Η κυβερνητική φθορά δεν μετατρέπεται σε πολιτική ανατροπή - Η ακρίβεια παραμένει ο κυρίαρχος παράγοντας που θα καθορίσει την ψήφο των πολιτών
Παρά τη σημαντική δυσαρέσκεια που καταγράφεται απέναντι στην κυβέρνηση για τη διαχείριση της καθημερινότητας, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί ένα καθαρό και σταθερό προβάδισμα έναντι των πολιτικών της αντιπάλων, σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση της GPO που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του iefimerida.
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνει μια πολιτική πραγματικότητα που παραμένει σχεδόν αμετάβλητη τους τελευταίους μήνες: η κυβέρνηση εμφανίζει εμφανή σημάδια φθοράς, όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξακολουθούν να δυσκολεύονται να μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια σε ουσιαστική εκλογική δυναμική.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται τόσο στην πρόθεση όσο και στην εκτίμηση ψήφου, διατηρώντας διψήφια διαφορά από τη δεύτερη ΕΛ.Α.Σ., η οποία συνεχίζει να ενισχύει σταδιακά τη θέση της στο πολιτικό σκηνικό.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ καταγράφει νέα κάμψη, ενώ πτωτική πορεία εμφανίζει και η “Ελπίδα για τη Δημοκρατία”, η οποία φαίνεται να απομακρύνεται από τα υψηλά ποσοστά που κατέγραφε στις πρώτες μετρήσεις μετά την εμφάνισή της.
Σχεδόν αμετάβλητος ο εκλογικός χάρτης
Η εικόνα της πρόθεσης ψήφου παραμένει αξιοσημείωτα σταθερή.
Η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 25,7%, διατηρώντας σημαντική απόσταση από την ΕΛ.Α.Σ., η οποία ακολουθεί με 14,5%. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στην τρίτη θέση με 9,5%, ενώ Ελληνική Λύση και ΚΚΕ ισοβαθμούν στο 8%.
Ακολουθούν η Ελπίδα για τη Δημοκρατία με 6,1%, η Πλεύση Ελευθερίας με 4%, η Φωνή Λογικής με 2,8%, ενώ τα μικρότερα κόμματα κινούνται κάτω από το όριο του 2%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι αναποφάσιστοι εξακολουθούν να ανέρχονται στο 11,2%, ποσοστό που υποδηλώνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος το οποίο δεν έχει ακόμη καταλήξει στην τελική του επιλογή.
Στην εκτίμηση ψήφου, όπου γίνεται αναγωγή επί των εγκύρων, η εικόνα δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά.
Η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 29,3%, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. ακολουθεί με 16,6%, διατηρώντας τη δεύτερη θέση με σαφή διαφορά από το ΠΑΣΟΚ, το οποίο περιορίζεται στο 10,8%.
Στην τέταρτη θέση ισοβαθμούν η Ελληνική Λύση και το ΚΚΕ με 9,1%, ενώ η Ελπίδα για τη Δημοκρατία υποχωρεί στο 7%.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν είναι ποιος προηγείται
Η δημοσκόπηση δεν έχει ως βασική είδηση το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται. Αυτό ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο. Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού.
Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά αρνητικών αξιολογήσεων για τους χειρισμούς της σε σειρά ζητημάτων, οι πολιτικοί συσχετισμοί παραμένουν σχεδόν αμετάβλητοι.
Με άλλα λόγια, η κυβερνητική φθορά δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εκλογικό όφελος για την αντιπολίτευση.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο που καταγράφεται επανειλημμένα τους τελευταίους μήνες και αποτυπώνει μια ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Οι πολίτες εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένοι να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στην κυβερνητική πολιτική παρά να δηλώσουν ότι θεωρούν κάποιο άλλο κόμμα έτοιμο να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.
Ακριβώς αυτή η αντίφαση εξηγεί γιατί, παρά τη φθορά που καταγράφεται στα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας, οι βασικές εκλογικές ισορροπίες παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες.
Οι πολίτες αξιολογούν σε μεγάλο ποσοστό αρνητικά τους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 68,6% εκφράζει αρνητική ή μάλλον αρνητική γνώμη για το έργο της κυβέρνησης. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η κυβερνητική φθορά είναι υπαρκτή και δεν περιορίζεται σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ή ηλικιακή ομάδα.
Αντίθετα, διαχέεται σχεδόν σε ολόκληρο το εκλογικό σώμα, με ιδιαίτερη ένταση στις παραγωγικές ηλικίες, δηλαδή στους πολίτες που επηρεάζονται περισσότερο από την ακρίβεια, τη φορολογία, το στεγαστικό κόστος και τις πιέσεις της καθημερινότητας.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι πολίτες επιθυμούν αλλαγή κυβέρνησης. Σημαίνει όμως ότι η αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής γίνεται πλέον με σαφώς αυστηρότερα κριτήρια σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν κεφαλαιοποιεί τη φθορά
Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα της έρευνας αφορά το ΠΑΣΟΚ.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μια τόσο υψηλή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση θα οδηγούσε σχεδόν αυτόματα σε σημαντική ενίσχυση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Στην Ελλάδα, όμως, αυτό δεν συμβαίνει. Η έρευνα δείχνει ότι το έργο του ΠΑΣΟΚ αξιολογείται αρνητικά από σχεδόν οκτώ στους δέκα πολίτες. Οι αρνητικές και μάλλον αρνητικές γνώμες φθάνουν συνολικά το 79,6%, ποσοστό ακόμη υψηλότερο από εκείνο που καταγράφεται για την κυβέρνηση.
Το στοιχείο αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης όχι μόνο δεν κερδίζει από τη φθορά της κυβέρνησης, αλλά συνεχίζει να εμφανίζει μικρή υποχώρηση και στα εκλογικά ποσοστά.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει μια τάση που έχει καταγραφεί σε διαδοχικές δημοσκοπήσεις διαφορετικών εταιρειών τους τελευταίους μήνες.
Η ΕΛ.Α.Σ. εδραιώνεται στη δεύτερη θέση
Αντίθετα, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη συνεχίζει να παρουσιάζει αργή αλλά σταθερή άνοδο. Στην εκτίμηση ψήφου ενισχύεται κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας στο 16,6%, ενώ στην πρόθεση ψήφου διατηρείται στο 14,5%, επιβεβαιώνοντας ότι έχει πλέον παγιωθεί ως η δεύτερη πολιτική δύναμη.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται κοντά στη Νέα Δημοκρατία, καθώς η μεταξύ τους διαφορά παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη.
Δείχνει όμως ότι καταφέρνει να διατηρεί σταθερή επαφή με ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, σε αντίθεση με άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης που εμφανίζουν μεγαλύτερες διακυμάνσεις.
Οι μεγαλύτερες μεταβολές της μέτρησης
Η σύγκριση με την προηγούμενη δημοσκόπηση της GPO δείχνει ότι οι περισσότερες μεταβολές είναι περιορισμένες.
Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει οριακή υποχώρηση κατά 0,1 μονάδα, χωρίς αυτό να επηρεάζει ουσιαστικά την κυρίαρχη θέση της.
Το ΠΑΣΟΚ χάνει 0,7 μονάδες, ενώ η Ελπίδα για τη Δημοκρατία καταγράφει τη σημαντικότερη υποχώρηση μεταξύ των μεγαλύτερων κομμάτων, χάνοντας 0,8 μονάδες.
Στον αντίποδα, μικρή αλλά αξιοσημείωτη ενίσχυση παρουσιάζουν η Πλεύση Ελευθερίας, η Φωνή Λογικής, η ΝΙΚΗ και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και οι μεταβολές αυτές δεν αλλάζουν ουσιαστικά τους συνολικούς πολιτικούς συσχετισμούς.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε μια φάση σχετικής σταθεροποίησης. Οι ψηφοφόροι μετακινούνται μεν μεταξύ κομμάτων, όμως οι μετακινήσεις αυτές είναι περιορισμένες και δεν αρκούν για να μεταβάλουν τις βασικές ισορροπίες.
Έτσι, παρά τη φθορά που καταγράφεται σε επίπεδο αξιολόγησης της κυβέρνησης, η πολιτική εικόνα παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη, με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί καθαρό προβάδισμα, την ΕΛ.Α.Σ. να εδραιώνεται στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ να συνεχίζει να αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα μετατρέψει τη δυσαρέσκεια των πολιτών σε εκλογική δυναμική.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να καθορίζει την ψήφο – Πού υπερέχει η κυβέρνηση και τι δείχνει η δημοσκόπηση για ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά
Πέρα από την πρόθεση και την εκτίμηση ψήφου, η δημοσκόπηση της GPO για το iefimerida φωτίζει και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό επίπεδο: τις πραγματικές προτεραιότητες των πολιτών και τα ζητήματα που αναμένεται να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών.
Τα ποιοτικά ευρήματα δείχνουν ότι, παρά τις συνεχείς πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από θεσμικά ζητήματα και πρόσωπα, οι περισσότεροι ψηφοφόροι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις πολιτικές τους αποφάσεις με βασικό κριτήριο την οικονομία και την καθημερινότητά τους.
Η ακρίβεια παραμένει το κυρίαρχο πολιτικό πρόβλημα
Σχεδόν επτά στους δέκα πολίτες (68,5%) δηλώνουν ότι η ακρίβεια θα αποτελέσει βασικό παράγοντα της ψήφου τους στις επόμενες εκλογές.
Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει ότι το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή κοινωνικής πίεσης.
Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών, οι πολίτες συνεχίζουν να αισθάνονται ότι η αγοραστική τους δύναμη παραμένει περιορισμένη.
Οι τιμές στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στη στέγαση εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την καθημερινότητα των νοικοκυριών, διαμορφώνοντας το πολιτικό κλίμα.
Αμέσως μετά ακολουθούν τα ζητήματα διαφθοράς, θεσμών και κράτους δικαίου (49,9%), καθώς και τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα – Υγεία, Παιδεία, εργασία και στέγαση – που συγκεντρώνουν 41,8%.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δύσκολα θα κριθεί αποκλειστικά από την προσωπική δημοφιλία των πολιτικών αρχηγών. Οι πολίτες αναζητούν κυρίως πειστικές απαντήσεις σε προβλήματα που επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα και την ποιότητα ζωής τους.
Εκεί όπου η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί πλεονέκτημα
Παρά τη γενικότερη φθορά που καταγράφεται στην αξιολόγηση των κυβερνητικών χειρισμών, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί συγκριτικό προβάδισμα σε δύο από τα σημαντικότερα πεδία δημόσιας πολιτικής.
Το πρώτο είναι η οικονομία.
Στην ερώτηση ποιο κόμμα εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη για τη διαχείριση της οικονομίας, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 32,3%, έναντι 21,2% της ΕΛ.Α.Σ. και 13,3% του ΠΑΣΟΚ.
Το δεύτερο είναι η εξωτερική πολιτική, όπου το κυβερνών κόμμα εμφανίζει ακόμη μεγαλύτερο προβάδισμα, συγκεντρώνοντας 39,2%, έναντι 18,1% της ΕΛ.Α.Σ. και 12,3% του ΠΑΣΟΚ.
Τα στοιχεία αυτά εξηγούν σε σημαντικό βαθμό γιατί η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις, παρά το υψηλό ποσοστό αρνητικών αξιολογήσεων που συγκεντρώνει για τη συνολική κυβερνητική της εικόνα.
Οι πολίτες μπορεί να εμφανίζονται επικριτικοί απέναντι στην κυβέρνηση, ωστόσο εξακολουθούν να της αναγνωρίζουν μεγαλύτερη διαχειριστική επάρκεια σε κρίσιμους τομείς.
Η εικόνα της αντιπολίτευσης παραμένει κατακερματισμένη
Η δημοσκόπηση δείχνει ότι κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν καταφέρνει να κυριαρχήσει καθαρά σε κάποιο βασικό πεδίο πολιτικής.
Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζει σχετικό πλεονέκτημα στα ζητήματα κοινωνικής προστασίας, όμως η διαφορά της από τους πολιτικούς αντιπάλους της παραμένει περιορισμένη.
Στο πεδίο της αντιμετώπισης της διαφθοράς η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη.
Η ΕΛ.Α.Σ. προηγείται οριακά με 24,2%, ενώ η Νέα Δημοκρατία ακολουθεί με 21,7% και το ΠΑΣΟΚ με 13,3%.
Ωστόσο, το σημαντικότερο εύρημα δεν είναι ποιο κόμμα προηγείται, αλλά ότι το 38,7% των πολιτών δεν εμπιστεύεται κανένα από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, το οποίο αντανακλά τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη θεσμική αξιοπιστία.
Το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ερώτηση σχετικά με ένα ενδεχόμενο νέο πολιτικό εγχείρημα υπό τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.
Η πιθανότητα στήριξης ενός τέτοιου κόμματος εμφανίζεται αυξημένη σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση.
Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι θα ήταν «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να το ψηφίσουν αυξάνεται από 9,2% τον Ιούνιο σε 12,3% στη νέα έρευνα.
Παρότι η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μεταβολή αυτή δείχνει ότι υπάρχει ένα περιορισμένο αλλά υπαρκτό τμήμα του εκλογικού σώματος που παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις σχετικές συζητήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το εύρημα αυτό αποτυπώνει περισσότερο μια διάθεση αναζήτησης νέων πολιτικών επιλογών παρά μια ώριμη εκλογική δυναμική υπέρ ενός νέου κόμματος.
Το συνολικό πολιτικό μήνυμα της έρευνας
Η δημοσκόπηση της GPO δεν δείχνει μόνο ποιος προηγείται στην πρόθεση ή στην εκτίμηση ψήφου.
Αναδεικνύει κυρίως ένα πολιτικό σύστημα που βρίσκεται σε κατάσταση σχετικής ισορροπίας.
Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυξημένη κοινωνική πίεση και σημαντική φθορά, όμως εξακολουθεί να θεωρείται από σημαντικό μέρος των πολιτών η πιο αξιόπιστη επιλογή σε κρίσιμους τομείς όπως η οικονομία και η εξωτερική πολιτική.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να πείσει ότι διαθέτει μια συνεκτική και πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Έτσι, παρά τη δυσαρέσκεια που καταγράφεται σε σειρά ποιοτικών δεικτών, οι βασικοί πολιτικοί συσχετισμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητοι, με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί καθαρό προβάδισμα, την ΕΛ.Α.Σ. να παγιώνεται στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ να εξακολουθεί να αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα ανακτήσει πολιτική δυναμική.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι, όσο η οικονομία και η ακρίβεια παραμένουν στην κορυφή των ανησυχιών των πολιτών, η πολιτική αντιπαράθεση θα κρίνεται λιγότερο από τη ρητορική και περισσότερο από την αξιοπιστία των προτάσεων που θα παρουσιάσουν τα κόμματα για τη βελτίωση της καθημερινής ζωής των πολιτών.
Add comment
Comments