Τραμπ για Γκίλφοϊλ: «Δεν είμαστε ευχαριστημένοι» – Η Ουάσιγκτον εξετάζει την απομάκρυνσή της από την Αθήνα

Published on September 6, 2026 at 2:24 AM

Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου μετατρέπουν σε ανοιχτή πολιτική κρίση την υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Οι καταγγελίες για οικονομικές συναλλαγές, η έρευνα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το ενδεχόμενο αντικατάστασης της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Τι σημαίνουν οι εξελίξεις για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν περιορίζεται πλέον σε δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου και καταγγελίες για τη συμπεριφορά της. Έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο της αμερικανικής κυβέρνησης, με τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ να επιβεβαιώνει δημόσια ότι εξετάζεται η απομάκρυνση της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα. Τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων έξω από τον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε: "Το εξετάζουμε. Ναι, δεν είμαστε ευχαριστημένοι".

Η δήλωση, την οποία μετέδωσαν το Reuters και η Washington Post, αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή αποτελεί την πρώτη τόσο σαφή δημόσια επιβεβαίωση ότι η παραμονή της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα βρίσκεται υπό επανεξέταση. Δεν πρόκειται ακόμη για ανακοίνωση αποπομπής. Πρόκειται, ωστόσο, για μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με την αρχική, περισσότερο επιφυλακτική αντίδραση του Τραμπ. Και η αλλαγή αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να ενισχύσουν τον ενεργειακό και στρατηγικό τους ρόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με την Ελλάδα να αποτελεί σημαντικό κρίκο αυτής της πολιτικής.

Από το «ήταν πάντα πολύ ευγενική» στο «δεν είμαστε ευχαριστημένοι»

Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 9 Οκτωβρίου, ο Τραμπ είχε εμφανιστεί πολύ πιο συγκρατημένος. Όταν ρωτήθηκε για τα δημοσιεύματα της Wall Street Journal σχετικά με την Αμερικανίδα πρέσβειρα, απάντησε ότι μόλις είχε πληροφορηθεί την υπόθεση και δεν γνώριζε πολλές λεπτομέρειες. "Μόλις το άκουσα. Κρίμα. Δεν ξέρω πολλά, αλλά ήταν πάντα πολύ ευγενική", είχε δηλώσει. Εκείνη η τοποθέτηση δεν αποτελούσε ούτε υπεράσπιση της ουσίας των καταγγελιών ούτε δημόσια αποδοκιμασία της Γκίλφοϊλ. Ο πρόεδρος περιοριζόταν σε μια προσωπική αναφορά, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί επί των πραγματικών περιστατικών.

Τρεις ημέρες αργότερα, η διατύπωση ήταν διαφορετική. Η αναφορά ότι η κυβέρνηση δεν είναι ευχαριστημένη υποδηλώνει πως η υπόθεση αντιμετωπίζεται πλέον ως πρόβλημα που απαιτεί απόφαση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ έχει καταλήξει στην απομάκρυνση της πρέσβειρας. Σημαίνει όμως ότι δεν προσφέρει, τουλάχιστον δημόσια, την πολιτική κάλυψη που θα μπορούσε να κλείσει τη συζήτηση.

Το δημοσίευμα της Wall Street Journal και τα 100.000 δολάρια

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένα δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από τον Έρικ Ντίτερς, δωρητή και υποστηρικτή του Τραμπ, να καταβάλει $100.000 για την εξόφληση προσωπικής οφειλής της προς την American Express. Η φερόμενη απαίτηση διατυπώθηκε πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επικύρωσης του διορισμού της ως πρέσβειρας. Σύμφωνα με τα μηνύματα που παρουσίασε η αμερικανική εφημερίδα, η Γκίλφοϊλ φέρεται να υποστήριξε ότι η καταβολή των χρημάτων θα μπορούσε να γίνει απευθείας στην εταιρεία πιστωτικών καρτών.

Το δημοσίευμα συνέδεσε την οικονομική απαίτηση με τη δυνατότητα πρόσβασης του δωρητή σε υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ. Ο Ντίτερς ισχυρίζεται επίσης ότι είχε καταβάλει στη Γκίλφοϊλ συνολικά $300.000 ως αμοιβές για ομιλίες, ενώ επιδίωκε τη συνδρομή της σε διάφορες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων φορολογικά και νομικά ζητήματα. Εδώ βρίσκεται και το σοβαρότερο θεσμικό ερώτημα της υπόθεσης: εάν υπήρξε προσπάθεια μετατροπής της πολιτικής πρόσβασης σε προσωπικό οικονομικό όφελος.

Η ύπαρξη αμοιβών για ομιλίες δεν συνιστά από μόνη της παράνομη δραστηριότητα. Ούτε κάθε επαφή ενός ιδιώτη με κυβερνητικά στελέχη αποτελεί αθέμιτη συναλλαγή. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η καταβολή χρημάτων συνδέθηκε με υπόσχεση συγκεκριμένης κυβερνητικής παρέμβασης ή προνομιακής μεταχείρισης. Πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν έχουν αποδειχθεί δικαστικά. Η Γκίλφοϊλ αμφισβητεί τη γνησιότητα των εγγράφων που παρουσιάστηκαν, ενώ οι νομικοί της εκπρόσωποι απορρίπτουν τις κατηγορίες περί παρατυπιών.

Η απάντηση της Γκίλφοϊλ: «Μου οφείλει 150.000 δολάρια»

Η πλευρά της Αμερικανίδας πρέσβειρας παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή των γεγονότων. Σε αναλυτική δήλωση που δημοσιοποιήθηκε στις 12 Οκτωβρίου, οι δικηγόροι της, Τζέσε Μπίναλ και Ντέιβιντ Σβαρτς, υποστήριξαν ότι ο Έρικ Ντίτερς εξακολουθεί να της οφείλει περίπου $150.000 για υπηρεσίες που είχε παράσχει πριν αναλάβει δημόσιο αξίωμα. Σύμφωνα με την υπεράσπισή της, η μεταξύ τους σχέση ήταν μια κανονική επαγγελματική συνεργασία που περιλάμβανε ομιλίες, συμβουλευτικές υπηρεσίες στρατηγικής επικοινωνίας και συγκέντρωσης χρημάτων.

Οι δικηγόροι επικαλούνται μάλιστα γραπτή συμφωνία της 20ής Μαΐου 2024, η οποία προέβλεπε αμοιβή $200.000 για συγκεκριμένες εμφανίσεις. Υποστηρίζουν ότι ο Ντίτερς δεν εκπλήρωσε τις οικονομικές υποχρεώσεις του και ότι επιχειρεί τώρα να παρουσιάσει μια συμβατική διαφορά ως υπόθεση διαφθοράς. Απορρίπτουν επίσης τις αιτιάσεις σχετικά με τη χρήση ιδιωτικών αεροσκαφών, επιμένοντας ότι η πρέσβειρα είχε ζητήσει και ακολουθήσει τις σχετικές οδηγίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Η απάντηση αυτή έχει ουσιαστική σημασία για την αξιολόγηση της υπόθεσης. Εάν οι οικονομικές απαιτήσεις αφορούσαν πράγματι νόμιμες, προϋπάρχουσες επαγγελματικές υποχρεώσεις, η ερμηνεία των συναλλαγών αλλάζει. Εάν, αντιθέτως, προκύψουν στοιχεία ότι ζητήθηκαν χρήματα με αντάλλαγμα κυβερνητική πρόσβαση, η υπόθεση αποκτά διαφορετική νομική και πολιτική διάσταση. Γι' αυτό και η διάκριση ανάμεσα στις καταγγελίες, στα τεκμηριωμένα γεγονότα και στους ισχυρισμούς της υπεράσπισης είναι απολύτως αναγκαία.

Ο Μάρκο Ρούμπιο και η δυσαρέσκεια στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με το Associated Press, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο συμμετέχει στις συζητήσεις για το μέλλον της Γκίλφοϊλ. Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος, ο οποίος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, περιέγραψε έντονη δυσαρέσκεια τόσο από τον Τραμπ όσο και από τον Ρούμπιο για όσα έχουν δημοσιευθεί. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο Ρούμπιο πραγματοποίησε επίσκεψη στην Αθήνα την προηγούμενη εβδομάδα, ενώ οι καταγγελίες βρίσκονταν ήδη στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, είχε αρχικά αναφερθεί θετικά στη δραστηριότητα της Αμερικανίδας πρέσβειρας. Όταν, όμως, κλήθηκε να σχολιάσει τις νεότερες αποκαλύψεις, απέφυγε να υιοθετήσει τα δημοσιεύματα, τονίζοντας ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ακρίβειά τους.

Σύμφωνα με το ίδιο πρακτορείο, αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης ανέμεναν αποφάσεις για τον χειρισμό της υπόθεσης εντός της εβδομάδας.

Η χρονική συγκυρία δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα για την αμερικανική διπλωματία. Η επίσκεψη του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Αθήνα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευκαιρία ανάδειξης των στρατηγικών προτεραιοτήτων των δύο χωρών. Αντί γι' αυτό, σημαντικό μέρος της δημοσιότητας επικεντρώθηκε στη συμπεριφορά και στις οικονομικές συναλλαγές της Αμερικανίδας πρέσβειρας. Η διπλωματική ατζέντα βρέθηκε έτσι να ανταγωνίζεται μια υπόθεση που αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της αμερικανικής εκπροσώπησης.

Οι προηγούμενες αποκαλύψεις και η ελληνική διάσταση

Οι οικονομικές καταγγελίες δεν αποτελούν τη μοναδική πηγή αμφισβήτησης της Γκίλφοϊλ. Προηγούμενα δημοσιεύματα της Wall Street Journal είχαν αναφερθεί σε δηλώσεις που φέρεται να έκανε η πρέσβειρα σε δεξίωση στην Αθήνα τον Μάρτιο. Σύμφωνα με τις συγκεκριμένες αναφορές, η Γκίλφοϊλ φέρεται να υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν, εφόσον το επιθυμούσαν, να υπονομεύσουν την ελληνική κυβέρνηση. Άλλα σημεία των δημοσιευμάτων αφορούσαν την προώθηση επιχειρηματικών συμφερόντων συγκεκριμένης ελληνικής εταιρείας στον κατασκευαστικό και ενεργειακό τομέα, καθώς και τη συμμετοχή εκπροσώπου συμφερόντων της σε ιδιωτικές διπλωματικές συναντήσεις.

Οι ισχυρισμοί αυτοί προκάλεσαν ερωτήματα για τα όρια ανάμεσα στη διπλωματική εκπροσώπηση, στην προώθηση επιχειρηματικών συνεργασιών και στην ενδεχόμενη προνομιακή μεταχείριση ιδιωτικών συμφερόντων. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος είχε παραστεί στη συγκεκριμένη εκδήλωση, δήλωσε στη Βουλή ότι δεν υπήρξε ζήτημα απειλής ή πίεσης προς την Ελλάδα και ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν ανεκτό.

Η διάκριση είναι σημαντική: οι καταγγελλόμενες δηλώσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αποδεδειγμένη αμερικανική απειλή απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο, ακόμη και ως αντικείμενο δημοσιογραφικής έρευνας, αναδεικνύουν ένα ουσιαστικό θεσμικό ζήτημα. Ένας πρέσβης δεν εκπροσωπεί μόνο τον πρόεδρο που τον διόρισε. Εκπροσωπεί το αμερικανικό κράτος και οφείλει να διατηρεί σχέσεις εμπιστοσύνης με τους θεσμούς της χώρας υποδοχής. Η διπλωματική επιρροή αποτελεί μέρος της διεθνούς πολιτικής. Η ενδεχόμενη αξιοποίησή της, όμως, προς όφελος συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων απαιτεί διαφάνεια και έλεγχο.

Η έρευνα και η πίεση από το Κογκρέσο

Η υπόθεση έχει αποκτήσει και θεσμική συνέχεια στην Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η Washington Post, το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ξεκινήσει έρευνα σχετικά με τις καταγγελίες. Το ίδιο το γραφείο δεν έχει επιβεβαιώσει δημοσίως την ύπαρξη συγκεκριμένης διαδικασίας, επικαλούμενο την πάγια πολιτική του να μη σχολιάζει ερευνητικά ζητήματα. Παράλληλα, στελέχη των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο έχουν ζητήσει επίσημη διερεύνηση των καταγγελιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, ο βουλευτής Γκρέγκορι Μικς και ο βουλευτής Ρόμπερτ Γκαρσία. Η ύπαρξη ερευνητικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται ενοχή. Ούτε η πολιτική πίεση από μέλη του Κογκρέσου υποκαθιστά την ανάγκη ανεξάρτητης αξιολόγησης των στοιχείων.

Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη νομική και στην πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Για να στοιχειοθετηθεί παράνομη συμπεριφορά απαιτούνται αποδείξεις και εφαρμογή των σχετικών νομικών κανόνων. Για να αποφασίσει ένας Αμερικανός πρόεδρος ότι επιθυμεί την αντικατάσταση ενός πρέσβη, δεν απαιτείται αντίστοιχη δικαστική διαπίστωση. Οι πρέσβεις υπηρετούν υπό την εξουσία του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Τραμπ μπορεί συνεπώς να απομακρύνει τη Γκίλφοϊλ από τη θέση της χωρίς να προηγηθεί δικαστική απόφαση ή νέα έγκριση του Κογκρέσου.

Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική απόφαση για την παραμονή της μπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από την τελική έκβαση οποιασδήποτε έρευνας.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα μια ενδεχόμενη απομάκρυνση

Για την Αθήνα, το ζήτημα έχει δύο διαφορετικές διαστάσεις. Η πρώτη είναι προσωπική και διπλωματική: ποιος θα εκπροσωπεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα και με ποια πολιτική εξουσιοδότηση. Η δεύτερη είναι ουσιαστικότερη: κατά πόσο μια αλλαγή προσώπου θα επηρεάσει τις στρατηγικές προτεραιότητες της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή. Η Γκίλφοϊλ έχει συνδέσει δημόσια τη θητεία της με την ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, την ενίσχυση του αμερικανικού ρόλου στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας και την ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου.

Οι προτεραιότητες αυτές δεν αποτελούν αποκλειστικά προσωπικές επιλογές της πρέσβειρας. Συνδέονται με ευρύτερα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον. Επομένως, μια ενδεχόμενη αντικατάστασή της δεν θα ισοδυναμούσε αυτομάτως με αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα. Θα μπορούσε, ωστόσο, να δημιουργήσει μια περίοδο διπλωματικής προσαρμογής, ιδιαίτερα εάν η διαδικασία συνοδευόταν από περαιτέρω αποκαλύψεις ή πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ουάσιγκτον. Για την ελληνική κυβέρνηση, η θεσμικά ασφαλέστερη προσέγγιση είναι η διατήρηση της συνεργασίας με την αμερικανική κυβέρνηση ανεξάρτητα από το πρόσωπο που κατέχει την πρεσβευτική θέση.

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις στηρίζονται σε αμυντικές συμφωνίες, ενεργειακά συμφέροντα, επενδυτικές δραστηριότητες και γεωπολιτικές συγκλίσεις. Δεν εξαρτώνται από τη δημοφιλία ή τις προσωπικές σχέσεις ενός διπλωματικού εκπροσώπου.

Το ευρύτερο ερώτημα: Πολιτικοί διορισμοί και διπλωματική λογοδοσία

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ αναδεικνύει και μια ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο στελέχωσης της αμερικανικής διπλωματίας. Σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι πρεσβευτικές θέσεις καλύπτονται κατά κανόνα από επαγγελματίες διπλωμάτες, στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα σημαντικό μέρος των πρεσβευτών προέρχεται από πολιτικούς διορισμούς. Το σύστημα αυτό δεν είναι από μόνο του προβληματικό. Ένας πολιτικά διορισμένος πρέσβης μπορεί να διαθέτει άμεση πρόσβαση στον πρόεδρο, ισχυρά δίκτυα επαφών και μεγαλύτερη δυνατότητα προώθησης συγκεκριμένων κυβερνητικών πρωτοβουλιών. Από την άλλη πλευρά, η στενή σχέση με την πολιτική ηγεσία δεν υποκαθιστά τη γνώση των διπλωματικών διαδικασιών, τη συμμόρφωση με τους κανόνες δεοντολογίας και τη σαφή διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο αξίωμα και στις ιδιωτικές οικονομικές δραστηριότητες.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η υπόθεση αποκτά ενδιαφέρον πέρα από τα πρόσωπα. Η πρόσβαση στην εξουσία αποτελεί αναπόφευκτα πολύτιμο αγαθό στην πολιτική και στην οικονομία. Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, όμως, η πρόσβαση αυτή δεν πρέπει να μετατρέπεται σε προσωπικό προνόμιο που μπορεί να αγοραστεί ή να πωληθεί. Οι κανόνες διαφάνειας δεν αποσκοπούν στον περιορισμό της νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αποσκοπούν στην προστασία της από την προνομιακή μεταχείριση όσων βρίσκονται κοντά στην πολιτική εξουσία.

Αυτό ακριβώς είναι το θεσμικό διακύβευμα που θα πρέπει να αποσαφηνιστεί στην υπόθεση Γκίλφοϊλ.

Τι ακολουθεί

Με βάση τις πληροφορίες που είχαν δημοσιοποιηθεί έως τις πρώτες ώρες της 13ης Οκτωβρίου, δεν είχε ανακοινωθεί επίσημη απόφαση απομάκρυνσης της Αμερικανίδας πρέσβειρας. Η δήλωση Τραμπ, ωστόσο, επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα βρίσκεται υπό εξέταση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Οι επόμενες εξελίξεις θα εξαρτηθούν από την αξιολόγηση των καταγγελιών, τις εσωτερικές συζητήσεις στην αμερικανική κυβέρνηση και την τελική απόφαση του προέδρου. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν οι καταγγελίες σε βάρος της Γκίλφοϊλ μπορούν να αποδειχθούν.

Είναι και εάν ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι η πρέσβειρα εξακολουθεί να διαθέτει την πολιτική εμπιστοσύνη που απαιτείται για να εκπροσωπεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια χώρα με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η δικαστική αθωότητα, η διοικητική συμμόρφωση και η πολιτική εμπιστοσύνη είναι τρία διαφορετικά ζητήματα. Η τελική απόφαση για την παραμονή της Γκίλφοϊλ θα αφορά πρωτίστως το τρίτο, χωρίς αυτό να προδικάζει τα άλλα δύο.

Και για την Ελλάδα, το σημαντικότερο δεν είναι ποιο πρόσωπο θα παραμείνει ή θα αποχωρήσει από την αμερικανική πρεσβεία. Είναι να διατηρηθεί η συνέχεια των διμερών σχέσεων, με σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στη θεσμική διπλωματία, στις επιχειρηματικές επιδιώξεις και στις προσωπικές πολιτικές σχέσεις.


Add comment

Comments

There are no comments yet.