Το αμερικανικό Δημόσιο βρίσκεται αντιμέτωπο με το υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, καθώς οι επενδυτές απαιτούν ολοένα υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν ένα ομοσπονδιακό χρέος που πλησιάζει πλέον τα $40 τρισ..
Η εξέλιξη επαναφέρει στο επίκεντρο ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας: όχι μόνο το τεράστιο ύψος του χρέους, αλλά και το πόσο ακριβή γίνεται πλέον η εξυπηρέτησή του.
Στην τελευταία δημοπρασία 30ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων, η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να προσφέρει απόδοση έως 5,22%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2001. Στην προηγούμενη αντίστοιχη δημοπρασία, τον Ιούλιο, η απόδοση είχε διαμορφωθεί στο 5,06%.
Η εξέλιξη αποτελεί ένα ακόμη προειδοποιητικό σήμα για τη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές εμφανίζονται όλο και περισσότερο προβληματισμένες για τον συνδυασμό υψηλού χρέους, επίμονου πληθωρισμού και τεράστιων χρηματοδοτικών αναγκών.
Οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερο «ασφάλιστρο»
Για δεκαετίες, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούσαν το κατεξοχήν ασφαλές καταφύγιο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Αυτό δεν έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Αλλά κάτι σημαντικό μεταβάλλεται: οι επενδυτές ζητούν πλέον μεγαλύτερη ανταμοιβή για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους στην αμερικανική κυβέρνηση για 20 ή 30 χρόνια.
Ένας επενδυτής που αγοράζει σήμερα ένα 30ετές Treasury αναλαμβάνει τον κίνδυνο ότι, μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες, ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλότερος, τα επιτόκια θα κινηθούν ανοδικά ή η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ θα επιδεινωθεί περαιτέρω.
Και για αυτούς τους κινδύνους ζητά υψηλότερη απόδοση.
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι αυτή η μεταβολή έρχεται ακριβώς τη στιγμή που πρέπει να δανείζεται τεράστια ποσά.
Το χρέος πλησιάζει τα $40 τρισ.
Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ βρίσκεται πλέον κοντά στο ψυχολογικό όριο των $40 τρισ., ενώ το χρέος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού ξεπέρασε το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις είναι ακόμη πιο ανησυχητικές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Congressional Budget Office που επικαλούνται τα δημοσιεύματα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να ξεπεράσει μέχρι το τέλος της δεκαετίας το μεταπολεμικό ιστορικό υψηλό του 106%, ενώ έως το 2036 θα μπορούσε να φθάσει περίπου στο 120% του ΑΕΠ.
Όμως το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος του χρέους.
Βρίσκεται στο επιτόκιο με το οποίο αυτό αναχρηματοδοτείται.
Η εποχή του φθηνού χρήματος τελείωσε
Για πολλά χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η αμερικανική κυβέρνηση μπορούσε να χρηματοδοτεί τεράστια ελλείμματα με εξαιρετικά χαμηλό κόστος.
Αυτό επέτρεψε στην Ουάσιγκτον να αυξάνει το χρέος χωρίς οι τόκοι να προκαλούν άμεσα ασφυκτικές πιέσεις στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Η κατάσταση πλέον έχει αντιστραφεί.
Καθώς παλαιότερα ομόλογα με χαμηλά κουπόνια λήγουν, πρέπει να αντικατασταθούν από νέα, τα οποία εκδίδονται με σημαντικά υψηλότερα επιτόκια.
Έτσι, ακόμη και εάν το χρέος σταματούσε υποθετικά να αυξάνεται με τον σημερινό ρυθμό, το κόστος εξυπηρέτησής του θα μπορούσε να συνεχίσει να ανεβαίνει.
Οι ΗΠΑ δαπανούν ήδη περισσότερα για τόκους του δημοσίου χρέους απ’ ό,τι για την εθνική άμυνα.
Και αυτό δημιουργεί έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο μηχανισμό:
μεγαλύτερο χρέος → περισσότεροι τόκοι → μεγαλύτερα ελλείμματα → περισσότερος δανεισμός → ακόμη μεγαλύτερο χρέος.
Ο πληθωρισμός δυσκολεύει τη Fed
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η Federal Reserve θα μπορούσε να απαντήσει στην αύξηση του κόστους χρήματος μειώνοντας τα επιτόκια.
Σήμερα, όμως, τα περιθώριά της είναι περιορισμένα.
Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον στόχο του 2%, γεγονός που καθιστά δύσκολη μια επιθετική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής χωρίς τον κίνδυνο μιας νέας αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων.
Η Fed βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία.
Εάν κρατήσει τα επιτόκια ψηλά, αυξάνει την πίεση στην οικονομία, στην αγορά κατοικίας, στις επιχειρήσεις και - έμμεσα - στα δημόσια οικονομικά.
Εάν τα μειώσει πολύ γρήγορα, κινδυνεύει να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.
Η αγορά εξακολουθεί να αγοράζει αμερικανικό χρέος
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική λεπτομέρεια που αποτρέπει - τουλάχιστον προς το παρόν - τις δραματικές ερμηνείες περί άμεσης κρίσης.
Η τελευταία δημοπρασία των 30ετών ομολόγων εξακολουθούσε να παρουσιάζει σημαντική ζήτηση.
Ο δείκτης bid-to-cover διαμορφώθηκε στο 2,39, δηλαδή για κάθε $1 χρέους που προσέφερε το αμερικανικό Δημόσιο υπήρχαν προσφορές ύψους $2,39. Τον Ιούλιο ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 2,44.
Με άλλα λόγια, οι επενδυτές δεν εγκαταλείπουν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Απλώς ζητούν περισσότερα χρήματα για να τα αγοράσουν.
Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη.
Δεν πρόκειται ακόμη για κρίση εμπιστοσύνης στο αμερικανικό Δημόσιο. Πρόκειται όμως για σαφή ανατιμολόγηση του μακροπρόθεσμου δημοσιονομικού κινδύνου.
Γιατί αφορά ολόκληρο τον κόσμο
Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεν αποτελούν απλώς το κόστος χρηματοδότησης της Ουάσιγκτον.
Λειτουργούν ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση του χρήματος και του κινδύνου.
Όταν ένα θεωρητικά ασφαλές 30ετές αμερικανικό ομόλογο προσφέρει πάνω από 5%, ένας επενδυτής χρειάζεται πολύ ισχυρότερο κίνητρο για να αναλάβει μεγαλύτερο κίνδυνο αγοράζοντας εταιρικά ομόλογα, μετοχές ή τίτλους αναδυόμενων οικονομιών.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος κεφαλαίου διεθνώς, ενίσχυση του δολαρίου και μεγαλύτερη επιλεκτικότητα στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.
Οι επιπτώσεις μπορούν επομένως να περάσουν από την αγορά ομολόγων στις μετοχές, στα στεγαστικά δάνεια, στις επιχειρηματικές επενδύσεις και τελικά στην πραγματική οικονομία.
Το πραγματικό πρόβλημα της Ουάσιγκτον
Η άνοδος της απόδοσης στο 5,22% δεν σημαίνει από μόνη της ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά σε μια δημοσιονομική κρίση.
Αποτελεί όμως ακόμη μία ένδειξη ότι το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Αμερική συσσώρευσε το τεράστιο χρέος της έχει αλλάξει.
Το χρέος μπορούσε να αυξάνεται σχετικά ανώδυνα όταν το χρήμα ήταν σχεδόν δωρεάν.
Με τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις πάνω από το 5%, η αριθμητική γίνεται πολύ διαφορετική.
Και όσο μεγαλύτερο μέρος του παλαιού αμερικανικού χρέους αναχρηματοδοτείται με τα σημερινά υψηλότερα επιτόκια, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι των φορολογικών εσόδων θα πρέπει να κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων αντί σε άλλες δημόσιες δαπάνες.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα πίσω από το νέο υψηλό 25ετίας: οι αγορές εξακολουθούν να χρηματοδοτούν την Αμερική - αλλά πλέον της στέλνουν τον λογαριασμό.
Add comment
Comments