που χωρούσε σε καμία βαλίτσα: τα ονόματα των πατρίδων τους. Έτσι δημιουργήθηκε γύρω από την παλιά Αθήνα ένας δεύτερος χάρτης της Μικράς Ασίας.

  • Νέα Σμύρνη.
    Νέα Ιωνία.
    Νέα Φιλαδέλφεια.
    Νέα Χαλκηδόνα.
    Σούρμενα.

Οι πατρίδες είχαν χαθεί. Τα ονόματα όμως μπορούσαν να σωθούν.

Ποδαράδες → Νέα Ιωνία

Στις 30 Ιουνίου 1923 θεμελιώθηκε προσφυγικός συνοικισμός στην περιοχή που λεγόταν Ποδαράδες. Εγκαταστάθηκαν αρχικά πρόσφυγες από τη Σπάρτη της Πισιδίας και αργότερα από πολλές άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας. Ο νέος τόπος έγινε: Νέα Ιωνία. Η ονομασία δεν παρέπεμπε σε μία μόνο πόλη. Αγκάλιαζε συμβολικά ολόκληρη την Ιωνία που είχε μείνει πίσω.

 

Συνοικισμός Παγκρατίου → Βύρωνας

Ένας άλλος προσφυγικός συνοικισμός δημιουργήθηκε δίπλα στο Παγκράτι. Αρχικά λεγόταν απλά Συνοικισμός Παγκρατίου. Το 1924 συμπληρώνονταν εκατό χρόνια από τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι. Ο νέος οικισμός ονομάστηκε Βύρων — Βύρωνας. Και γύρω του εμφανίστηκαν ονόματα όπως: Νέα Βρύουλα, Νέα Αλάτσατα, Νέα Έφεσος, Νέο Κορδελιό, Φρυγία. Δεν δημιουργούνταν απλώς συνοικίες.

Ξαναφτιαχνόταν ένας χαμένος γεωγραφικός κόσμος.

Κοπανάς → Βύρωνας: ο λόφος της Ισιδώρας Ντάνκαν

Πριν υπάρξει ο Βύρωνας, στους πρόποδες του Υμηττού υπήρχε ένας τόπος που οι Αθηναίοι γνώριζαν ως: Κοπανά. Το όνομα είναι παλαιότερο από τον προσφυγικό συνοικισμό του Βύρωνα. Συναντάται ήδη σε χάρτες του τέλους του 19ου αιώνα ως ονομασία του λόφου και αργότερα επεκτάθηκε και στη γύρω περιοχή. Για την προέλευσή του υπάρχουν δύο βασικές εκδοχές. Η πιο γραφική - και εκείνη που διατηρεί η τοπική παράδοση - μας μεταφέρει στα ρέματα που κατέβαιναν από τον Υμηττό. Οι γυναίκες έπλεναν εκεί ρούχα και βαριά υφάσματα, χτυπώντας τα με ξύλα που ονομάζονταν κόπανοι.

Από τον κόπανο, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, γεννήθηκε ο Κοπανάς. Η εξήγηση έχει καταγραφεί τόσο στην τοπική ιστοριογραφία όσο και σε μεταγενέστερες αναφορές για την περιοχή. Υπάρχει όμως και δεύτερη πιθανότητα. Ιστορική μελέτη του Δήμου Βύρωνα επισημαίνει ότι το τοπωνύμιο μπορεί να προήλθε από οικογένεια Κοπανά, η οποία είχε κτήματα στην περιοχή. Το επώνυμο Κοπανάς είναι άλλωστε πολύ παλαιό και τεκμηριώνεται ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους.

Ο Κοπανάς όμως απέκτησε παγκόσμια πολιτιστική ιστορία στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1903, η Ισιδώρα Ντάνκαν και η οικογένειά της αναζητούσαν στην Αττική έναν τόπο όπου θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους για έναν χώρο ζωής και χορού εμπνευσμένο από την αρχαία Ελλάδα.  Εξερεύνησαν τον Κολωνό, το Φάληρο και άλλες περιοχές της Αττικής. Τελικά επέλεξαν τον λόφο του Κοπανά. Ο λόγος ήταν εντυπωσιακός: από εκεί είχαν ανεμπόδιστη θέα προς την Αθήνα και την Ακρόπολη, ενώ ο λόφος βρισκόταν περίπου στο ίδιο υψόμετρο με τον Ιερό Βράχο.

Εκεί η Ισιδώρα και ο αδελφός της Ραϋμόνδος άρχισαν να χτίζουν το ιδιόμορφο πέτρινο σπίτι τους, εμπνευσμένο από το μυκηναϊκό ανάκτορο του Αγαμέμνονα.  Η ίδια η Ισιδώρα περιγράφει στην αυτοβιογραφία της ακόμη και την τελετή θεμελίωσης στον Κοπανά: έναν ιερέα, τους κατοίκους της περιοχής, μουσικούς, κρασί και χορό γύρω από τα θεμέλια του νέου σπιτιού. Τότε ο Βύρωνας δεν υπήρχε ακόμη. Η περιοχή ήταν εξοχή, με αγρούς, βοσκοτόπια, στάνες και ρέματα στις πλαγιές του Υμηττού. 

 

Η Νέα Σμύρνη δεν χρειαζόταν εξήγηση

Στην περιοχή του Αναλάτου και στις γύρω εκτάσεις εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Το όνομα της νέας πόλης ήταν αυτονόητο: Νέα Σμύρνη. Δεν ήταν απλή ονοματοδοσία. Ήταν πράξη μνήμης. Το ίδιο συνέβη στη Νέα Φιλαδέλφεια, που διατήρησε τη μνήμη της Φιλαδέλφειας της Μικράς Ασίας. Και στη Νέα Χαλκηδόνα, που μετέφερε στην Αθήνα το όνομα της Χαλκηδόνας απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.

 

Η παράξενη περίπτωση της Καισαριανής

Η Καισαριανή φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ανήκει στην ίδια κατηγορία. Η πόλη πράγματι δημιουργήθηκε από Μικρασιάτες πρόσφυγες - από τα Βουρλά, το Τσεσμέ, τα Αλάτσατα, το Σιβρισάρι, τον Βουτζά και άλλες περιοχές. Μόνο που το όνομα Καισαριανή δεν το έφεραν εκείνοι. Υπήρχε αιώνες πριν. Η ονομασία της Μονής Καισαριανής τεκμηριώνεται ήδη στις αρχές του 13ου αιώνα. Η ετυμολογία της δεν έχει λυθεί οριστικά. Άρα οι πρόσφυγες δεν μετέφεραν εδώ το όνομα μιας χαμένης πατρίδας. Έχτισαν μια καινούργια πόλη κάτω από ένα πολύ παλιότερο αθηναϊκό όνομα.

 

Μερικές φορές ένα εργοστάσιο αρκούσε

Η Αθήνα ονομαζόταν και από την οικονομία της. Το εργοστάσιο φωταερίου δημιούργησε γύρω του το Γκαζοχώρι — Γκάζι. Το εργοστάσιο μεταξιού έδωσε το Μεταξουργείο. Το Ελληνικό Πυριτιδοποιείο στο Αιγάλεω άφησε πίσω του το Μπαρουτάδικο. Τα Δημοτικά Σφαγεία δημιούργησαν τα Σφαγεία — Νέα Σφαγεία. Η βιομηχανική Αθήνα δεν κατασκεύαζε μόνο προϊόντα.

Κατασκεύαζε και τοπωνύμια.

Και μερικές φορές αρκούσε μια παρεξήγηση

Στην είσοδο του κόλπου του σημερινού Πόρτο Ράφτη υπάρχει ένα μεγάλο αρχαίο άγαλμα καθιστής μορφής. Οι μεταγενέστεροι κάτοικοι δεν γνώριζαν ποιον παρίστανε. Η λαϊκή φαντασία αποφάσισε ότι ήταν ράφτης. Και έτσι ένα αρχαίο άγαλμα βοήθησε να γεννηθεί το Πόρτο Ράφτη. Μια ολόκληρη περιοχή μπορεί να κρατά για αιώνες ένα όνομα που ξεκίνησε από μια λανθασμένη ερμηνεία. Και ίσως αυτό είναι το ωραιότερο χαρακτηριστικό των τοπωνυμίων. Δεν δημιουργούνται μόνο από βασιλιάδες, κυβερνήσεις και ιστορικούς.

Δημιουργούνται από ανθρώπους.

Η μεγάλη επιχείρηση αλλαγής των αθηναϊκών ονομάτων

Η επιθυμία να "διορθωθεί" ο χάρτης της Αθήνας δεν ήταν καινούργια. Ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν οργανωμένες προσπάθειες αντικατάστασης λαϊκών τοπωνυμίων. Το 1908, επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, επιχειρήθηκε συστηματική αλλαγή αρκετών αθηναϊκών ονομασιών. Στο στόχαστρο βρέθηκαν ονόματα που θεωρούνταν άκομψα, λαϊκά ή ακατάλληλα για την πρωτεύουσα. Ανάμεσα σε όσα προτάθηκε να αντικατασταθούν βρίσκονταν ακόμη και ονομασίες που σήμερα θεωρούμε αναπόσπαστες από την Αθήνα: Πλάκα. Ψυρρή. Κολωνάκι. Πετράλωνα.

Κι όμως επέζησαν. Η πραγματική πόλη αποδείχθηκε ισχυρότερη από τον επίσημο χάρτη.

Ποιος αποφασίζει τελικά πώς λέγεται μια πόλη;

Κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα αυτής της διαδρομής. Δεν αποφασίζει πάντοτε το κράτος. Ούτε ο δήμαρχος. Ούτε μια επιτροπή. Ο επίσημος χάρτης γράφει: Αρτέμιδα. Ο Αθηναίος λέει: Λούτσα. Γράφει: Άγιος Δημήτριος. Ο κάτοικος λέει: Μπραχάμι. Γράφει: Αχαρνές. Και κάποιος εξακολουθεί να απαντά: Μενίδι. Τα επίσημα ονόματα γράφονται στα διατάγματα και στα ΦΕΚ.

Τα πραγματικά τοπωνύμια γράφονται και στη γλώσσα.

 

Αν μπορούσαμε να δούμε όλους τους χάρτες μαζί

Φανταστείτε για μια στιγμή ότι πάνω στον σημερινό χάρτη της Αττικής μπορούσαμε να εμφανίσουμε όλα τα παλιά ονόματα ταυτόχρονα. Θα βλέπαμε:

  • Φλύα.
  • Άθμονον.
  • Αιξωνή.
  • Αλιμούς.
  • Αχαρναί.
  • Πειραιεύς.

Δίπλα τους:

  • Μενίδι.
  • Λιόπεσι.
  • Χαρβάτι.
  • Χασάνι.
  • Κουκουβάουνες.
  • Μαγκουφάνα.

Και πιο μέσα στην πόλη: Βατραχονήσι. Παντρεμενάδικα. Κατσικάδικα. Γαργαρέτα. Χεζολίθαρο. Μπύθουλας. Πιθαράδικα. Αλυσίδα. Και πάνω από αυτά ένα νεότερο στρώμα: Νέα Σμύρνη. Νέα Ιωνία. Νέα Φιλαδέλφεια. Νέα Χαλκηδόνα. Σούρμενα. 

Δεν είναι διαφορετικές πόλεις. Είναι η ίδια πόλη σε διαφορετικές εποχές. Η Αθήνα άλλαξε ποτάμια, δρόμους, σπίτια, εργοστάσια, πληθυσμούς και σύνορα.Άλλαξε και ονόματα. Μόνο που τα παλιά ονόματα δεν εξαφανίζονται πάντοτε. Μπορεί να κρύβονται σε ένα συμβόλαιο. Σε ένα παλιό εισιτήριο. Σε μια στάση λεωφορείου. Σε μια πινακίδα. Στο όνομα ενός συλλόγου. Ή στη φράση ενός ηλικιωμένου Αθηναίου που εξακολουθεί να λέει "Μπραχάμι", «Μενίδι» ή «Λούτσα» σαν να μην πέρασε ποτέ ο χρόνος.

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι. Ο χάρτης μιας πόλης δεν είναι μόνο γεωγραφία. Είναι μνήμη.


Add comment

Comments

There are no comments yet.