Η πολεμική σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν κινδυνεύει να αποκτήσει μια νέα και εξαιρετικά επικίνδυνη διάσταση, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ έφτασε στο σημείο να απειλήσει ευθέως με στρατιωτικό πλήγμα ακόμη και το Ομάν, μία χώρα που επί δεκαετίες διατηρεί στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και έχει λειτουργήσει επανειλημμένα ως κρίσιμος διαμεσολαβητής μεταξύ της Δύσης και της Τεχεράνης.
Η προειδοποίηση του Αμερικανού προέδρου ήταν ασυνήθιστα ωμή.
Σε επικοινωνία που μεταφέρθηκε από τον δημοσιογράφο του Fox News Trey Yingst, ο Τραμπ δήλωσε ότι εάν το Ομάν επιχειρήσει να εμποδίσει την αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν και ειδικότερα στο Στενό του Ορμούζ, οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ.
"If Oman gets in the way, we’ll bomb the shit out of them", ήταν η ακριβής φράση που του αποδίδεται.
Σε ελεύθερη απόδοση: "Αν το Ομάν μπει στη μέση, θα το βομβαρδίσουμε ανελέητα".
Πίσω όμως από την ακραία ρητορική βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική σύγκρουση.
Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι το Ομάν. Είναι το Στενό του Ορμούζ.
Το νέο μέτωπο είναι ο έλεγχος του Ορμούζ
Ο πόλεμος ΗΠΑ - Ιράν έχει μετατρέψει έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαύλους του πλανήτη σε βασικό πεδίο οικονομικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού.
Το Ιράν ανακοίνωσε ότι βρίσκεται σε προχωρημένες συνομιλίες με το Ομάν για ένα προσωρινό σύστημα διαχείρισης της εμπορικής ναυσιπλοΐας μέσω του Στενού.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, το υπό συζήτηση πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες θαλάσσιες διαδρομές για τα εμπορικά πλοία, με είσοδο από την ιρανική πλευρά και έξοδο κοντά στο Ομάν.
Οι συζητήσεις αποκτούν τεράστια σημασία επειδή το Στενό έχει παραμείνει ουσιαστικά κλειστό για μεγάλο μέρος της διεθνούς εμπορικής ναυσιπλοΐας μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι το υπό διαμόρφωση πλαίσιο με το Μουσκάτ θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για την αποκατάσταση της εμπορικής διέλευσης.
Αυτό ακριβώς, όμως, συγκρούεται με την αμερικανική στρατηγική πίεσης.
Γιατί το Ομάν είναι τόσο σημαντικό
Η απειλή του Τραμπ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εξαιτίας της ιδιαίτερης θέσης του Ομάν.
Το Σουλτανάτο δεν είναι ένας περιφερειακός αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντίθετα, αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους πιο χρήσιμους διπλωματικούς διαύλους της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή.
Το Ομάν έχει ακολουθήσει παραδοσιακά πολύ διαφορετική εξωτερική πολιτική από αρκετές άλλες μοναρχίες του Κόλπου.
Διατηρεί καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί με το Ιράν. Ακριβώς αυτή η ικανότητά του να επικοινωνεί και με τις δύο πλευρές το έχει καταστήσει επανειλημμένα πολύτιμο μεσολαβητή.
Τώρα, όμως, η ίδια ουδετερότητα που επί χρόνια αποτελούσε διπλωματικό πλεονέκτημα μετατρέπεται σε εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία.
Το Μουσκάτ βρίσκεται κυριολεκτικά ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Και γεωγραφικά βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Ιράν, στην άλλη πλευρά του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος του κόσμου.
Το γεωγραφικό παράδοξο του Ορμούζ
Εδώ βρίσκεται και μια λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.
Το Στενό του Ορμούζ δεν "ανήκει" στο Ιράν.
Η βόρεια πλευρά του ελέγχεται από το Ιράν, ενώ η νότια πλευρά βρίσκεται στην επικράτεια του Ομάν.
Οι διεθνείς θαλάσσιες οδοί διέρχονται επομένως από μια εξαιρετικά περίπλοκη γεωγραφική και νομική ζώνη. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής νέου καθεστώτος ναυσιπλοΐας δεν μπορεί εύκολα να αγνοήσει το Μουσκάτ.
Και εξηγεί γιατί οι απευθείας συνομιλίες Ιράν-Ομάν προκαλούν τόσο έντονη αντίδραση στην Ουάσιγκτον.
Το Στενό που μπορεί να αναστατώσει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία
Το Ορμούζ δεν είναι απλώς ακόμη ένα θαλάσσιο πέρασμα. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά chokepoints στον κόσμο.
Σε κανονικές συνθήκες, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου συνδέεται με τη διέλευση από την περιοχή.
Από εκεί εξάγονται τεράστιες ποσότητες ενεργειακών προϊόντων από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Ιράκ και φυσικά το ίδιο το Ιράν.
Η γεωγραφία κάνει το πρόβλημα ακόμη μεγαλύτερο. Δεν υπάρχει για όλες αυτές τις ποσότητες επαρκής εναλλακτική διαδρομή. Γι’ αυτό οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μεταφέρεται σχεδόν αμέσως στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η πολύμηνη κρίση έχει ήδη περιορίσει δραστικά τις φυσιολογικές ροές μέσω του Στενού και έχει αναγκάσει παραγωγούς να αναζητήσουν εναλλακτικές οδούς εξαγωγής.
Ο αποκλεισμός ως μοχλός πίεσης
Η αμερικανική στρατηγική έχει πλέον μια σαφή οικονομική διάσταση.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον περιορισμό της ιρανικής ναυσιπλοΐας και των εμπορικών ροών ως μοχλό πίεσης προς την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η πολιτική αυτή λειτουργεί.
Κατά την άποψη του Λευκού Οίκου, όσο αυξάνεται το οικονομικό κόστος για το Ιράν τόσο μεγαλώνει η πιθανότητα η ιρανική ηγεσία να δεχθεί μια συμφωνία με όρους περισσότερο ευνοϊκούς για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υπάρχει όμως ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Το οικονομικό όπλο λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Όσο περιορίζεται η ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιέσεις στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Και ένα μέρος αυτού του κόστους επιστρέφει στην ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η παράξενη δήλωση: «Δεν βιάζομαι»
Παρά τις οικονομικές συνέπειες, ο Τραμπ εμφανίζεται να μην πιέζεται χρονικά για την επίτευξη συμφωνίας. Στην ίδια συνομιλία ανέφερε ότι δεν έχει θέσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό της αντιπαράθεσης.
Είπε χαρακτηριστικά ότι "δεν βιάζεται".
Η δήλωση είναι αξιοσημείωτη επειδή η σύγκρουση έχει ήδη εισέλθει στον έκτο μήνα και το οικονομικό κόστος αυξάνεται.
Ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί περισσότερο εις βάρος της Τεχεράνης παρά εις βάρος της Ουάσιγκτον. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η εκτίμηση θα επιβεβαιωθεί.
Η διπλωματία έχει ουσιαστικά παγώσει
Οι ελπίδες για γρήγορη πολιτική λύση είχαν αναζωπυρωθεί όταν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη συμφώνησαν σε ένα πλαίσιο 60 ημερών για τη διερεύνηση μιας ευρύτερης συμφωνίας.
Η περίοδος αυτή όμως έχει πλέον εκπνεύσει χωρίς οριστική διευθέτηση.
Οι συνομιλίες για μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία έχουν ουσιαστικά παγώσει, ενώ οι δύο πλευρές διαφωνούν ακόμη και για το εάν πραγματοποιούνται πραγματικές διαπραγματεύσεις.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι δεν διεξάγει άμεσες συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι οι επαφές πραγματοποιούνται μέσω τρίτων.
Παράλληλα, ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι υπάρχει παρασκηνιακός δίαυλος επικοινωνίας με στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης.
Έχουμε επομένως μια παράδοξη κατάσταση: δημόσια, οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν απειλές. Παρασκηνιακά, εξακολουθούν να υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας.
Το Ομάν επιχειρεί να καλύψει το διπλωματικό κενό
Μέσα σε αυτό το κενό επιχειρεί να κινηθεί το Ομάν.
Το Μουσκάτ προσπαθεί να διαμορφώσει με την Τεχεράνη ένα λειτουργικό πλαίσιο για τη ναυσιπλοΐα, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία.
Για το Ομάν το ζήτημα είναι υπαρξιακό.
Η οικονομική και γεωπολιτική σταθερότητα του Σουλτανάτου εξαρτάται άμεσα από την ασφάλεια της θαλάσσιας περιοχής που βρίσκεται μπροστά στις ακτές του. Ένα μόνιμα στρατιωτικοποιημένος Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία.
Αποτελεί άμεσο πρόβλημα εθνικής ασφαλείας για το ίδιο το Ομάν.
Και τότε ήρθε η απειλή του Τραμπ
Ακριβώς σε αυτή τη συγκυρία πρέπει να διαβαστεί η δήλωση του Αμερικανού προέδρου. Η απειλή δεν αφορά μόνο το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης.
Αποτελεί μήνυμα προς το Μουσκάτ ότι η Ουάσιγκτον δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί μια περιφερειακή διευθέτηση που θα υπονομεύσει τη στρατηγική πίεσης προς την Τεχεράνη.
Και ταυτόχρονα αποτελεί μήνυμα προς το Ιράν: η Αμερική δεν σκοπεύει να επιτρέψει στην Τεχεράνη να παρακάμψει την πίεση μέσω συμφωνιών με γειτονικά κράτη.
Η επιλογή όμως να διατυπωθεί αυτή η προειδοποίηση με απειλή βομβαρδισμού ενός παραδοσιακού εταίρου είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη ακόμη και για τα δεδομένα της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ.
Ο κίνδυνος ενός νέου μετώπου
Η μεγαλύτερη ανησυχία είναι πλέον η πιθανότητα γεωγραφικής επέκτασης της σύγκρουσης.
Ένας πόλεμος που ξεκίνησε με επίκεντρο το Ιράν έχει ήδη επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα, τις ενεργειακές αγορές και την ασφάλεια πολλών κρατών της Μέσης Ανατολής.
Εάν προστεθεί στο σκηνικό ακόμη και η πιθανότητα αμερικανικής στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ομάν, η κρίση αλλάζει ποιοτικά.
Διότι το Μουσκάτ δεν αποτελεί μέρος του ιρανικού στρατιωτικού άξονα. Είναι κράτος που επί δεκαετίες προσπάθησε να παραμείνει έξω από τις μεγάλες αντιπαραθέσεις της περιοχής.
Μια επίθεση εναντίον του θα μπορούσε επομένως να προκαλέσει σοβαρότατες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον Κόλπο.
Το ενεργειακό μπούμερανγκ για τον Τραμπ
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση της κρίσης που γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη για τον Λευκό Οίκο.
Οι τιμές της ενέργειας.
Η διατάραξη των μεταφορών μέσω του Ορμούζ έχει ήδη προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κάθε νέα απειλή για στρατιωτική κλιμάκωση ενσωματώνεται στις τιμές μέσω ενός πρόσθετου γεωπολιτικού risk premium.
Για τον Τραμπ αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο πολιτικό παράδοξο. Η στρατιωτική πίεση μπορεί να αποδυναμώνει οικονομικά το Ιράν. Ταυτόχρονα όμως ακριβαίνει την ενέργεια για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Και όταν ακριβαίνει το πετρέλαιο, οι επιπτώσεις δεν σταματούν στην αντλία.
- Αυξάνεται το κόστος μεταφορών.
- Αυξάνεται το κόστος παραγωγής.
- Αυξάνονται οι τιμές πολλών αγαθών.
- Και τελικά αυξάνεται ο κίνδυνος νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Οι ενδιάμεσες εκλογές αλλάζουν την εξίσωση
Όλα αυτά συμβαίνουν μόλις λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Και εκεί η γεωπολιτική συναντά την αμερικανική εσωτερική πολιτική.
Ένας παρατεταμένος πόλεμος που συνοδεύεται από υψηλότερες τιμές καυσίμων μπορεί να γίνει σοβαρό εκλογικό βάρος για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όσο παρατείνεται η σύγκρουση χωρίς μια ξεκάθαρη εικόνα νίκης ή συμφωνίας. Η κυβέρνηση χρειάζεται να αποδείξει στους ψηφοφόρους ότι το οικονομικό κόστος έχει συγκεκριμένο στρατηγικό αντίκρισμα.
Εάν όμως οι τιμές παραμένουν υψηλές και το Ιράν δεν υποχωρεί, η πολιτική εξίσωση γίνεται πολύ δυσκολότερη. Ήδη η άνοδος των ενεργειακών τιμών αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ.
Το δίλημμα του Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή.
Εάν μειώσει την πίεση προς το Ιράν για να διευκολύνει την επαναλειτουργία του Ορμούζ, κινδυνεύει να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τη στρατηγική του πριν πετύχει τους στόχους της.
Εάν αντιθέτως εντείνει την πίεση, αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης και νέας ανόδου των τιμών ενέργειας.
Και εάν επιχειρήσει να εμποδίσει ακόμη και το Ομάν να διαπραγματευτεί μια πρακτική διευθέτηση με την Τεχεράνη, κινδυνεύει να αποξενώσει έναν από τους ελάχιστους περιφερειακούς παράγοντες που μπορούν ακόμη να συνομιλήσουν αποτελεσματικά και με τις δύο πλευρές.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της σημερινής κρίσης.
Η χώρα που απειλείται από τον Τραμπ μπορεί να είναι ακριβώς η χώρα που θα χρειαστεί ο Τραμπ εάν αποφασίσει τελικά ότι θέλει συμφωνία.
Από τον οικονομικό αποκλεισμό στην απειλή κατά συμμάχου
Η απειλή εναντίον του Ομάν δείχνει τελικά πόσο έχει μεταβληθεί η φύση της αμερικανοϊρανικής σύγκρουσης μέσα σε έξι μήνες.
Αρχικά, το κέντρο βάρους ήταν οι στρατιωτικές και πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν.
Σήμερα, στο επίκεντρο βρίσκεται όλο και περισσότερο ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών, η οικονομική ασφυξία, η παγκόσμια ενεργειακή αγορά και η προσπάθεια κάθε πλευράς να επιβάλει τους όρους της για την επόμενη ημέρα.
Το Ορμούζ έχει μετατραπεί έτσι από θαλάσσιο πέρασμα σε διαπραγματευτικό όπλο. Για το Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς πίεσης που διαθέτει απέναντι στη Δύση. Για τις ΗΠΑ, ο έλεγχος της ναυσιπλοΐας αποτελεί εργαλείο οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη.
Για το Ομάν, αντίθετα, αποτελεί ζήτημα ασφάλειας, οικονομίας και εθνικής κυριαρχίας. Και για τον υπόλοιπο κόσμο είναι μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την ενεργειακή σταθερότητα.
Ένα επικίνδυνο παιχνίδι χωρίς σαφές τέλος
Ο Τραμπ λέει ότι "δεν βιάζεται".
Όμως οι αγορές, οι οικονομίες και οι χώρες του Περσικού Κόλπου δεν διαθέτουν απεριόριστο χρόνο.
Όσο παραμένει κλειστή ή σοβαρά περιορισμένη η κανονική λειτουργία του Ορμούζ, τόσο αυξάνεται το οικονομικό κόστος. Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ενός λάθους υπολογισμού.
Και όσο η Ουάσιγκτον επεκτείνει τις απειλές της ακόμη και προς κράτη που μέχρι σήμερα λειτουργούσαν ως μεσολαβητές, τόσο μικραίνει ο διπλωματικός χώρος για μια έξοδο από την κρίση.
Η σημερινή απειλή εναντίον του Ομάν μπορεί τελικά να αποδειχθεί απλώς ακόμη μία ακραία διαπραγματευτική δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ.
Μπορεί όμως να σηματοδοτεί κάτι πολύ σοβαρότερο: ότι σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η μάχη για το Ιράν μετατρέπεται σταδιακά σε μάχη για τον έλεγχο του Ορμούζ.
Και αυτή είναι μια μάχη της οποίας οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη Μέση Ανατολή.
Φτάνουν μέχρι την τιμή ενός βαρελιού πετρελαίου, τον πληθωρισμό στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες - και, τελικά, μέχρι την κάλπη των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Add comment
Comments