Για χρόνια ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα είχε έναν πρωταγωνιστή: Τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον κατηγορούσε το Πεκίνο για κρατικές επιδοτήσεις, τεχνητά χαμηλό κόστος παραγωγής, περιορισμένη πρόσβαση στην κινεζική αγορά και τεράστια εμπορικά πλεονάσματα.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ευρώπη διαμαρτυρόταν. Η Ιαπωνία ανησυχούσε. Οι αναδυόμενες οικονομίες παρακολουθούσαν. Αλλά ο εμπορικός πόλεμος παρέμενε κυρίως: ΗΠΑ ↔ Κίνα. Αυτό ίσως αρχίζει να αλλάζει. Στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών του G20 στο Asheville της Βόρειας Καρολίνας συνέβη κάτι που θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε πριν από λίγα χρόνια. Οι 19 από τους 20 συμφώνησαν. Η Κίνα διαφώνησε. Και το θέμα ήταν ουσιαστικά: το κινεζικό οικονομικό μοντέλο.
Η φράση που αλλάζει τη συζήτηση
Το τελικό κείμενο της αμερικανικής προεδρίας του G20 δεν κατονομάζει ευθέως την Κίνα. Δεν χρειάζεται όμως. Οι συμμετέχοντες - πλην Κίνας - συμφώνησαν ότι πρέπει να περιοριστούν οι "μη αγοραίες πολιτικές και πρακτικές" που δημιουργούν οικονομικές ανισορροπίες. Και ακόμη πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αναφέρει ότι χώρες με υπερβολικά και επίμονα εξωτερικά πλεονάσματα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις στρεβλώσεις που περιορίζουν την εγχώρια κατανάλωση και οδηγούν σε υπερβολική εξάρτηση από τις εξαγωγές για την ανάπτυξη.
Δεν γράφει "Κίνα". Αλλά όλοι γνωρίζουν ποιον αφορά. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent φρόντισε άλλωστε να εξαφανίσει οποιαδήποτε αμφιβολία. Χαρακτήρισε μη βιώσιμη τη συνεχή ροή φθηνών εξαγωγών από οικονομίες που δεν λειτουργούν πλήρως με όρους αγοράς και υπογράμμισε ότι η Κίνα ήταν η χώρα που διαφώνησε. Το σημαντικότερο όμως δεν είναι τι είπε ο Bessent. Είναι ότι οι άλλοι 19 δεν διαφώνησαν μαζί του.
Τα $1,2 τρισ. που βρίσκονται πίσω από τη σύγκρουση
Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, πρέπει να δούμε έναν αριθμό: $1,2 τρισ. Τόσο έφθασε περίπου το εμπορικό πλεόνασμα αγαθών της Κίνας το 2025, σε επίπεδο - ρεκόρ. Ο Bessent το έχει μετατρέψει σε κεντρικό επιχείρημα της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Πεκίνο. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι η Κίνα εξάγει πολλά. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η δομή της οικονομίας της. Η κινεζική εγχώρια κατανάλωση παραμένει σχετικά αδύναμη. Η κρίση των ακινήτων έχει πιέσει τον πλούτο των νοικοκυριών. Η αποταμίευση παραμένει υψηλή. Η βιομηχανική παραγωγική δυναμικότητα είναι τεράστια. Άρα η οικονομία χρειάζεται κάπου να διαθέσει την παραγωγή της.
Η απάντηση είναι: στο εξωτερικό. Αυτό είναι το πρόβλημα που επιχειρεί πλέον να βάλει στο τραπέζι ο G20.
Και εδώ μπαίνει ο Trump
Υπάρχει όμως μια ειρωνεία. Η αμερικανική εμπορική πολιτική μπορεί να έχει επιδεινώσει το πρόβλημα για όλους τους υπόλοιπους. Οι ΗΠΑ έχτισαν ένα πολύ υψηλότερο δασμολογικό τείχος απέναντι σε κινεζικά προϊόντα και έχουν ουσιαστικά αποκλείσει ορισμένες κατηγορίες, όπως τα κινεζικά αυτοκίνητα. Τι συμβαίνει όμως όταν η μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου κλείνει; Τα προϊόντα δεν εξαφανίζονται. Ψάχνουν άλλη αγορά. Ο Bessent υποστηρίζει ότι είχε προειδοποιήσει τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ γι' αυτό ακριβώς. Και πράγματι, οι συνολικές κινεζικές εξαγωγές τον Ιούλιο αυξήθηκαν 23,9% σε ετήσια βάση. Αυτό δημιουργεί μια παράδοξη κατάσταση.
Ο Trump ήθελε να προστατεύσει την αμερικανική βιομηχανία από το China shock. Μπορεί όμως με αυτόν τον τρόπο να βοήθησε να δημιουργηθεί ένα China shock 2.0 για τον υπόλοιπο κόσμο.
Η Ευρώπη βρίσκεται στην πρώτη γραμμή
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Οι ΗΠΑ μπορούν σχετικά εύκολα να κλείσουν την αγορά τους σε ορισμένα κινεζικά προϊόντα. Η Ευρώπη δυσκολεύεται περισσότερο. Είναι πολύ πιο εξαρτημένη από το διεθνές εμπόριο. Έχει τεράστιες επιχειρηματικές σχέσεις με την Κίνα. Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες εξακολουθούν να χρειάζονται την κινεζική αγορά. Η ευρωπαϊκή πράσινη μετάβαση χρειάζεται κινεζικές:
- μπαταρίες,
- φωτοβολταϊκά,
- πρώτες ύλες,
- εξαρτήματα.
Ταυτόχρονα όμως η Ευρώπη προσπαθεί να προστατεύσει:
- την αυτοκινητοβιομηχανία,
- τη χαλυβουργία,
- τα χημικά,
- τις καθαρές τεχνολογίες,
- και συνολικά τη βιομηχανική της βάση.
Και το εμπορικό ισοζύγιο δείχνει το μέγεθος της πρόκλησης. Το πλεόνασμα της Κίνας στο εμπόριο αγαθών με την ΕΕ έφθασε περίπου τα €360,6 δισ. το 2025, αυξημένο κατά περίπου 15% μέσα σε έναν χρόνο.
Η Γερμανία είναι ίσως το μεγαλύτερο θύμα της αλλαγής
Για δεκαετίες η σχέση Γερμανίας – Κίνας λειτουργούσε εξαιρετικά. Η Γερμανία κατασκεύαζε:
- BMW
- Mercedes
- Volkswagen
- μηχανήματα
- χημικά
- βιομηχανικό εξοπλισμό
και τα πουλούσε στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη κινεζική οικονομία. Η Κίνα κατασκεύαζε κυρίως φθηνότερα καταναλωτικά προϊόντα. Οι δύο οικονομίες ήταν σε σημαντικό βαθμό συμπληρωματικές. Τώρα γίνονται ανταγωνιστικές. Η Κίνα δεν εξάγει πλέον μόνο ρούχα, παιχνίδια, έπιπλα, φθηνά ηλεκτρονικά. Εξάγει EVs, μπαταρίες, φωτοβολταίκά πάνελς, μηχανήματα, βιομηχανικό εξοπλισμό, ημιαγωγούς, προϊόντα υψηλότερης τεχνολογίας.
Δηλαδή όλο και περισσότερο ακριβώς αυτά που θέλει να παράγει η Ευρώπη.
Η BYD δεν αποτελεί μια μεμονωμένη επιχειρηματική ιστορία. Είναι σύμπτωμα μιας πολύ μεγαλύτερης μεταβολής.
China shock 1.0 και China shock 2.0
China Shock 1.0
Μετά την είσοδο της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 δημιουργήθηκε η κάτωθι εικόνα:
Το βασικό όπλο της Κίνας ήταν το χαμηλό κόστος εργασίας.
China Shock 2.0
Τώρα η εικόνα είναι διαφορετική:
- τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις
- τεράστιας κλίμακας αυτοματοποίηση
- πλήρεις supply chains
- τεχνολογία
- αδύναμη εγχώρια ζήτηση
- υπερπαραγωγή
Το βασικό όπλο δεν είναι πλέον απλώς η φθηνή εργασία. Είναι ολόκληρο το κινεζικό βιομηχανικό οικοσύστημα. Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί.
Αλλά έχει δίκιο ο Bessent;
Εδώ χρειάζεται ισορροπία. Η αμερικανική θέση δεν αποτελεί κάποια ουδέτερη οικονομική αλήθεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνεί ότι οι κινεζικές ανισορροπίες αποτελούν σοβαρό πρόβλημα. Αλλά οι Ευρωπαίοι έχουν επίσης ασκήσει κριτική στην αμερικανική πολιτική δασμών. Ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας Valdis Dombrovskis χαρακτήρισε τους δασμούς αντιπαραγωγικούς, ενώ ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil προειδοποίησε ότι οι εμπορικές συγκρούσεις αυξάνουν την αβεβαιότητα και πλήττουν την ανάπτυξη.
Και το ΔΝΤ προσθέτει μια ακόμη σημαντική διάσταση. Η Kristalina Georgieva επισήμανε ότι η προσαρμογή δεν μπορεί να αφορά μόνο την Κίνα. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία ενισχύουν την εγχώρια ζήτηση και συνεπώς τις εισαγωγές. Άρα η παγκόσμια ανισορροπία έχει δύο πλευρές:
- Κίνα → αποταμιεύει και εξάγει υπερβολικά
και
- ΗΠΑ → καταναλώνουν, δανείζονται και εισάγουν υπερβολικά.
Το να διορθώσεις μόνο τη μία πλευρά δεν λύνει αναγκαστικά το πρόβλημα.
Και η Κίνα έχει τη δική της απάντηση
Το Πεκίνο απορρίπτει σε μεγάλο βαθμό τη δυτική θεωρία της "υπερπαραγωγικής δυναμικότητας". Η κινεζική θέση είναι ουσιαστικά ότι η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της προκύπτει από:
- κλίμακα,
- τεχνολογία,παραγωγικότητα,
- επενδύσεις,
- εφοδιαστικές αλυσίδες
- και όχι απλώς από κρατικές επιδοτήσεις.
Και υπάρχει ένα επιχείρημα που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Όταν η Κίνα πουλά φθηνότερα EV, φθηνότερες μπαταρίες, φθηνότερα φωτοβολταϊκά, ο δυτικός καταναλωτής κερδίζει. Άρα η σύγκρουση είναι στην πραγματικότητα: φθηνότερα προϊόντα για τους καταναλωτές εναντίον προστασίας της εγχώριας παραγωγής και των θέσεων εργασίας. Αυτό είναι ένα από τα παλαιότερα διλήμματα της πολιτικής οικονομίας.
Και υπάρχει ακόμη ένα όπλο: οι σπάνιες γαίες
Η σύγκρουση δεν είναι μονόπλευρη. Η Κίνα διαθέτει ένα εξαιρετικά ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί: τα κρίσιμα ορυκτά και τις σπάνιες γαίες. Το Πεκίνο έχει χρησιμοποιήσει περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων υλικών ως απάντηση στις αμερικανικές εμπορικές πιέσεις, με συνέπειες που δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ. Η Ιαπωνία έθεσε μάλιστα το θέμα στο G20, υποστηρίζοντας ότι αυθαίρετοι περιορισμοί στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών βλάπτουν την παγκόσμια οικονομία. Και το τελικό κείμενο καλούσε τις χώρες να αποφεύγουν περιττούς εξαγωγικούς περιορισμούς ώστε να λειτουργούν ομαλά οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η Κίνα διαφώνησε και με αυτή τη διατύπωση. Άρα:
Δύση → δασμοί / εμπορικοί περιορισμοί
και
Κίνα → κρίσιμες πρώτες ύλες / supply-chain leverage.
Ο εμπορικός πόλεμος γίνεται πλέον βιομηχανικός πόλεμος.
Από το free trade στο managed trade
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ιστορική αλλαγή. Για περίπου τρεις δεκαετίες η παγκόσμια οικονομία κινούνταν προς:
- λιγότερους δασμούς
- περισσότερη παγκοσμιοποίηση
- ελεύθερες αλυσίδες παραγωγής
- παραγωγή εκεί όπου είναι φθηνότερη
Τώρα κινούμαστε προς:
- δασμούς
- επιδοτήσεις
- βιομηχανική πολιτική
- επαναπατρισμό βιομηχανιών
- ελέγχους εξαγωγών
- εθνική ασφάλεια
- στρατηγική αυτονομία.
Δεν εγκαταλείπουμε το διεθνές εμπόριο. Αλλά περνάμε από το: free trade (ελεύθερο εμπόριο) στο managed trade (εμπόριο που καθοδηγείται περισσότερο από τα κράτη). Το κράτος επιστρέφει ως βασικός παίκτης στην παγκόσμια οικονομία.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία του G20
Δεν σημαίνει ότι αύριο 19 χώρες θα επιβάλουν κοινούς δασμούς στην Κίνα. Δεν υπάρχει ακόμη τέτοια συμφωνία. Ούτε υπάρχει ενιαίο "αντικινεζικό μέτωπο". Η Ευρώπη, η Ινδία, η Ιαπωνία, η Βραζιλία και οι ΗΠΑ έχουν πολύ διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές σχέσεις με το Πεκίνο. Αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί. Αλλά κάτι σημαντικό έχει αλλάξει. Η συζήτηση πέρασε από το "οι ΗΠΑ κατηγορούν την Κίνα" στο "19 μέλη του G20 αναγνωρίζουν ότι οι επίμονες εμπορικές ανισορροπίες και οι μη αγοραίες πρακτικές αποτελούν πρόβλημα". Αυτό είναι πολιτικά πολύ σημαντικότερο.
Η μεγάλη ειρωνεία της παγκοσμιοποίησης
Η Κίνα υπήρξε ίσως ο μεγαλύτερος οικονομικός νικητής της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Χρησιμοποίησε το διεθνές εμπόριο, τις δυτικές αγορές, τις ξένες επενδύσεις, τη μεταφορά τεχνολογίας, τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες για να πραγματοποιήσει μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές μεταμορφώσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Τώρα όμως η επιτυχία της δημιουργεί το επόμενο πρόβλημα. Η Κίνα έγινε τόσο μεγάλη παραγωγική δύναμη ώστε ο υπόλοιπος κόσμος δυσκολεύεται να απορροφήσει την παραγωγή της χωρίς να πιέσει τη δική του βιομηχανία.
Και έτσι φτάνουμε στο παράδοξο. Η χώρα που επωφελήθηκε περισσότερο από το άνοιγμα του παγκόσμιου εμπορίου μπορεί τώρα να προκαλέσει τη μεγαλύτερη επιστροφή του προστατευτισμού εδώ και δεκαετίες.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι πλέον μόνο "Θα κερδίσουν οι ΗΠΑ τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα;". Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο: Μπορεί το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα να παραμείνει ανοιχτό όταν μία χώρα παράγει πολύ περισσότερα από όσα καταναλώνει και οι υπόλοιπες αρχίζουν να φοβούνται ότι η προσαρμογή θα γίνει εις βάρος των δικών τους εργοστασίων;
Αυτό είναι το πρόβλημα που μόλις έφτασε στο τραπέζι του G20. Και οι 19 απέναντι στον 1 δείχνουν ότι η συζήτηση έχει πλέον αλλάξει επίπεδο.
Add comment
Comments