Το ταμειακό έλλειμμα έφθασε κάποια στιγμή τα 5,5 τρισ. ρούβλια – Περικοπές έως 35% σε μη προστατευμένες δαπάνες και σχέδιο μείωσης προσωπικού κατά 15% – Το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει ήδη εκτοξευθεί στα 6,5 τρισ. ρούβλια

Από τον Δ.Α. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Για περισσότερο από τέσσερα χρόνια, η Ρωσία κατάφερε να διαψεύσει πολλές από τις προβλέψεις για επικείμενη οικονομική κατάρρευση εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία. Τα τεράστια ενεργειακά έσοδα, τα μεγάλα αποθέματα που είχαν δημιουργηθεί πριν από τον πόλεμο, οι αυστηροί έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων και – κυρίως – η δυνατότητα του Κρεμλίνου να ανακατευθύνει τεράστιους κρατικούς πόρους προς την πολεμική οικονομία επέτρεψαν στη Μόσχα να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Όμως, μια κρίση ρευστότητας που εκδηλώθηκε τον Απρίλιο του 2026 αποκαλύπτει ότι η δημοσιονομική αντοχή της Ρωσίας αρχίζει να δοκιμάζεται πολύ πιο έντονα. Σύμφωνα με αποκάλυψη του Bloomberg, η ρωσική κυβέρνηση αναγκάστηκε να επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στις κρατικές δαπάνες, όταν η πίεση στα ταμειακά διαθέσιμα έφθασε σε σημείο ώστε να δημιουργηθούν αμφιβολίες ακόμη και για την έγκαιρη πραγματοποίηση όλων των προγραμματισμένων πληρωμών του Δημοσίου.
Η προειδοποίηση του υπουργού Οικονομικών
Το κρίσιμο επεισόδιο φέρεται να συνέβη τον Απρίλιο. Ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ προειδοποίησε τον πρωθυπουργό Μιχαήλ Μισούστιν ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια ενδέχεται να μην επαρκούσαν ώστε η κυβέρνηση να πραγματοποιήσει εγκαίρως όλες τις προγραμματισμένες πληρωμές της. Η κατάσταση στους λογαριασμούς του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού είχε επιδεινωθεί δραματικά. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg, το υπόλοιπο στον ενιαίο λογαριασμό του ομοσπονδιακού ταμείου είχε φθάσει περίπου στα -5,5 τρισ. ρούβλια ή περίπου -$65,3 δισ.
Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τη Μόσχα να περάσει ουσιαστικά σε ένα καθεστώς έκτακτης δημοσιονομικής περιστολής.
Τι σημαίνει όμως ότι η Ρωσία «ξέμεινε από μετρητά»;
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Ο εντυπωσιακός τίτλος ότι η Ρωσία "ξέμεινε από μετρητά" δεν σημαίνει ότι το ρωσικό κράτος χρεοκόπησε ή ότι δεν διαθέτει πλέον οικονομικούς πόρους. Άλλο είναι η φερεγγυότητα ενός κράτους και άλλο η ταμειακή του ρευστότητα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το πρόβλημα που αποκαλύπτει το Bloomberg είναι ότι οι εκροές από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό είχαν γίνει τόσο μεγάλες και τόσο γρήγορες, ώστε τα διαθέσιμα του Δημοσίου δεν επαρκούσαν πλέον για την ομαλή κάλυψη όλων των πληρωμών με τον προηγούμενο ρυθμό.
Και η κυβέρνηση αντέδρασε όπως θα αντιδρούσε οποιοσδήποτε οργανισμός αντιμετώπιζε σοβαρή ταμειακή πίεση: πάγωσε, περιόρισε και ανέβαλε δαπάνες. Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από τον ίδιο τον τίτλο περί "εξάντλησης των μετρητών". Για πρώτη φορά γίνεται ορατό το σημείο στο οποίο οι ανάγκες της πολεμικής οικονομίας αρχίζουν να συγκρούονται άμεσα με τις υπόλοιπες ανάγκες του ρωσικού κράτους.
Περικοπές έως 35%
Μετά την κρίση του Απριλίου, η κυβέρνηση φέρεται να επέβαλε περιορισμούς χρηματοδότησης που φθάνουν έως και το 35% σε ορισμένες κατηγορίες μη προστατευμένων δαπανών. Από τις περικοπές εξαιρέθηκαν κρίσιμες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων οι στρατιωτικές δαπάνες, οι μισθοί του Δημοσίου, κοινωνικά προγράμματα, η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και ορισμένες μεταβιβάσεις προς τις περιφέρειες. Με απλά λόγια: το Κρεμλίνο προστάτευσε τον πόλεμο και τις βασικές υποχρεώσεις του κράτους και περιόρισε τις υπόλοιπες δαπάνες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κατανόηση του νέου μοντέλου της ρωσικής οικονομίας. Όσο περισσότερους πόρους απορροφά η πολεμική μηχανή, τόσο μικρότερος γίνεται ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για τις υπόλοιπες λειτουργίες του κράτους.
Και σχέδιο μείωσης προσωπικού κατά 15%
Οι περικοπές δεν φαίνεται να περιορίζονται στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες φέρεται επίσης να έλαβαν οδηγίες να προετοιμαστούν για μείωση του προσωπικού τους κατά 15% και να αναβάλουν δαπάνες που δεν θεωρούνται απολύτως αναγκαίες. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δείχνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή δεν αντιμετωπίζεται στη Μόσχα ως μια απλή προσωρινή καθυστέρηση πληρωμών. Η κυβέρνηση προετοιμάζεται για ένα περιβάλλον στο οποίο θα πρέπει να λειτουργεί με μικρότερο δημοσιονομικό περιθώριο, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να χρηματοδοτεί έναν εξαιρετικά ακριβό πόλεμο.
Το έλλειμμα εκτινάχθηκε στα 6,5 τρισ. ρούβλια
Το πρόβλημα αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στα επίσημα στοιχεία του προϋπολογισμού. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου - Ιουλίου 2026, το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού έφθασε περίπου τα 6,5 τρισ. ρούβλια που αντιστοιχούν σε 2,8% του ρωσικού ΑΕΠ. Το εντυπωσιακότερο είναι η σύγκριση με τον στόχο που είχε θέσει η ίδια η κυβέρνηση. Ο προϋπολογισμός προέβλεπε για ολόκληρο το 2026 έλλειμμα περίπου 3,79 τρισ. ρουβλίων ή 1,6% του ΑΕΠ.
Μέσα στους πρώτους επτά μήνες, επομένως, το έλλειμμα είχε ήδη φθάσει περίπου στο 170% του στόχου ολόκληρης της χρονιάς.
Και απομένουν ακόμη πέντε μήνες μέχρι το τέλος του έτους.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κατέρρευσαν τα έσοδα
Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που κάνει την εικόνα ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Στους πρώτους επτά μήνες του 2026, τα συνολικά έσοδα του ρωσικού προϋπολογισμού δεν μειώθηκαν. Αντίθετα, αυξήθηκαν κατά περίπου 8,8% σε ετήσια βάση. Έφθασαν περίπου τα 22,1 τρισ. ρούβλια. Οι δαπάνες, όμως, αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα: +14,5% φθάνοντας τα 28,6 τρισ. ρούβλια. Επομένως, η εξίσωση είναι σχετικά απλή:
Έσοδα: 22,1 τρισ. RUB - Δαπάνες: 28,6 τρισ. RUB = Έλλειμμα: ~6,5 τρισ. RUB
Η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα εσόδων. Αντιμετωπίζει πρωτίστως ένα κράτος του οποίου οι δαπάνες έχουν διογκωθεί δραματικά.
Η πολεμική οικονομία καταπίνει ολοένα περισσότερους πόρους
Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό πρόβλημα που κρύβεται πίσω από την κρίση ρευστότητας. Η Ρωσία έχει μετατρέψει μεγάλο μέρος της οικονομίας της σε μια τεράστια μηχανή χρηματοδότησης του πολέμου. Οι στρατιωτικές παραγγελίες δημιουργούν παραγωγή, μισθούς και οικονομική δραστηριότητα. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί η ρωσική οικονομία κατάφερε για χρόνια να εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από εκείνη που προέβλεπαν πολλοί δυτικοί αναλυτές. Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην αύξηση του ΑΕΠ και στη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Ένα εργοστάσιο που παράγει άρματα μάχης, πυραύλους ή πυρομαχικά αυξάνει το ΑΕΠ. Δεν δημιουργεί όμως απαραίτητα ένα παραγωγικό περιουσιακό στοιχείο που θα αυξήσει τη μελλοντική παραγωγικότητα της οικονομίας ή θα δημιουργήσει νέες φορολογικές ροές. Το κράτος πληρώνει για την παραγωγή. Το προϊόν χρησιμοποιείται ή καταστρέφεται στον πόλεμο. Και για να συνεχιστεί ο ίδιος κύκλος πρέπει το κράτος να πληρώσει ξανά.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα μιας παρατεταμένης πολεμικής οικονομίας.
Και τα πετρελαϊκά έσοδα δεν αρκούν πλέον για να κρύψουν το πρόβλημα
Υπάρχει και δεύτερη πίεση. Τα έσοδα της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά περίπου 16,8% στο επτάμηνο, την ώρα που τα μη ενεργειακά έσοδα αυξήθηκαν κατά 18,3%. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Για πολλά χρόνια, τα ενεργειακά έσοδα λειτουργούσαν ως το μεγάλο δημοσιονομικό "μαξιλάρι" της Ρωσίας. Όταν η τιμή του πετρελαίου ήταν υψηλή, η Μόσχα μπορούσε να χρηματοδοτεί αυξημένες κρατικές δαπάνες χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχα μεγάλα ελλείμματα. Τώρα όμως η εξίσωση έχει αλλάξει.
Οι στρατιωτικές ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες και μόνιμες. Έτσι, ακόμη και περίοδοι ισχυρότερων ενεργειακών εσόδων δεν αρκούν απαραίτητα για να εξαφανίσουν τη δημοσιονομική πίεση. Μάλιστα, το έλλειμμα αυξήθηκε τον Ιούλιο παρά την ενίσχυση των ενεργειακών εισροών, φθάνοντας μόνο για τον συγκεκριμένο μήνα περίπου τα 724 δισ. ρούβλια.
Η κρίσιμη διάκριση: η Ρωσία δεν χρεοκοπεί
Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να οδηγηθούμε στο αντίθετο άκρο και να συμπεράνουμε ότι η Ρωσία βρίσκεται ένα βήμα πριν από τη δημοσιονομική κατάρρευση. Οι πηγές που επικαλείται το Bloomberg χαρακτηρίζουν την πίεση στη ρευστότητα σοβαρή αλλά όχι κρίσιμη και εκτιμούν ότι ο προϋπολογισμός εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί τον πόλεμο για αρκετά ακόμη χρόνια. Η Ρωσία έχει επίσης ένα σημαντικό πλεονέκτημα που δεν διαθέτει μια επιχείρηση ή ένα κράτος που δανείζεται κυρίως σε ξένο νόμισμα: οι περισσότερες υποχρεώσεις της είναι σε ρούβλια και το κράτος ελέγχει το νόμισμα στο οποίο πραγματοποιούνται.
Μπορεί επίσης να αυξήσει φόρους, να εκδώσει περισσότερο εσωτερικό χρέος, να χρησιμοποιήσει διαθέσιμα αποθεματικά ή να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις μη στρατιωτικές δαπάνες. Όλες αυτές οι λύσεις, όμως, έχουν κόστος. Και εκεί βρίσκεται η ουσία.
Το ερώτημα δεν είναι «πότε θα τελειώσουν τα χρήματα»
Το πραγματικό ερώτημα για τη ρωσική οικονομία δεν είναι αν μια συγκεκριμένη ημέρα "θα τελειώσουν τα χρήματα". Τα κράτη δεν λειτουργούν έτσι. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι: Πόσο μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας πρέπει να θυσιάσει η Μόσχα για να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο; Αν οι στρατιωτικές δαπάνες παραμείνουν προστατευμένες, η προσαρμογή πρέπει να πραγματοποιηθεί αλλού. Μπορεί να σημαίνει:
- λιγότερες δημόσιες επενδύσεις,
- λιγότερες μη στρατιωτικές δαπάνες,
- μικρότερο δημόσιο τομέα,
- υψηλότερους φόρους,
- περισσότερο εσωτερικό δανεισμό ή
- μεγαλύτερη χρήση των διαθέσιμων αποθεμάτων.
Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο εντονότερη γίνεται αυτή η σύγκρουση για τους διαθέσιμους πόρους.
Το πρώτο πραγματικό «καμπανάκι»
Γι' αυτό η αποκάλυψη του Bloomberg έχει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποσό των 5,5 τρισ. ρουβλίων. Δεν αποδεικνύει ότι η ρωσική οικονομία καταρρέει. Δείχνει όμως ότι η Μόσχα αναγκάστηκε να πάρει πραγματικές αποφάσεις περιορισμού δαπανών επειδή η ταμειακή πίεση έγινε πραγματική. Μέχρι τώρα, η μεγάλη αφήγηση της ρωσικής πολεμικής οικονομίας ήταν η ανθεκτικότητα.
- Οι κυρώσεις δεν προκάλεσαν την κατάρρευση που περίμεναν ορισμένοι.
- Οι ενεργειακές εξαγωγές συνεχίστηκαν.
- Η οικονομία προσαρμόστηκε.
- Η πολεμική παραγωγή εκτοξεύθηκε.
Όμως η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι το κόστος εξαφανίστηκε. Σημαίνει ότι το κόστος μπορούσε μέχρι τώρα να απορροφηθεί. Η κρίση του Απριλίου δείχνει ότι αυτή η δυνατότητα αρχίζει να συναντά όρια. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα πίσω από τους αριθμούς:
Η Ρωσία εξακολουθεί να έχει τα μέσα να χρηματοδοτεί τον πόλεμο. Αλλά για πρώτη φορά φαίνεται όλο και καθαρότερα τι πρέπει να περικόψει για να συνεχίσει να το κάνει.
Πηγή βασικής αποκάλυψης: Bloomberg, 27 Αυγούστου 2026. Τα στοιχεία του επταμήνου βασίζονται επίσης στα δημοσιευμένα στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών.
Add comment
Comments