Ακόμη και αν η Ελλάδα περιορίσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη στο 12,5% του ΑΕΠ, η δημογραφική γήρανση μπορεί να οδηγήσει το κράτος να χρηματοδοτεί σχεδόν τα δύο τρίτα των συντάξεων. Μια άσκηση έως το 2050 αποκαλύπτει το κόστος της αδράνειας, αλλά και τις δύσκολες προϋποθέσεις για να αποφευχθεί.

Από τους Τηλέμαχο και Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ελλάδα έχει συνηθίσει να συζητά για το συνταξιοδοτικό με όρους ηλικίας συνταξιοδότησης, αυξήσεων, αναδρομικών και ποσοστών αναπλήρωσης. Πολύ σπανιότερα συζητά το ουσιαστικότερο ερώτημα: ποιος θα πληρώνει τις συντάξεις όταν οι εργαζόμενοι θα είναι λιγότεροι και οι συνταξιούχοι περισσότεροι; Το 2025, το 57% της χρηματοδότησης των ελληνικών συντάξεων προερχόταν από ασφαλιστικές εισφορές. Το υπόλοιπο 43% καλυπτόταν από τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό - δηλαδή, σε τελική ανάλυση, από τη γενική φορολογία.
Με άλλα λόγια, για κάθε €100 συντάξεων, τα €43 δεν προέρχονται από τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές. Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη χρεοκοπίας. Η εθνική σύνταξη χρηματοδοτείται θεσμικά από το κράτος, ενώ η συμμετοχή της φορολογίας αποτελεί - για λόγους που δεν έχουν επαρκώς εξηγηθεί - συνειδητή επιλογή κοινωνικής πολιτικής. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα που καμία λογιστική ταξινόμηση δεν μπορεί να εξαφανίσει: η αναλογία εκείνων που καταβάλλουν εισφορές προς εκείνους που εισπράττουν συντάξεις πρόκειται να επιδεινωθεί σημαντικά.
Η δημογραφική αριθμητική δεν διαπραγματεύεται
Σύμφωνα με τις προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, οι απασχολούμενοι στην Ελλάδα θα μειωθούν από περίπου 4,16 εκατομμύρια το 2022 σε 3,38 εκατομμύρια το 2050. Την ίδια περίοδο, ο αριθμός των συνταξιούχων θα αυξηθεί από 2,46 σε 2,96 εκατομμύρια.
Η μεταβολή είναι καθοριστική. Το 2022 αντιστοιχούσαν περίπου 169 απασχολούμενοι σε κάθε 100 συνταξιούχους. Το 2050 θα αντιστοιχούν μόλις 114. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι εισφορές θα μειωθούν αναγκαστικά σε ευρώ. Η παραγωγικότητα και οι μισθοί μπορούν να αυξάνονται. Σημαίνει όμως ότι, για να διατηρηθεί η ίδια σχέση χρηματοδότησης, θα πρέπει είτε να αυξηθεί σημαντικά η ασφαλιστέα μισθολογική βάση είτε να μειωθεί η σχετική αξία των συντάξεων. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της άσκησης.
Μια Ελλάδα χωρίς νέες αυξήσεις εισφορών
Εξετάζουμε ένα συγκεκριμένο εναλλακτικό σενάριο έως το 2050. Υποθέτουμε πραγματική ανάπτυξη 1,5% ετησίως, πληθωρισμό 2%, αμετάβλητους συντελεστές εισφορών και ίδια ποσοστιαία ετήσια αύξηση ασφαλιστέων αποδοχών και συντάξεων. Θέτουμε επιπλέον δύο στόχους: η συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη να περιοριστεί στο 12,5% του ΑΕΠ και να εξετάσουμε ποιο μέρος της θα πρέπει να χρηματοδοτεί το κράτος.
Ο στόχος 12,5% παραμένει υψηλός. Είναι όμως χαμηλότερος από το 14% του ΑΕΠ που προβλέπει για το 2050 το βασικό σενάριο του ευρωπαϊκού Ageing Report. Η επιλογή αυτή απαιτεί σημαντική συγκράτηση της μέσης συνταξιοδοτικής παροχής σε σχέση με την επίσημη προβολή. Μια καθαρά αναλογική προσαρμογή του προβλεπόμενου συνολικού ποσοστού αναπλήρωσης 67% θα το οδηγούσε κοντά στο 60%. Πρόκειται για ενδεικτική μαθηματική αντιστοίχιση, όχι για ανεξάρτητο αναλογιστικό αποτέλεσμα.
Το κρίσιμο είναι ότι ακόμη και με αυτή την προσαρμογή, η χρηματοδότηση των συντάξεων δεν εξασφαλίζεται αυτομάτως.
Το αποτέλεσμα: Το κράτος ενδέχεται να καλύπτει το 64% των συντάξεων
Χρησιμοποιώντας ως χρηματοδοτική αφετηρία για το 2026 συνταξιοδοτική δαπάνη €35,4 δισ. και την αναλογία 57% εισφορές – 43% κρατικός προϋπολογισμός, το μοντέλο οδηγεί στο ακόλουθο αποτέλεσμα.
Το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο. Παρά τον στόχο περιορισμού της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης στο 12,5% του ΑΕΠ, η κρατική συμμετοχή αυξάνεται από 43% σε περίπου 64%. Ο λόγος είναι απλός: με αμετάβλητους συντελεστές εισφορών, η μείωση του αριθμού των εργαζομένων περιορίζει την εξέλιξη των ασφαλιστικών εσόδων. Και εφόσον η αύξηση των ασφαλιστέων αποδοχών δεν υπερβαίνει την αναπροσαρμογή των συντάξεων, η μισθολογική εξέλιξη δεν προσφέρει το πρόσθετο περιθώριο που θα απαιτούνταν για να αντισταθμιστεί η δημογραφική επιδείνωση.
Σημειώνεται ότι το μοντέλο χρησιμοποιεί μια εκτίμηση απασχόλησης για το 2026 με παρεμβολή μεταξύ των επίσημων τιμών του 2022 και του 2030. Επίσης, η αναλογία χρηματοδότησης του 2025 εφαρμόζεται ενδεικτικά στη δαπάνη του 2026. Αυτές είναι ρητές παραδοχές, όχι παρατηρημένα στοιχεία.
Τι σημαίνει αυτό για το δημόσιο έλλειμμα;
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι το κράτος θα καταβάλλει περισσότερα δισεκατομμύρια. Σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία είναι φυσιολογικό οι δημόσιες δαπάνες να αυξάνονται σε ονομαστικούς όρους. Το πραγματικό ζήτημα είναι το μερίδιο της οικονομικής παραγωγής που απαιτείται για τη χρηματοδότησή τους.
Στην αρχή της περιόδου, η κρατική χρηματοδότηση αντιστοιχεί περίπου στο 5,8% του ΑΕΠ. Το 2050 ανεβαίνει στο 8%. Η διαφορά είναι περίπου 2,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Σε τιμές 2026, με αναγωγή βάσει του υποθετικού πληθωρισμού 2%, η κρατική χρηματοδότηση του 2050 αντιστοιχεί σε περίπου €29,9 δισ. ετησίως. Αν το κράτος δεν αυξήσει φόρους, δεν μειώσει άλλες δαπάνες και δεν εξασφαλίσει αντισταθμιστικά έσοδα, η πρόσθετη επιβάρυνση θα επιδεινώνει το δημοσιονομικό ισοζύγιο κατά περίπου 2,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, σε σχέση με ένα σενάριο όπου η κρατική χρηματοδότηση θα παρέμενε σταθερή ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα εμφανίσει οπωσδήποτε έλλειμμα 2,2% του ΑΕΠ το 2050. Σημαίνει ότι, με όλα τα υπόλοιπα δημοσιονομικά μεγέθη αμετάβλητα ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συγκεκριμένη συνταξιοδοτική μεταβολή θα επιδείνωνε το ισοζύγιο κατά αυτό το μέγεθος. Η διαφορά δεν είναι καθόλου αμελητέα. Για μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος, ένα μόνιμο πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος αυτής της κλίμακας περιορίζει τη δυνατότητα μείωσης της φορολογίας, χρηματοδότησης επενδύσεων και αντιμετώπισης νέων κρίσεων.
Το παράδοξο της βιωσιμότητας: Οι συντάξεις μπορεί να γίνουν σχετικά χαμηλότερες, αλλά το κράτος να πληρώνει περισσότερα
Το ευρωπαϊκό Ageing Report ενσωματώνει ήδη μια σημαντική υποχώρηση της σχετικής αξίας των συντάξεων. Το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης κατά τη συνταξιοδότηση προβλέπεται να μειωθεί από περίπου 76% το 2022 σε 67% το 2050. Παράλληλα, ο λόγος μέσης σύνταξης προς μέσο μισθό προβλέπεται να υποχωρήσει από 76% σε 57%. Οι δύο δείκτες δεν είναι ταυτόσημοι. Ο πρώτος συγκρίνει τη νέα σύνταξη με τον τελευταίο μισθό, ενώ ο δεύτερος συγκρίνει τη μέση καταβαλλόμενη σύνταξη με τον μέσο μισθό της οικονομίας.
Η διάκριση έχει σημασία, διότι αποκαλύπτει κάτι που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο: ένα συνταξιοδοτικό σύστημα μπορεί να είναι δημοσιονομικά σταθερό επειδή οι μελλοντικές συντάξεις θα είναι χαμηλότερες σε σχέση με τις αποδοχές των εργαζομένων. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ονομαστικές περικοπές. Μπορεί οι συντάξεις να αυξάνονται κάθε χρόνο και παρ' όλα αυτά να χάνουν έδαφος σε σχέση με τους μισθούς. Η δημοσιονομική βιωσιμότητα, επομένως, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την επάρκεια των συντάξεων.
Υπάρχει διέξοδος χωρίς περισσότερους φόρους;
Η αύξηση των συντελεστών εισφορών δεν είναι η μοναδική λύση - και ενδέχεται να δημιουργήσει νέα προβλήματα στην αγορά εργασίας, αυξάνοντας το μη μισθολογικό κόστος. Υπάρχουν άλλοι παράγοντες που μπορούν να αλλάξουν τη σχέση εργαζομένων και συνταξιούχων: μεγαλύτερη συμμετοχή στην απασχόληση, αύξηση της παραγωγικότητας, περιορισμός της αδήλωτης εργασίας, προσέλκυση εργατικού δυναμικού και ανάπτυξη συμπληρωματικών κεφαλαιοποιητικών πυλώνων ασφάλισης. Η τελευταία επιλογή, βεβαίως, δεν δημιουργεί δωρεάν χρήματα. Η μετάβαση από ένα διανεμητικό σε ένα περισσότερο κεφαλαιοποιητικό σύστημα έχει κόστος, επειδή πρέπει να συνεχίσουν να πληρώνονται οι σημερινές συντάξεις ενώ παράλληλα δημιουργούνται αποθεματικά για τις επόμενες γενιές.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η αύξηση του αριθμού των ασφαλισμένων και της παραγωγικής βάσης της οικονομίας, χωρίς να εξαντλείται η δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας από υψηλές επιβαρύνσεις. Και εδώ η συζήτηση για το συνταξιοδοτικό συναντά τη συζήτηση για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας.
Το πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να αναβάλλεται
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια αποδεδειγμένα αναπόφευκτη κατάρρευση του συνταξιοδοτικού της. Οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις έχουν περιορίσει σημαντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους και η κρατική συμμετοχή έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια. Αυτή η βραχυπρόθεσμη βελτίωση δεν αναιρεί τη μακροχρόνια δημογραφική πρόκληση. Η δική μας άσκηση δείχνει ότι, εάν οι ασφαλιστέες αποδοχές αυξάνονται μόνο όσο οι συντάξεις και δεν αλλάξουν οι συντελεστές εισφορών, η επιδείνωση της σχέσης εργαζομένων προς συνταξιούχους μπορεί να μεταφέρει πολύ μεγαλύτερο μέρος του κόστους στον κρατικό προϋπολογισμό.
Το κράτος θα μπορούσε να εξακολουθεί να πληρώνει τις συντάξεις. Το ερώτημα είναι με ποιους πόρους και εις βάρος ποιων άλλων αναγκών. Κάθε πρόσθετο ευρώ για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού είναι ένα ευρώ που πρέπει να προέλθει από φορολογία, δανεισμό ή ανακατανομή δημόσιων δαπανών. Η κοινωνική προστασία των ηλικιωμένων αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση μιας σύγχρονης κοινωνίας. Αλλά εξίσου πραγματική είναι η ανάγκη να δημιουργηθούν οι οικονομικές προϋποθέσεις ώστε οι επόμενες γενιές να μπορούν να τη χρηματοδοτούν.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η Ελλάδα θέλει να πληρώνει αξιοπρεπείς συντάξεις. Είναι αν δημιουργεί αρκετούς εργαζομένους, αρκετό εισόδημα και αρκετό πλούτο για να μπορεί να το κάνει. Και αυτή είναι μια συζήτηση που δεν μπορεί να περιμένει έως το 2050.
Add comment
Comments