Ο Donald Trump θέλει να κλείσει από τώρα ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά μέτωπα της δεύτερης θητείας του: να αυξήσει κατά περίπου $5 τρισ. το όριο δανεισμού των ΗΠΑ και να μεταθέσει την επόμενη μεγάλη μάχη για το χρέος μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

Από τον Γ.Π. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Όμως το σχέδιο συναντά αντιστάσεις ακόμη και μέσα στους Ρεπουμπλικανούς, την ώρα που το αμερικανικό χρέος ξεπέρασε τα $40 τρισ., οι τόκοι εκτοξεύονται και τα αποθεματικά Social Security και Medicare πλησιάζουν σε κρίσιμες ημερομηνίες εξάντλησης.
Η κυβέρνηση του Donald Trump βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο. Θέλει να αποφύγει μια μελλοντική σύγκρουση με τους Δημοκρατικούς για το ανώτατο όριο του αμερικανικού χρέους. Για να το πετύχει όμως, πρέπει πρώτα να πείσει σχεδόν ολόκληρο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να εγκρίνει άλλα περίπου $5 τρισ. περιθωρίου δανεισμού. Και αυτό αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερο από όσο θα ήθελε ο Λευκός Οίκος.
Ο Trump πιέζει παρασκηνιακά τον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία John Thune και τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Mike Johnson να χρησιμοποιήσουν ένα τρίτο πακέτο δημοσιονομικής συμφιλίωσης – το λεγόμενο budget reconciliation – ώστε να αυξηθεί το debt ceiling αρκετά ώστε να καλύψει τις ανάγκες του αμερικανικού Δημοσίου έως το 2029, όταν ολοκληρώνεται η προεδρική του θητεία.
Ο πολιτικός υπολογισμός είναι εύκολος να κατανοηθεί. Οι ενδιάμεσες εκλογές μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες στο Κογκρέσο. Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τη Βουλή ή ακόμη και τα δύο σώματα, η επόμενη αύξηση του ορίου χρέους θα μπορούσε να εξελιχθεί σε τεράστια πολιτική διαπραγμάτευση. Ο Trump θέλει να την αποφύγει. Το πρόβλημα είναι ότι αρκετοί Ρεπουμπλικανοί αναρωτιούνται πλέον: Εάν το χρέος αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα, γιατί να παραχωρήσουμε στην κυβέρνηση άλλα $5 τρισ. χωρίς να απαιτήσουμε πρώτα ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις;
Το αμερικανικό χρέος μόλις πέρασε τα $40 τρισ.
Η συζήτηση δεν διεξάγεται πλέον γύρω από ένα θεωρητικό μελλοντικό πρόβλημα. Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τον Αύγουστο για πρώτη φορά τα $40 τρισ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών που επικαλείται το Reuters, περίπου $32,3 τρισ. είναι χρέος που βρίσκεται στα χέρια επενδυτών και περίπου $7,8 τρισ. αφορά ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις. Το ακόμη εντυπωσιακότερο στοιχείο είναι η ταχύτητα της αύξησης.
Όταν ο Trump ανέλαβε για πρώτη φορά την προεδρία, το 2017, το συνολικό χρέος ήταν περίπου $19,95 τρισ. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία υπερδιπλασιάστηκε. Η αύξηση δεν αποτελεί έργο μίας κυβέρνησης ή ενός κόμματος. Η πανδημία πρόσθεσε τεράστιες έκτακτες δαπάνες επί Trump και Biden, ενώ στη συνέχεια παρέμειναν μεγάλα διαρθρωτικά ελλείμματα, φορολογικές ελαφρύνσεις και υψηλές κρατικές δαπάνες. Και τώρα το κόστος αυτής της συσσώρευσης αρχίζει να γίνεται πολύ πιο ορατό.
$5 τρισ. για να φτάσει το όριο μέχρι το τέλος της θητείας Trump
Η λογική του Λευκού Οίκου είναι κυρίως πολιτική. Αντί να αυξηθεί το όριο χρέους για ένα ή δύο χρόνια και η κυβέρνηση να αναγκαστεί να επιστρέψει στο Κογκρέσο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2028 ή λίγο αργότερα, ο Trump θέλει αρκετό δημοσιονομικό χώρο ώστε το ζήτημα να μη χρειαστεί να ανοίξει ξανά μέχρι το τέλος της θητείας του. Το budget reconciliation προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Στη Γερουσία, η διαδικασία μπορεί να επιτρέψει την έγκριση δημοσιονομικής νομοθεσίας με απλή πλειοψηφία και χωρίς την ανάγκη των 60 ψήφων που απαιτούνται για να ξεπεραστεί ένα filibuster (Το filibuster είναι κοινοβουλευτική τακτική στη Γερουσία των ΗΠΑ με την οποία μια μειοψηφία μπορεί να καθυστερήσει ή να μπλοκάρει την ψήφιση ενός νομοσχεδίου).
Με απλά λόγια: ο Trump θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει το debt ceiling χωρίς να χρειαστεί τις ψήφους των Δημοκρατικών. Αλλά τότε χρειάζεται σχεδόν όλους τους Ρεπουμπλικανούς. Και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Η εξέγερση των δημοσιονομικών «γερακιών»
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Thom Tillis εκφράζει με χαρακτηριστικό τρόπο την ένσταση. Αν ο πραγματικός στόχος είναι να περιοριστεί το χρέος, υποστηρίζει, τότε το debt ceiling δεν πρέπει απλώς να αυξάνεται για χρόνια. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως μοχλός για αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική. Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή οι περικοπές στις μικρές ή μεσαίες κατηγορίες διακριτικών δαπανών δεν αρκούν πλέον για να αλλάξουν ουσιαστικά την πορεία του χρέους.
Το μεγάλο χρήμα βρίσκεται αλλού: Social Security, Medicare, άλλες υποχρεωτικές δαπάνες και τόκοι. Και αυτά είναι ακριβώς τα προγράμματα που οι πολιτικοί αποφεύγουν επί δεκαετίες να αγγίξουν.
Η πραγματική βόμβα βρίσκεται στο Social Security
Ο Tillis προειδοποιεί ότι η πολιτική συζήτηση για το χρέος σύντομα θα πάψει να είναι προαιρετική. Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι υπάρχει πράγματι ένα πολύ συγκεκριμένο χρονικό όριο. Η έκθεση των Trustees του Social Security για το 2026 προβλέπει ότι το Old-Age and Survivors Insurance Trust Fund (OASI) - το βασικό ταμείο που χρηματοδοτεί συντάξεις και παροχές επιζώντων– θα μπορεί να καταβάλλει το 100% των προβλεπόμενων παροχών μέχρι το τέταρτο τρίμηνο του 2032. Μετά την εξάντληση των αποθεματικών, τα τρέχοντα έσοδα θα επαρκούν για μόλις: 78% των προβλεπόμενων παροχών.
Δηλαδή, χωρίς νομοθετική παρέμβαση, δημιουργείται χρηματοδοτικό κενό της τάξης του 22%. Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διόρθωση σε σχέση με τη διατύπωση ότι συνολικά το "Social Security γίνεται αφερέγγυο το 2032". Το OASI εξαντλεί τα αποθεματικά του το 2032. Τα συνδυασμένα αποθεματικά OASI και Disability Insurance προβλέπεται να επαρκούν έως το 2034, οπότε θα μπορούσε να καταβάλλεται περίπου το 83% των προγραμματισμένων συνολικών παροχών. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Δεν σημαίνει ότι το Social Security "μηδενίζεται". Σημαίνει ότι χωρίς μεταρρύθμιση τα έσοδά του δεν επαρκούν για να καλύψουν πλήρως τις υποσχέσεις του.
Και ένα χρόνο αργότερα έρχεται το Medicare
Το Social Security δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Η επίσημη έκθεση των Trustees του Medicare, που δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουνίου 2026, προβλέπει ότι το Hospital Insurance Trust Fund – Medicare Part A θα μπορεί να καταβάλλει πλήρως τις προβλεπόμενες παροχές μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 2033. Μετά την εξάντληση των αποθεματικών του, τα τρέχοντα έσοδα εκτιμάται ότι θα καλύπτουν περίπου το 89% των προγραμματισμένων δαπανών. Και εδώ χρειάζεται ακρίβεια: δεν "χρεοκοπεί ολόκληρο το Medicare" το 2033. Η πρόβλεψη αφορά συγκεκριμένα το Hospital Insurance Trust Fund του Part A. Τα Parts B και D έχουν διαφορετικό χρηματοδοτικό μηχανισμό.
Αυτό όμως δεν κάνει το πρόβλημα μικρό. Το Medicare κάλυπτε 69,3 εκατομμύρια δικαιούχους το 2025 και οι συνολικές δαπάνες του ξεπέρασαν τα $1,2 τρισ.
2032 – 2033: Η στιγμή που η πολιτική θα συναντήσει τα μαθηματικά
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της συζήτησης.
2032: OASI.
2033: Medicare Hospital Insurance.
Τα δύο μεγαλύτερα κοινωνικά προγράμματα των ΗΠΑ πλησιάζουν σχεδόν ταυτόχρονα σε κρίσιμα χρηματοδοτικά ορόσημα. Για δεκαετίες, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί μπορούσαν να μεταθέτουν το πρόβλημα. Όσο όμως πλησιάζουν αυτές οι ημερομηνίες, τόσο μικρότερος γίνεται ο διαθέσιμος χρόνος για σταδιακές αλλαγές. Και οι επιλογές είναι πολιτικά επώδυνες.
- Υψηλότεροι φόροι.
- Αύξηση των εισφορών.
- Μεγαλύτερα όρια ηλικίας.
- Περιορισμός μελλοντικών παροχών.
- Αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων.
- Ή κάποιος συνδυασμός όλων αυτών.
Το χρέος δεν είναι πια μόνο πρόβλημα της Ουάσινγκτον
Υπάρχει όμως μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν. Οι αγορές αρχίζουν να στέλνουν τον δικό τους λογαριασμό. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων έχουν ανέβει έντονα. Το Reuters σημειώνει ότι το αμερικανικό χρέος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 100% του ΑΕΠ, ενώ τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν κοντά στο 6% του ΑΕΠ, παρότι η οικονομία δεν βρίσκεται σε ύφεση. Αυτό είναι σημαντικό.
Σε μια ύφεση ή μια πανδημία, ένα έλλειμμα 6% του ΑΕΠ μπορεί να δικαιολογηθεί ως έκτακτη δημοσιονομική αντίδραση. Όταν όμως τέτοια ελλείμματα εμφανίζονται σε σχετικά κανονικές οικονομικές συνθήκες, μετατρέπονται σε διαρθρωτικό πρόβλημα.
Οι τόκοι διπλασιάστηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ
Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στο κόστος εξυπηρέτησης. Οι καθαρές δαπάνες τόκων έχουν περίπου διπλασιαστεί και βρίσκονται κοντά στο 3% του αμερικανικού ΑΕΠ, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters. Σε απόλυτους αριθμούς, η επιβάρυνση κινείται πλέον γύρω από το $1,2 τρισ. ετησίως, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση των πιέσεων στην αγορά κρατικού χρέους. Το Reuters σημειώνει επίσης ότι οι τόκοι έχουν γίνει πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, πάνω από το Medicare και πίσω μόνο από το Social Security.
Αυτό δημιουργεί έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό: μεγαλύτερο χρέος → περισσότεροι τόκοι → μεγαλύτερα ελλείμματα → νέος δανεισμός → ακόμη μεγαλύτερο χρέος.
Η αγορά ομολόγων αρχίζει να ζητά μεγαλύτερο ασφάλιστρο
Το αμερικανικό Treasury παραμένει ο πυρήνας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι επενδυτές το εγκαταλείπουν μαζικά. Υπάρχει όμως κάτι πιο λεπτό και ίσως πιο σημαντικό. Οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη απόδοση για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους μακροπρόθεσμα. Το Reuters περιγράφει μια αγορά που επανεξετάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο αποτιμά τον αμερικανικό δημοσιονομικό κίνδυνο. Η ανάπτυξη δεν είναι πλέον αρκετά υψηλή ώστε από μόνη της να αντισταθμίσει την αύξηση του χρέους, ενώ οι μακροπρόθεσμες πραγματικές προβλέψεις ανάπτυξης βρίσκονται κάτω από 2%.
Αυτό σημαίνει ότι η παλιά συνταγή – "θα αναπτυχθούμε αρκετά ώστε το χρέος να γίνει μικρότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ" – γίνεται όλο και δυσκολότερο να λειτουργήσει χωρίς παράλληλη δημοσιονομική προσαρμογή.
Η απόδοση του 30ετούς στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007
Η πίεση είναι ήδη ορατή. Η απόδοση του 30ετούς Treasury έφτασε πρόσφατα στο υψηλότερο επίπεδό της από το 2007, παρά τις προσπάθειες του υπουργείου Οικονομικών να περιορίσει τις πιέσεις μέσω μεγαλύτερων επαναγορών μακροπρόθεσμων ομολόγων. Ο υπουργός Οικονομικών Scott Bessent έχει επεκτείνει τις επαναγορές κρατικού χρέους, επιχειρώντας να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς και να περιορίσει την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων. Μέχρι στιγμής όμως το αποτέλεσμα είναι περιορισμένο. Και αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη λειτουργία της αγοράς. Βρίσκεται στα θεμελιώδη δημοσιονομικά μεγέθη.
Με απλά λόγια: Δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα $40 τρισ. μόνο με τεχνικές παρεμβάσεις στην αγορά ομολόγων.
Από τα Treasuries στα στεγαστικά δάνεια
Η άνοδος των αποδόσεων δεν αφορά μόνο traders στη Wall Street. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όταν το αμερικανικό Δημόσιο πρέπει να πληρώνει περισσότερο για να δανειστεί, η πίεση μεταδίδεται σταδιακά:
- στα στεγαστικά δάνεια,
- στα επιχειρηματικά ομόλογα,
- στα καταναλωτικά δάνεια,
- στο κόστος κεφαλαίου των επιχειρήσεων.
Έτσι το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ουάσινγκτον μπορεί τελικά να γίνει πρόβλημα του αμερικανικού νοικοκυριού.
Το παράδοξο Trump
Και εδώ επιστρέφουμε στα $5 τρισ. Ο Trump θέλει μεγαλύτερο debt ceiling για να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα μέχρι το τέλος της θητείας του. Από καθαρά κυβερνητική άποψη, υπάρχει λογική: οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις γύρω από το debt ceiling μπορούν να προκαλέσουν τεράστια αβεβαιότητα και να φέρουν τις ΗΠΑ κοντά σε τεχνική αθέτηση υποχρεώσεων. Από την πλευρά όμως των δημοσιονομικά συντηρητικών Ρεπουμπλικανών, υπάρχει μια αντίφαση. Το Κογκρέσο θα δώσει στην κυβέρνηση άλλα $5 τρισ. δυνατότητας δανεισμού την ίδια στιγμή που:
- το χρέος έχει περάσει τα $40 τρισ.,
- τα ελλείμματα παραμένουν κοντά στο 6% του ΑΕΠ,
- οι τόκοι προσεγγίζουν τα $1,2 τρισ. ετησίως,
- το OASI πλησιάζει στο 2032,
- και το Medicare Part A στο 2033.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η ψήφος δεν είναι δεδομένη.
Το debt ceiling δεν μειώνει από μόνο του το χρέος
Υπάρχει επίσης μια συχνή παρανόηση. Η αύξηση του debt ceiling δεν εγκρίνει από μόνη της νέες δαπάνες. Επιτρέπει στο υπουργείο Οικονομικών να δανειστεί ώστε να εκπληρώσει υποχρεώσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί μέσω νόμων για δαπάνες και φόρους. Άρα η άρνηση αύξησης του ορίου δεν αποτελεί από μόνη της δημοσιονομικό πρόγραμμα. Εάν η Ουάσινγκτον θέλει πραγματικά να αλλάξει την πορεία του χρέους, πρέπει να αντιμετωπίσει την εξίσωση που το δημιουργεί:
Δαπάνες – Έσοδα + Τόκοι = Νέος δανεισμός.
Και εκεί η πολιτική συναίνεση εξαφανίζεται.
Το μεγάλο πρόβλημα που κανένα κόμμα δεν θέλει να αγγίξει
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να περικόψουν υπουργεία, ξένη βοήθεια και διάφορα προγράμματα. Μπορούν να περιορίσουν μέρος των discretionary expenditures (δαπάνες διακριτικής ευχέρειας ή αλλιώς, δαπάνες που εγκρίνονται ετησίως από το Κογκρέσο). Αλλά η αριθμητική του μακροπρόθεσμου χρέους καθορίζεται ολοένα περισσότερο από τις υποχρεωτικές δαπάνες, τη γήρανση του πληθυσμού και τους τόκους. Το Reuters επισημαίνει ότι οι περικοπές που έχει προωθήσει η δεύτερη κυβέρνηση Trump επικεντρώνονται κυρίως σε discretionary programs και αφήνουν σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτα τις ακριβές μόνιμες υποχεωτικές δαπάνες και το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό αδιέξοδο. Οι Δημοκρατικοί δεν θέλουν μεγάλες περικοπές στο Social Security και στο Medicare. Οι Ρεπουμπλικανοί δεν θέλουν μεγάλες αυξήσεις φόρων. Και σχεδόν κανένας δεν θέλει να πει στους σημερινούς ή μελλοντικούς συνταξιούχους ότι οι υποσχέσεις δεκαετιών πρέπει να επανεξεταστούν. Τα μαθηματικά όμως δεν ψηφίζουν.
Το 2029 δεν λύνει τίποτα
Ακόμη και αν ο Trump κερδίσει τη μάχη στο Κογκρέσο και εξασφαλίσει αύξηση του debt ceiling κατά $5 τρισ., θα έχει λύσει ένα πολιτικό πρόβλημα, όχι το δημοσιονομικό. Θα έχει αποφύγει μια πιθανή σύγκρουση με ένα μελλοντικό Κογκρέσο υπό Δημοκρατικό έλεγχο. Δεν θα έχει όμως αλλάξει τη μακροπρόθεσμη τροχιά του χρέους. Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία. Ο Trump θέλει να μεταφέρει την επόμενη μεγάλη συζήτηση για το debt ceiling μετά το τέλος της θητείας του. Αλλά η αμερικανική οικονομία πλησιάζει σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για το ίδιο το χρέος δεν θα μπορεί πλέον να μετατίθεται.
Η επόμενη μεγάλη δημοσιονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί επομένως να μην προκληθεί από το αν το Κογκρέσο θα αυξήσει το debt ceiling. Μπορεί να προκληθεί από κάτι πολύ πιο δύσκολο: από τη στιγμή που οι αγορές και οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα απαιτήσουν να μάθουν πώς ακριβώς σκοπεύει η Ουάσινγκτον να σταματήσει να χρειάζεται τόσο συχνά την αύξησή του.
Add comment
Comments