Για δεκαετίες η Σουηδία αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα μπορεί να γίνει το επόμενο μεγάλο εργαστήριο της πολιτικής μετατόπισης της Ευρώπης προς τα δεξιά. Οι Sweden Democrats, που κάποτε βρίσκονταν στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος, διεκδικούν πλέον επίσημη συμμετοχή στην κυβέρνηση.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Υπάρχει μια χώρα στην Ευρώπη που για πολλές δεκαετίες ταυτίστηκε σχεδόν απόλυτα με τη σοσιαλδημοκρατία. Η Σουηδία.
- Ισχυρό κοινωνικό κράτος.
- Υψηλή φορολογία.
- Ισχυρά συνδικάτα.
- Ανοικτή κοινωνία.
- Μεγάλη εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Και μια πολιτική κουλτούρα όπου η ριζοσπαστική δεξιά βρισκόταν για χρόνια στο περιθώριο. Όμως η Σουηδία που πηγαίνει τώρα στις κάλπες είναι πολύ διαφορετική. Στις εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου, οι Sweden Democrats (SD) βρίσκονται περίπου στο 19% στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, ενώ η κεντροδεξιά του πρωθυπουργού Ulf Kristersson αφήνει πλέον ανοικτό κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο: την επίσημη είσοδο των Sweden Democrats στην κυβέρνηση.
Το Reuters χαρακτηρίζει την προοπτική αυτή πιθανή μετάβαση της σουηδικής ριζοσπαστικής δεξιάς στην "καρδιά της κυβέρνησης".
Και γι' αυτό οι σουηδικές εκλογές έχουν σημασία πολύ πέρα από τη Σουηδία.
Από το πολιτικό περιθώριο στον προθάλαμο της εξουσίας
Η μεταμόρφωση των Sweden Democrats είναι εντυπωσιακή. Το κόμμα ιδρύθηκε το 1988 και οι ρίζες του συνδέονται με το σουηδικό ακροδεξιό και εξτρεμιστικό περιβάλλον της εποχής. Για πολλά χρόνια τα υπόλοιπα κόμματα αρνούνταν οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του. Σταδιακά όμως οι SD επιχείρησαν να απομακρύνουν ακραία στελέχη και σύμβολα και να μετατραπούν σε ένα ευρύτερο εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό κόμμα.
Η εκλογική διαδρομή είναι χαρακτηριστική:
Στις εκλογές του 2022 έγιναν μάλισα το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα της Σουηδίας, πίσω μόνο από τους Social Democrats. Αυτό άλλαξε τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Το πρώτο τείχος είχε ήδη πέσει το 2022
Υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια. Οι Sweden Democrats δεν συμμετείχαν στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 2022. Αλλά χωρίς αυτούς η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Οι Moderates του Kristersson σχημάτισαν κυβέρνηση με τους Christian Democrats και τους Liberals. Οι SD έμειναν τυπικά εκτός. Όμως συμφώνησαν να στηρίζουν την κυβέρνηση στο κοινοβούλιο μέσω της λεγόμενης Tidö Agreement.
Άρα δημιουργήθηκε ένα ιδιόμορφο μοντέλο: οι Sweden Democrats δεν έχουν υπουργούς, αλλά στηρίζουν την κυβέρνηση και επηρεάζουν την πολιτική της. Το παλιό απόλυτο "δεν συνεργαζόμαστε ποτέ μαζί τους" είχε ήδη τελειώσει. Το 2026 μπορεί να ακολουθήσει το επόμενο βήμα. Από την κοινοβουλευτική στήριξη στα υπουργεία.
Τι άλλαξε στη σουηδική κοινωνία;
Η εύκολη εξήγηση θα ήταν μία λέξη: μετανάστευση. Αλλά δεν αρκεί. Η Σουηδία γνώρισε τις τελευταίες δύο δεκαετίες μία από τις μεγαλύτερες μεταναστευτικές εισροές στην Ευρώπη σε σχέση με τον πληθυσμό της. Παράλληλα εμφανίστηκαν σοβαρά προβλήματα:
- εγκληματικότητα συμμοριών,
- πυροβολισμοί,
- βομβιστικές επιθέσεις,
- κοινωνικός διαχωρισμός,
- δυσκολίες ενσωμάτωσης.
Η μεταναστευτική πολιτική μετακινήθηκε σταδιακά προς αυστηρότερες θέσεις - όχι μόνο από τη δεξιά αλλά και από τη σουηδική σοσιαλδημοκρατία. Όμως πίσω από τη μετανάστευση βρίσκεται ένα ευρύτερο πολιτικό συναίσθημα: η αίσθηση ότι το παλιό σουηδικό μοντέλο δεν λειτουργεί πλέον όπως παλιά.
Και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο.
Το ευρωπαϊκό μοτίβο επαναλαμβάνεται
Εδώ η Σουηδία συναντά τη Γερμανία. Στη Σαξονία-Άνχαλτ είδαμε την AfD να φθάνει στο 43,8%. Και όμως τα υπόλοιπα κόμματα εξακολουθούν να προσπαθούν να σχηματίσουν κυβέρνηση χωρίς αυτήν. Στη Σουηδία η κεντροδεξιά ακολούθησε διαφορετικό δρόμο. Αρχικά απομόνωσε τους SD, μετά τους ανέχτηκε, στη συνέχεια συνεργάστηκε κοινοβουλευτικά μαζί τους και τώρα πιθανώς θα συνεργαστεί και κυβερνητικά μαζί τους.
Αυτό είναι ίσως το πραγματικό πολιτικό εργαστήριο των σουηδικών εκλογών.
Οι δημοσκοπήσεις
Το διάγραμμα αποτυπώνει πόσο ρευστή παραμένει η πολιτική κατάσταση στη Σουηδία λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου. Με βάση τον μέσο όρο επτά πρόσφατων δημοσκοπήσεων, οι Σοσιαλδημοκράτες παραμένουν πρώτο κόμμα με 27,4%, χωρίς όμως να πλησιάζουν αυτοδύναμη πλειοψηφία. Οι Sweden Democrats ακολουθούν με 19,3%, διατηρώντας τη δεύτερη θέση και προηγούμενοι των Moderates του πρωθυπουργού Ulf Kristersson, οι οποίοι βρίσκονται στο 17,4%.
Σε σύγκριση με τις εκλογές του 2022, η εικόνα δείχνει και τη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών. Οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Sweden Democrats υποχωρούν από τα τότε ποσοστά τους, ενώ ενισχυμένοι εμφανίζονται κυρίως οι Πράσινοι και το Κόμμα του Κέντρου. Ιδιαίτερα σημαντική είναι όμως η περίπτωση των Liberals: ο δημοσκοπικός μέσος όρος τούς τοποθετεί στο 3,3%, δηλαδή κάτω από το εθνικό όριο του 4% για την είσοδο στο Riksdag.
Αυτό ακριβώς κάνει την προβολή των εδρών πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την απλή κατάταξη των κομμάτων. Εάν οι Liberals πράγματι μείνουν εκτός Βουλής, οι ψήφοι τους δεν συμμετέχουν στην εθνική αναλογική κατανομή των εδρών και τα υπόλοιπα κόμματα ενισχύονται αναλογικά. Μια σημερινή προβολή δίνει περίπου 104 έδρες στους Σοσιαλδημοκράτες, 71 στους Sweden Democrats, 65 στους Moderates, 30 στην Αριστερά, 28 στο Κέντρο, 27 στους Πράσινους και 24 στους Χριστιανοδημοκράτες. Το Riksdag έχει 349 έδρες και η απόλυτη πλειοψηφία βρίσκεται στις 175.
Η αριθμητική αυτή δημιουργεί ένα σαφές πλεονέκτημα για το σημερινό αντιπολιτευόμενο στρατόπεδο. Συγκεντρώνουν στην προβολή περίπου 189 έδρες, ενώ οι Moderates, οι Sweden Democrats και οιΧριστιανοδημοκράτες του KD περιορίζονται περίπου στις 160. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια κυβέρνηση της κεντροαριστεράς θα σχηματιστεί εύκολα. Το Centre Party έχει σοβαρές πολιτικές διαφορές με το Left Party και η Magdalena Andersson θα πρέπει να συνθέσει ένα αρκετά ετερόκλητο κοινοβουλευτικό μπλοκ.
Υπάρχει, τέλος, μία κρίσιμη επιφύλαξη: η μάχη των Liberals για το 4%. Ο μέσος όρος τούς αφήνει εκτός, αλλά η τελευταία Novus τούς μέτρησε πολύ υψηλότερα, στο 5,8%. Εάν τελικά μπουν στο Riksdag, η κατανομή των εδρών θα αλλάξει και το δεξιό μπλοκ θα ενισχυθεί σημαντικά.
Γι' αυτό το σημαντικότερο μήνυμα του διαγράμματος δεν είναι απλώς ότι οι Σοσιαλδημοκράτες προηγούνται. Είναι ότι ένα κόμμα που κινείται γύρω από το όριο του 4% μπορεί να αποδειχθεί ο παράγοντας που θα αλλάξει ολόκληρη την κυβερνητική αριθμητική της Σουηδίας.
Ο γαλλικός όρος σημαίνει κυριολεκτικά: "υγειονομική ζώνη". Στην πολιτική περιγράφει το "τείχος αποκλεισμού" που δημιουργούν τα υπόλοιπα κόμματα γύρω από ένα κόμμα το οποίο θεωρούν ακραίο ή αντιδημοκρατικό. Η αρχή είναι απλή: μπορεί να εκλέγεται, μπορεί να έχει βουλευτές, μπορεί να αυξάνει τα ποσοστά του, αλλά δεν συνεργαζόμαστε μαζί του για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Στη Γερμανία η αντίστοιχη έννοια ονομάζεται: Brandmauer - "τείχος προστασίας από τη φωτιά".
Στη Σουηδία όμως αυτό το τείχος έχει ήδη αποκτήσει μεγάλη πόρτα.
Το παράδοξο του αποκλεισμού
Το cordon sanitaire λειτουργεί σχετικά εύκολα όταν ένα κόμμα έχει 5% ή 8%. Γίνεται δυσκολότερο στο 15%. Πολύ δυσκολότερο στο 20%-25%. Και σχεδόν εκρηκτικό πολιτικά όταν πλησιάζει το 40%. Γιατί τότε δημιουργείται ένα παράδοξο. Όσο μεγαλώνει το αποκλεισμένο κόμμα τόσο περισσότερα κόμματα χρειάζονται για να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς αυτό, τόσο πιο ετερόκλητοι γίνονται οι κυβερνητικοί συνασπισμοί, τόσο δυσκολότερη γίνεται η διακυβέρνηση, τόσο περισσότερο ενισχύεται το αφήγημα του αποκλεισμένου κόμματος: "Όλοι ενώνονται εναντίον μας".
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Γερμανία με την AfD. Η Σουηδία επέλεξε ουσιαστικά να δοκιμάσει την αντίθετη στρατηγική.
Από τον αποκλεισμό στην ενσωμάτωση
Υπάρχει μια διαφορετική πολιτική θεωρία. Αντί να αποκλείσεις ένα ριζοσπαστικό κόμμα, το βάζεις μέσα στο σύστημα. Η λογική είναι: στο αντισυστημικό κόμμα, δέχεσαι την κυβερνητική του συμμετοχή, το να αναλάβει ευθύνες, να κάνει αναγκαστικούς συμβιβασμούς και τελικά να οδηγηθεί στην πολιτική κανονικοποίηση. Όταν ένα κόμμα βρίσκεται στην αντιπολίτευση μπορεί να υπόσχεται σχεδόν τα πάντα. Όταν κυβερνά πρέπει να:
- καταρτίσει προϋπολογισμό,
- διαπραγματευτεί με τις Βρυξέλλες,
- διαχειριστεί υπουργεία,
- αντιμετωπίσει τις αγορές,
- κάνει συμβιβασμούς.
Η εξουσία μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως μηχανισμός μετριοπάθειας. Αλλά υπάρχει και η αντίθετη πιθανότητα.
Η ενσωμάτωση μπορεί να νομιμοποιήσει το κόμμα
Το αντίστροφο σενάριο είναι: η κυβερνητική συμμετοχήνα οδηγήσει de facto σε θεσμική νομιμοποίηση, στον αποστιγματισμό, περισσότεροι ψηφοφόροι να θεωρούν το κόμμα "κανονικό" και έτσι να διευρύνεται η εκλογική του δύναμη. Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό πείραμα.
Δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποιος μηχανισμός θα επικρατήσει. Και γι' αυτό η Σουηδία έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον.
Η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει
Το σουηδικό φαινόμενο δεν είναι απομονωμένο.
- Στην Ιταλία, η Giorgia Meloni κυβερνά από το 2022.
- Στη Φινλανδία, το Finns Party συμμετείχε σε κυβερνητικό συνασπισμό.
- Στην Ολλανδία, η εκλογική άνοδος του PVV του Geert Wilders άλλαξε δραματικά τους κυβερνητικούς συσχετισμούς.
- Στη Γαλλία, το Rassemblement National έχει μετατραπεί εδώ και χρόνια σε μία από τις κεντρικές πολιτικές δυνάμεις.
- Στη Γερμανία, η AfD έχει πλέον καταγράψει ιστορικά ποσοστά σε κρατιδιακές εκλογές.
Η ευρωπαϊκή τάση είναι επομένως σαφής. Το ερώτημα μετακινείται από "Μπορούν αυτά τα κόμματα να μεγαλώσουν;", στο "Τι κάνουν τα παραδοσιακά κόμματα όταν μεγαλώσουν τόσο ώστε να μην μπορούν πλέον να αγνοηθούν;"
Και η κεντροδεξιά βρίσκεται μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα
Το πρόβλημα αφορά κυρίως τα παραδοσιακά κεντροδεξιά κόμματα. Έχουν δύο επιλογές.
Επιλογή Α: αποκλεισμός
Τότε ερφαρμόζεται στη ριζοσπαστική δεξιά το λεγόμενο cordon sanitaire, η κεντροδεξιά συνεργάζεται με κέντρο/κεντροαριστερά κόμματα, οι πολιτικές διαφορές θολώνουν, μέρος δεξιών ψηφοφόρων μετακινείται ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά.
Επιλογή Β: συνεργασία
Υιοθετείται κυβερνητική συνεργασία με τη ριζοσπαστική δεξια, αναγκαστική υιοθέτηση μέρους της ατζέντας της με αποτέλεσμα συνολικά το πολιτικό σύστημα μετακινείται δεξιότερα.
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει κόστος.
Η Σουηδία δείχνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό
Η μεγαλύτερη νίκη των Sweden Democrats ίσως δεν είναι καν το εκλογικό τους ποσοστό. Είναι ότι πολλές από τις πολιτικές θέσεις που πριν από δεκαπέντε χρόνια θεωρούνταν ακραίες έχουν μετακινηθεί προς το πολιτικό mainstream. Η μεταναστευτική πολιτική έγινε αυστηρότερη. Η συζήτηση για εγκληματικότητα και ενσωμάτωση άλλαξε. Η έννοια της εθνικής ταυτότητας επέστρεψε στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτό είναι ένα φαινόμενο που οι πολιτικοί επιστήμονες συχνά περιγράφουν ως: agenda-setting power.
Δεν χρειάζεται να κυβερνάς για να αλλάξεις την πολιτική. Αρκεί να αναγκάσεις τους αντιπάλους σου να συζητούν τα δικά σου θέματα.
Και αυτό μπορεί να είναι μεγαλύτερη νίκη από ένα υπουργείο
Σκεφτείτε το διαφορετικά. Ένα κόμμα μπορεί να πάρει 20% και να μην κυβερνήσει ποτέ. Αλλά αν μέσα σε δέκα χρόνια:
- οι αντίπαλοί του αλλάξουν μεταναστευτική πολιτική,
- αλλάξουν πολιτική ασφάλειας,
- υιοθετήσουν μέρος της γλώσσας του,
- και μετακινήσουν ολόκληρο το πολιτικό κέντρο προς τις θέσεις του,
τότε το κόμμα έχει ήδη κερδίσει ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής μάχης. Αυτό ακριβώς κάνει τη σουηδική περίπτωση ενδιαφέρουσα.
Από τη Στοκχόλμη στο Βερολίνο
Και εδώ επιστρέφουμε στην AfD. Η γερμανική κεντροδεξιά επιμένει: καμία συνεργασία. Η σουηδική κεντροδεξιά είπε αρχικά το ίδιο. Στη συνέχεια όμως η εκλογική αριθμητική άλλαξε. Και η πορεία έγινε: από τον αποκλεισμό στον διάλογο, από εκεί στην κοινοβουλευτική στήριξη και σήμερα στην πιθανή κυβερνητική συμμετοχή.
Αυτός είναι ο λόγος που το αποτέλεσμα της Σουηδίας θα παρακολουθείται πολύ προσεκτικά και εκτός χώρας. Όχι επειδή η Γερμανία και η Σουηδία είναι ίδιες. Δεν είναι. Αλλά επειδή το στρατηγικό πρόβλημα είναι παρόμοιο.
Το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε μετάβαση
Για δεκαετίες, η βασική ευρωπαϊκή πολιτική αντιπαράθεση ήταν ανάμεσα στην κεντροαριστερά και την κεντροδεξιά. Σήμερα σε όλο και περισσότερες χώρες η πραγματική γραμμή σύγκρουσης γίνεται ανάμεσα στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα και τις αντισυστημικές / εθνικιστικές δυνάμεις. Και αυτό δημιουργεί περίεργους συνασπισμούς. Πρώην αντίπαλοι συνεργάζονται για να αποκλείσουν τρίτους. Οι ψηφοφόροι δυσκολεύονται να διακρίνουν τις παραδοσιακές ιδεολογικές διαφορές. Και η αντισυστημική δύναμη μπορεί να παρουσιάζει τον εαυτό της ως: "τη μοναδική πραγματική αντιπολίτευση".
Αυτό είναι το πολιτικό αδιέξοδο που αρχίζει να εμφανίζεται σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Υπάρχει όμως και ένα όριο στην αναλογία
Δεν είναι όλα τα κόμματα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής δεξιάς ίδια. Δεν έχουν:
- την ίδια ιστορία,
- την ίδια σχέση με τους δημοκρατικούς θεσμούς,
- την ίδια εξωτερική πολιτική,
- την ίδια στάση απέναντι στη Ρωσία,
- ούτε την ίδια οικονομική πολιτική.
Άρα το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι: "Αφού συνεργάστηκαν στη Σουηδία, πρέπει να συνεργαστούν και στη Γερμανία". Αυτό θα ήταν υπεραπλούστευση. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού. Η Σουηδία μάς επιτρέπει να δούμε τι συμβαίνει όταν ένα πολιτικό σύστημα εγκαταλείπει σταδιακά τον αποκλεισμό και επιλέγει την ενσωμάτωση.
Οι κάλπες της Κυριακής είναι λοιπόν ένα ευρωπαϊκό πείραμα
Οι Sweden Democrats μπορεί να μην μπουν τελικά στην κυβέρνηση. Οι συσχετισμοί μπορεί να επιβάλουν διαφορετικό συνασπισμό. Και οι δημοσκοπήσεις δεν είναι εκλογικό αποτέλεσμα. Αλλά ένα πράγμα έχει ήδη αλλάξει. Η συζήτηση δεν είναι πλέον: "Μπορούν οι Sweden Democrats να θεωρηθούν αποδεκτός πολιτικός συνομιλητής;". Είναι: "Θα πάρουν υπουργεία;"
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο ερωτήσεις περιγράφει ολόκληρη τη μεταμόρφωση της σουηδικής πολιτικής μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες.
Μετά τη Σουηδία, ποια χώρα ακολουθεί;
Αυτό είναι τελικά το ευρωπαϊκό ερώτημα. Η ριζοσπαστική δεξιά δεν βρίσκεται πλέον μόνο στις παρυφές της πολιτικής. Σε αρκετές χώρες βρίσκεται:
- στο κοινοβούλιο,
- στην αντιπολίτευση,
- στην κοινοβουλευτική στήριξη κυβερνήσεων,
- ή μέσα στις ίδιες τις κυβερνήσεις.
Άρα η μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση της επόμενης περιόδου δεν θα αφορά μόνο τα ποσοστά αυτών των κομμάτων. Θα αφορά το τι κάνουν οι υπόλοιποι όταν αυτά τα ποσοστά γίνονται αρκετά μεγάλα. Η Γερμανία εξακολουθεί να απαντά: αποκλεισμός. Η Σουηδία κινείται προς την ενσωμάτωση. Και οι εκλογές της Κυριακής μπορεί να μας δώσουν το καθαρότερο μέχρι σήμερα ευρωπαϊκό τεστ για το ποια από τις δύο στρατηγικές είναι πολιτικά βιώσιμη.
Γιατί όσο η ευρωπαϊκή πολιτική κατακερματίζεται, το παλιό ερώτημα "ποιος κέρδισε τις εκλογές;" - ίσως να μην είναι πλέον το σημαντικότερο. Το σημαντικότερο γίνεται: "με ποιον είναι διατεθειμένος να κυβερνήσει;"
Add comment
Comments