Πισίνες, κότερα και μερίσματα: Το νέο κυνήγι μαγισσών κατά του πλούτου

Published on June 21, 2026 at 6:04 PM

Η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου έχει επανέλθει δυναμικά στην πολιτική ατζέντα, όμως οι τελευταίες παρεμβάσεις στελεχών της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης ανέδειξαν για ακόμη μία φορά ένα γνώριμο ελληνικό φαινόμενο:

Κάθε φορά που το κράτος αναζητά έσοδα, το βλέμμα στρέφεται όχι στη σπατάλη, όχι στην αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, αλλά στην τσέπη όσων παράγουν, επενδύουν ή καταναλώνουν περισσότερο.

Μέσα σε δύο μόλις ημέρες, κορυφαία στελέχη του κόμματος παρουσίασαν μια σειρά προτάσεων που συνοψίζονται σε μία βασική ιδέα: όποιος θεωρείται "πολύ πλούσιος" πρέπει να πληρώσει περισσότερα.

Ο Χάρης Αθανασιάδης, μιλώντας στο Mega, υποστήριξε ότι η φορολόγηση της υπερπολυτελούς διαβίωσης μπορεί να αποφέρει περίπου 600 εκατ. ευρώ ετησίως στα δημόσια ταμεία.

Ωστόσο, δεν εξήγησε με ποιον ακριβώς μηχανισμό προκύπτει αυτό το ποσό, ούτε ποια περιουσιακά στοιχεία ή καταναλωτικές δαπάνες θα αποτελέσουν τη φορολογική βάση.

Τη σκυτάλη πήρε η Μαριζέτα Αντωνοπούλου, η οποία στον ΣΚΑΪ επιχείρησε να περιγράψει τι θεωρεί η παράταξή της ως "υπερπλούσια διαβίωση". Τα παραδείγματα που χρησιμοποίησε προκάλεσαν αίσθηση.

Αναφέρθηκε σε πολυτελή διαμερίσματα, σε ιδιωτικές πισίνες και σε γρήγορα σκάφη αναψυχής, θέτοντας το ερώτημα αν οι ιδιοκτήτες τους θα πρέπει να φορολογούνται περισσότερο.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα με χαμηλή φορολογία κεφαλαίου, περιουσίας και κατανάλωσης ώστε να αναζητεί νέα πεδία επιβάρυνσης.

Αντιθέτως, πρόκειται για μία από τις χώρες όπου η φορολογική επιβάρυνση στην ακίνητη περιουσία, στις μεταβιβάσεις, στα τεκμήρια διαβίωσης και στα είδη πολυτελείας βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η συζήτηση γύρω από τις πισίνες. Στην Ελλάδα, η ύπαρξη πισίνας δεν είναι απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο. Συνοδεύεται ήδη από τεκμήρια, αυξημένες δαπάνες συντήρησης, δημοτικά τέλη, φορολόγηση ακινήτων και σειρά άλλων επιβαρύνσεων.

Το ίδιο ισχύει και για τα σκάφη αναψυχής, τα οποία επιβαρύνονται με ειδικούς φόρους, τέλη και υψηλό λειτουργικό κόστος.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν η χώρα χρειάζεται πράγματι νέους φόρους ή αν χρειάζεται ένα κράτος που θα μάθει επιτέλους να λειτουργεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Διότι η εύκολη λύση της συνεχούς αύξησης των φορολογικών βαρών έχει δοκιμαστεί πολλές φορές τις τελευταίες δεκαετίες και σπάνια απέδωσε τα αποτελέσματα που υπόσχονταν οι εμπνευστές της.

Η εμπειρία δείχνει ότι όταν η φορολογία γίνεται υπερβολική, το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα περισσότερα έσοδα. Συχνά οδηγεί σε μεταφορά επενδύσεων, φορολογικής έδρας και κεφαλαίων σε άλλες χώρες, ενώ αποθαρρύνει την επιχειρηματικότητα και την αποταμίευση.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση για τριπλασιασμό του φόρου στα μερίσματα, από 5% σε 15%. Παρότι η πρόταση παρουσιάζεται ως μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης, οι επικριτές της επισημαίνουν ότι αφορά κυρίως κεφάλαια που έχουν ήδη φορολογηθεί σε επίπεδο εταιρείας πριν διανεμηθούν στους μετόχους.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για μία ακόμη επιβάρυνση πάνω σε κέρδη που έχουν ήδη περάσει από την εφορία.

Η συζήτηση για το πώς πρέπει να φορολογείται ο πλούτος είναι απολύτως θεμιτή. Εκείνο που προκαλεί αντιδράσεις είναι η διαρκής τάση να παρουσιάζεται η πολυτελής κατανάλωση ως περίπου αντικοινωνική συμπεριφορά και κάθε περιουσιακό στοιχείο ως μια ανεξάντλητη δεξαμενή εσόδων για το κράτος.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο γρήγορα ταξιδεύει ένα κότερο ή πόσα τετραγωνικά έχει μια πισίνα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θέλει να προσελκύσει επενδύσεις, κεφάλαια και φορολογικούς κατοίκους ή αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει όσους δημιουργούν πλούτο ως το μόνιμο υποζύγιο κάθε νέας φορολογικής εξόρμησης.

Add comment

Comments

There are no comments yet.