«Πατριωτική εισφορά» του Αλέξη: Το κράτος στις τραπεζικές θυρίδες; - Τι σημαίνει στην πράξη η πρόταση για καταγραφή κοσμημάτων και αντικειμένων αξίας

Published on September 3, 2026 at 3:04 PM

Η εξειδίκευση της πρότασης της ΕΛ.Α.Σ. για φόρο 1% στον πλούτο ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα από την ίδια τη φορολογία: για να φορολογηθούν κοσμήματα και άλλα αντικείμενα αξίας που βρίσκονται σε τραπεζικές θυρίδες, το κράτος πρέπει πρώτα να γνωρίζει τι υπάρχει μέσα σε αυτές. Πώς ακριβώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Μια λεπτομέρεια στην εξειδίκευση της λεγόμενης "πατριωτικής εισφοράς" της ΕΛ.Α.Σ. ίσως αποδειχθεί πολιτικά πολύ σημαντικότερη από το ίδιο το ποσοστό του φόρου. Ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών του κόμματος, Γιώργος Παππάς, περιγράφοντας στον ΣΚΑΪ τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί ο φόρος 1% στην καθαρή περιουσία του οικονομικά ισχυρότερου 1% των φυσικών προσώπων, έφτασε μέχρι τις τραπεζικές θυρίδες.

Σύμφωνα με την περιγραφή του, το περιουσιολόγιο δεν θα περιορίζεται στα περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήδη αφήνουν ένα σχετικά σαφές ηλεκτρονικό ίχνος - ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα ή εταιρικές συμμετοχές. Στην περιουσία θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ακόμη και κοσμήματα και άλλα αντικείμενα αξίας που βρίσκονται μέσα σε τραπεζικές θυρίδες. Και κάπου εδώ το ζήτημα παύει να είναι απλώς φορολογικό. Γίνεται ζήτημα καταγραφής της ιδιωτικής περιουσίας των πολιτών από το κράτος.

Το απλό ερώτημα: Πώς θα ξέρει το κράτος τι υπάρχει μέσα στη θυρίδα;

Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Μια τραπεζική θυρίδα δεν λειτουργεί όπως ένας τραπεζικός λογαριασμός. Στον λογαριασμό υπάρχει ηλεκτρονική εγγραφή: η τράπεζα γνωρίζει το υπόλοιπο, τις κινήσεις και τον δικαιούχο και οι πληροφορίες μπορούν, υπό το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, να χρησιμοποιηθούν από τις αρμόδιες αρχές. Στη θυρίδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το γεγονός ότι ένας πολίτης μισθώνει μια θυρίδα και το περιεχόμενο της θυρίδας είναι δύο διαφορετικές πληροφορίες. Και αυτή η διάκριση είναι καθοριστική.

Για να συμπεριλάβει το κράτος ένα κόσμημα στην καθαρή περιουσία κάποιου δεν αρκεί να γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος φορολογούμενος διαθέτει θυρίδα. Πρέπει να γνωρίζει: τι ακριβώς βρίσκεται μέσα, σε ποιον ανήκει και πόσο αξίζειΕπομένως, η πρόταση δημιουργεί μια ολόκληρη αλυσίδα ερωτημάτων που μέχρι στιγμής δεν έχει εξηγηθεί.

Θα ανοίγουν οι θυρίδες;

Αυτό είναι ίσως το προφανέστερο ερώτημα. Εάν ένας φορολογούμενος δηλώσει ότι η θυρίδα του είναι κενή ή ότι περιέχει μόνο οικογενειακά έγγραφα και αντικείμενα χωρίς σημαντική εμπορική αξία, πώς θα μπορεί η φορολογική διοίκηση να επιβεβαιώσει τη δήλωση; Υπάρχουν ουσιαστικά διαφορετικά πιθανά μοντέλα. Το πρώτο είναι η αυτοδήλωση. Ο πολίτης δηλώνει τι έχει στη θυρίδα του και πόσο αξίζει. Τότε όμως προκύπτει το προφανές πρόβλημα της επαλήθευσης.

Το δεύτερο είναι η προσκόμιση κάποιου είδους πιστοποίησης ή αποτίμησης. Ποιος θα την πραγματοποιεί; 

  • Η τράπεζα;
  • Πιστοποιημένος εκτιμητής;
  • Ο ίδιος ο φορολογούμενος;

Και το τρίτο - και θεσμικά πολύ σοβαρότερο - ενδεχόμενο είναι να προβλέπεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις φυσικός έλεγχος του περιεχομένου της θυρίδας. Εάν αυτό αποτελεί μέρος της πρότασης, χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά. Εάν δεν αποτελεί, πρέπει να εξηγηθεί πώς διαφορετικά θα πιστοποιείται το περιεχόμενο. Γιατί εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: Για να φορολογήσει το κράτος το κόσμημα πρέπει πρώτα να γνωρίζει ότι το κόσμημα υπάρχει.

Άλλο «γνωρίζω ότι έχεις θυρίδα» και άλλο «γνωρίζω τι έχεις στη θυρίδα»

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάκριση που πρέπει να γίνει στη δημόσια συζήτηση. Οι σύγχρονες φορολογικές διοικήσεις έχουν αποκτήσει εξαιρετικά ισχυρά εργαλεία για τον εντοπισμό χρηματοοικονομικής περιουσίας. Το διεθνές Common Reporting Standard του OECD, για παράδειγμα, επιτρέπει την αυτόματη ανταλλαγή τεράστιου όγκου πληροφοριών για χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μεταξύ φορολογικών αρχών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποια διεθνής βάση δεδομένων στην οποία εμφανίζεται: "Θυρίδα 174: δύο χρυσά ρολόγια, ένα διαμάντι, πέντε χρυσές λίρες". Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της πρότασης.

Το κράτος θα επιχειρούσε να μετακινηθεί από την καταγραφή τυπικά καταχωρισμένης περιουσίας στην καταγραφή φυσικών αντικειμένων ιδιωτικής περιουσίας. Και αυτή είναι πολύ διαφορετική υπόθεση.

Και μετά έρχεται το ερώτημα: Πόσο κάνει το δαχτυλίδι;

Ακόμη και εάν λυθεί το πρόβλημα της καταγραφής, εμφανίζεται αμέσως ένα δεύτερο: Η αποτίμηση. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος διαθέτει στη θυρίδα ένα οικογενειακό κόσμημα, ένα ακριβό ρολόι, χρυσές λίρες και έναν πίνακα. Οι χρυσές λίρες μπορούν σχετικά εύκολα να αποτιμηθούν. Αλλά το κόσμημα; Σε ποια αξία θα φορολογηθεί;

  • Στην τιμή αγοράς;
  • Στη σημερινή τιμή μεταπώλησης;
  • Στην ασφαλιστική αξία;
  • Στην εκτιμώμενη τιμή δημοπρασίας;

Και ποιος θα αποφασίζει; Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο για έργα τέχνης, συλλεκτικά αντικείμενα, αντίκες ή πολύτιμους λίθους. Δύο εκτιμητές μπορούν απολύτως νόμιμα να καταλήξουν σε σημαντικά διαφορετικές αξίες για το ίδιο αντικείμενο. Άρα η φράση "θα καταγραφούν και τα κοσμήματα" είναι πολύ ευκολότερη από την πραγματική εφαρμογή της.


Τι ακριβώς θα πρέπει να δηλώνει ο πολίτης;

Υπάρχει όμως και ένα ευρύτερο ερώτημα. Εάν η αρχή είναι ότι για τον υπολογισμό της καθαρής περιουσίας πρέπει να καταγραφούν τα πολύτιμα αντικείμενα μέσα στις θυρίδες, γιατί να περιοριστεί η καταγραφή στις θυρίδες; Ένα κόσμημα αξίας €100.000 δεν παύει να αποτελεί περιουσία επειδή βρίσκεται στο σπίτι. Το ίδιο ισχύει για ρολόγια μεγάλης αξίας, πίνακες ζωγραφικής, συλλογές, πολύτιμα μέταλλα, αντίκες και άλλα κινητά περιουσιακά στοιχεία. Άρα πρέπει να καθοριστεί ποιο είναι το όριο

  • Θα δηλώνεται κάθε κινητό αντικείμενο πάνω από κάποια αξία;
  • Θα υπάρχει συνολικό κατώφλι;
  • Θα απαιτούνται παραστατικά;
  • Τι γίνεται με αντικείμενα που έχουν αποκτηθεί πριν από δεκαετίες ή έχουν κληρονομηθεί;

Η αναφορά στις θυρίδες ανοίγει επομένως μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση από εκείνη που ίσως υποδηλώνει αρχικά.

Το περιουσιολόγιο αλλάζει χαρακτήρα

Η Ελλάδα συζητά το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα σε ένα σύστημα που συγκεντρώνει στοιχεία τα οποία το Δημόσιο ήδη διαθέτει και σε ένα σύστημα που απαιτεί από τον πολίτη να απογράψει κινητά αντικείμενα της ιδιωτικής του περιουσίας. Στην πρώτη περίπτωση, το κράτος συνδέει βάσεις δεδομένων.

  • Γνωρίζει το ακίνητο από το Ε9.
  • Γνωρίζει το αυτοκίνητο από τα σχετικά μητρώα.
  • Μπορεί να αντλεί χρηματοοικονομικές πληροφορίες μέσα στο πλαίσιο που επιτρέπει η νομοθεσία.

Στη δεύτερη περίπτωση όμως δημιουργείται κάτι ποιοτικά διαφορετικό: μια απογραφή περιουσιακών αντικειμένων τα οποία μέχρι σήμερα δεν αποτελούν μέρος ενός γενικού κρατικού μητρώουΑυτό είναι το πραγματικά νέο στοιχείο που δημιουργεί η αναφορά Παππά στις θυρίδες.

Και βέβαια υπάρχει το ζήτημα της ιδιωτικότητας

Η δημιουργία μιας βάσης δεδομένων που θα περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας των οικονομικά ισχυρότερων πολιτών δημιουργεί αναπόφευκτα ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και ασφάλειας. Φανταστείτε μια κρατική βάση που θα μπορούσε θεωρητικά να γνωρίζει ότι:

ο Α διαθέτει συγκεκριμένα έργα τέχνης,

ο Β έχει κοσμήματα συγκεκριμένης αξίας,

ο Γ διαθέτει χρυσό,

και ενδεχομένως σε ποια τράπεζα φυλάσσονται.

Αυτές δεν είναι απλές φορολογικές πληροφορίες. Είναι δεδομένα εξαιρετικά μεγάλης οικονομικής και προσωπικής ευαισθησίας. Επομένως χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιος θα έχει πρόσβαση, πώς θα αποθηκεύονται, για πόσο χρόνο και με ποιες εγγυήσεις. Δεν πρόκειται για επιχείρημα υπέρ ή κατά του φόρου. Είναι προϋπόθεση για να γνωρίζουμε τι ακριβώς προτείνεται.

Το κρίσιμο ερώτημα προς την ΕΛ.Α.Σ.

Γι' αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο αν η "πατριωτική εισφορά" θα είναι 1% ή αν θα αποφέρει €145 εκατ., €500 εκατ. ή περισσότερο. Προηγείται ένα πολύ απλούστερο ζήτημα. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να εξηγήσει πώς ακριβώς σκοπεύει να καταγράψει το περιεχόμενο των τραπεζικών θυρίδων

  • Θα βασίζεται αποκλειστικά σε δήλωση του φορολογουμένου;
  • Θα απαιτεί απογραφή;
  • Θα απαιτεί πιστοποιημένη αποτίμηση;
  • Θα προβλέπει δυνατότητα ελέγχου;

Και εάν ναι, ποιος θα ανοίγει τη θυρίδα, παρουσία ποιου και υπό ποιες νομικές προϋποθέσεις;

Αυτές δεν είναι λεπτομέρειες εφαρμογής. Είναι η ίδια η ουσία της πρότασης όπως πλέον περιγράφεται. Γιατί μέχρι σήμερα η πολιτική συζήτηση αφορούσε έναν "φόρο στους πολύ πλούσιους". Με την αναφορά στις τραπεζικές θυρίδες, η συζήτηση γίνεται διαφορετική: πόσο βαθιά στην ιδιωτική περιουσία του πολίτη πρέπει να φτάσει το κράτος για να μπορέσει να υπολογίσει έναν φόρο πλούτου;

Και υπάρχει μία ακόμη ειρωνεία. Τα ακίνητα είναι καταγεγραμμένα. Οι εισηγμένες μετοχές έχουν τιμή. Οι τραπεζικοί λογαριασμοί αφήνουν ηλεκτρονικό ίχνος. Οι εταιρείες έχουν πραγματικούς δικαιούχους και η διεθνής ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών έχει περιορίσει σημαντικά το τραπεζικό απόρρητο. Η θυρίδα όμως είναι ακριβώς ο χώρος στον οποίο η ύπαρξη του μέσου φύλαξης δεν αποκαλύπτει αυτομάτως το αντικείμενο που φυλάσσεται.

Γι' αυτό η φράση για τα κοσμήματα δεν είναι μια γραφική λεπτομέρεια της πρότασης. Μπορεί να αποδειχθεί η σημαντικότερη. Διότι η "πατριωτική εισφορά" δεν θέτει πλέον μόνο το ερώτημα "πόσο θα πληρώσουν οι πλούσιοι". Θέτει πρώτα ένα πολύ πιο θεμελιώδες: "Για να τους φορολογήσει, μέχρι πού είναι διατεθειμένο να ψάξει το κράτος;"

Add comment

Comments

There are no comments yet.