Η απροσδόκητη επανεκλογή του Λούλα προκάλεσε μαζικές ρευστοποιήσεις στο χρηματιστήριο του Σάο Πάολο, βουτιά του νομίσματος και αναστολή δημοπρασιών κρατικών ομολόγων. Οι επενδυτές ζητούν αξιόπιστο δημοσιονομικό σχέδιο, ενώ η μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη τετραετία.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η επανεκλογή του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στην προεδρία της Βραζιλίας προκάλεσε τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου μία από τις βιαιότερες αναταράξεις των τελευταίων δεκαετιών στις χρηματοπιστωτικές αγορές της χώρας.
Η εκλογική ανατροπή, που έφερε τον Λούλα στο 51,8% απέναντι στον Φλάβιο Μπολσονάρου, ανέτρεψε τις προσδοκίες μεγάλου μέρους των επενδυτών, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί υπέρ μιας πολιτικής αλλαγής με μεγαλύτερη δημοσιονομική αυστηρότητα.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα κύμα πωλήσεων που επεκτάθηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε μετοχές, κρατικά ομόλογα και στο εθνικό νόμισμα. Η αγορά του Σάο Πάολο ενεργοποίησε τον μηχανισμό προσωρινής αναστολής συναλλαγών, ενώ το υπουργείο Οικονομικών ακύρωσε δύο προγραμματισμένες δημοπρασίες κρατικών τίτλων.
Η κατάρρευση σε αριθμούς
Η πτώση δεν περιορίστηκε στο αρχικό όριο του 10%. Σύμφωνα με την ισπανική El País, ο δείκτης Bovespa έφθασε να υποχωρεί ενδοσυνεδριακά έως και 17%, με ιδιαίτερα μεγάλες απώλειες σε τράπεζες και επιχειρήσεις που εξαρτώνται από την εγχώρια ζήτηση.
Η αναταραχή επηρέασε και τις διεθνείς τοποθετήσεις σε βραζιλιάνικους τίτλους. Ομόλογο του Δημοσίου με λήξη το 2056 έχασε περίπου 2,5 σεντς ανά μονάδα ονομαστικής αξίας, ενώ τα ασφάλιστρα έναντι κρατικής χρεοκοπίας αυξήθηκαν αισθητά.
Γιατί οι αγορές πόνταραν στον Μπολσονάρου
Η αντίδραση των επενδυτών δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με πολιτικές προτιμήσεις. Μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, όταν ο Φλάβιο Μπολσονάρου κατέλαβε απροσδόκητα την πρώτη θέση, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είχαν αρχίσει να προεξοφλούν αλλαγή οικονομικής πολιτικής.
Η προσδοκία ήταν ότι μια κυβέρνηση Μπολσονάρου θα περιόριζε τις δημόσιες δαπάνες, θα προωθούσε περισσότερο φιλοεπενδυτικές μεταρρυθμίσεις και θα επιδίωκε ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή. Ο δείκτης Bovespa είχε κλείσει την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου περίπου 7% υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον πρώτο γύρο, ενώ το ρεάλ είχε ενισχυθεί σχεδόν 5% έναντι του δολαρίου.
Ακόμη και οι αγορές προβλέψεων έδειχναν πιθανότητα νίκης του Μπολσονάρου μεγαλύτερη από 75%. Η νίκη του Λούλα ανάγκασε τους επενδυτές να αναθεωρήσουν απότομα τις θέσεις τους. Αυτό εξηγεί και το μέγεθος της πτώσης: δεν πρόκειται μόνο για αρνητική αξιολόγηση της νέας κυβέρνησης, αλλά και για βίαιη αντιστροφή προηγούμενων επενδυτικών στοιχημάτων.
Το πραγματικό πρόβλημα: Το δημόσιο χρέος
Πίσω από τις εντυπωσιακές χρηματιστηριακές απώλειες βρίσκεται ένα βαθύτερο πρόβλημα: η δημοσιονομική θέση της Βραζιλίας. Το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 82% του ΑΕΠ, ενώ οι υποχρεωτικές δαπάνες για συντάξεις και άλλες κοινωνικές παροχές περιορίζουν την ευχέρεια της κυβέρνησης να μειώσει γρήγορα τα ελλείμματα.
Ο Λούλα καλείται να επιτύχει τρεις στόχους που δύσκολα συμβιβάζονται: να περιορίσει τη δυναμική του χρέους, να διατηρήσει τα κοινωνικά προγράμματα και να χρηματοδοτήσει επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη.
Η οικονομική του ομάδα έχει θέσει ως στόχο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 1,3% του ΑΕΠ έως το 2030. Ωστόσο, οι αγορές αναζητούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το πώς θα επιτευχθεί. Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό όταν αυξάνεται το κόστος δανεισμού.
Μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν δυσμενή μηχανισμό ανατροφοδότησης: η αμφισβήτηση της δημοσιονομικής πολιτικής αυξάνει τις αποδόσεις των ομολόγων, οι υψηλότεροι τόκοι επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό και η επιδείνωση των δημοσιονομικών προοπτικών αυξάνει περαιτέρω το ασφάλιστρο κινδύνου.
Πρόκειται για τον κλασικό κίνδυνο μιας αυτοτροφοδοτούμενης κρίσης εμπιστοσύνης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια τέτοια κρίση είναι αναπόφευκτη.
Το ντόμινο: Από το νόμισμα στον πληθωρισμό και στις επιχειρήσεις
Η υποτίμηση του ρεάλ δημιουργεί μια δεύτερη πηγή ανησυχίας. Όταν το εθνικό νόμισμα χάνει απότομα την αξία του, οι εισαγωγές γίνονται ακριβότερες σε τοπικό νόμισμα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των καυσίμων, των βιομηχανικών πρώτων υλών, των μηχανημάτων και άλλων εισαγόμενων προϊόντων.
Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχυθούν, η κεντρική τράπεζα μπορεί να αναγκαστεί να διατηρήσει υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει ταυτόχρονα το Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη πλευρά. Η υποτίμηση μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα εξαγωγικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στους τομείς των αγροτικών προϊόντων, των μετάλλων και της ενέργειας.
Η Βραζιλία διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση και σημαντικούς φυσικούς πόρους. Επομένως, η χρηματιστηριακή κρίση δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας.
Οι δύο αποφάσεις που περιμένουν οι επενδυτές
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον σε δύο κρίσιμα ζητήματα. Το πρώτο είναι η επιλογή του υπουργού Οικονομικών. Οι αγορές θα αναζητήσουν ένα πρόσωπο που θα μπορεί να συνδυάσει τις κοινωνικές προτεραιότητες του Λούλα με ένα αξιόπιστο πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθεροποίησης.
Το δεύτερο είναι ο προϋπολογισμός του 2027 και το νέο πλαίσιο ελέγχου των δαπανών. Η κυβέρνηση θα χρειαστεί επίσης να συνεργαστεί με ένα Κογκρέσο στο οποίο οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις διατηρούν σημαντική επιρροή.
Η άρνηση του Φλάβιο Μπολσονάρου να αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα και η πρόθεσή του να επιδιώξει την ακύρωσή του προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας.
Μπορεί η κρίση να εξελιχθεί σε ευκαιρία;
Η πρώτη αντίδραση των αγορών είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν προδικάζει τη μακροπρόθεσμη οικονομική πορεία της Βραζιλίας. Εάν ο Λούλα παρουσιάσει αξιόπιστο δημοσιονομικό πρόγραμμα, περιορίσει την αβεβαιότητα και διατηρήσει την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, μέρος των απωλειών θα μπορούσε να ανακτηθεί.
Αντίθετα, εάν η νέα κυβέρνηση επιλέξει σημαντική αύξηση δαπανών χωρίς αντίστοιχη χρηματοδότηση, το κόστος δανεισμού μπορεί να παραμείνει υψηλό, περιορίζοντας την ανάπτυξη. Η Βραζιλία έχει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα: μεγάλη εσωτερική αγορά, ισχυρές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, σημαντικό ενεργειακό τομέα και πλούσια κοιτάσματα κρίσιμων πρώτων υλών.
Η πρόκληση δεν είναι η έλλειψη οικονομικών δυνατοτήτων, αλλά η δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέψει να αξιοποιηθούν χωρίς να επιδεινωθεί η δυναμική του χρέους.
Το ευρύτερο δίδαγμα: Οι αγορές δεν ψηφίζουν, αλλά τιμολογούν
Η περίπτωση της Βραζιλίας αναδεικνύει μια βασική διάκριση της πολιτικής οικονομίας. Οι πολίτες επιλέγουν κυβερνήσεις με βάση ένα ευρύ φάσμα κριτηρίων: εισοδήματα, κοινωνική προστασία, ασφάλεια, πολιτικές ταυτότητες και θεσμικές προτεραιότητες.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές αξιολογούν κυρίως τις αναμενόμενες αποδόσεις και τους κινδύνους των επενδύσεων. Οι δύο αυτές διαδικασίες δεν οδηγούν υποχρεωτικά στο ίδιο αποτέλεσμα.
Η αρνητική αντίδραση των επενδυτών δεν αποτελεί δημοκρατική ετυμηγορία για την πολιτική επιλογή των Βραζιλιάνων. Αποτελεί όμως πραγματικό οικονομικό γεγονός, επειδή μπορεί να επηρεάσει το κόστος χρηματοδότησης της χώρας.
Το κεντρικό ερώτημα της νέας θητείας Λούλα δεν είναι εάν θα ικανοποιήσει τις αγορές εις βάρος των κοινωνικών του δεσμεύσεων. Είναι εάν θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει αυτές τις δεσμεύσεις χωρίς να υπονομεύσει τη μακροχρόνια δημοσιονομική σταθερότητα.
Αυτή θα είναι η σημαντικότερη οικονομική δοκιμασία της Βραζιλίας τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Add comment
Comments