Ο Donald Trump έβαλε στο τραπέζι μία από τις πιο εντυπωσιακές - και ακριβές - προεκλογικές υποσχέσεις των τελευταίων δεκαετιών στις ΗΠΑ: εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, κάθε ενήλικος Αμερικανός πολίτης θα λάβει ένα "Trump μέρισμα" ύψους $5.000.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η εξαγγελία ακούγεται απλή. Ο λογαριασμός όμως δεν είναι. Με περίπου 240 εκατομμύρια ενήλικους Αμερικανούς πολίτες, σύμφωνα με τον υπολογισμό που επικαλείται το Reuters, η πλήρης εφαρμογή της πρότασης θα κόστιζε περίπου $1,2 τρισ.
Και όλα αυτά σε μια χώρα της οποίας το ακαθάριστο ομοσπονδιακό χρέος έχει ήδη ξεπεράσει τα $40 τρισ. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν ο Trump μπορεί πολιτικά και νομικά να μοιράσει τα χρήματα.
Είναι κυρίως: ποιος θα πληρώσει τελικά τα $1,2 τρισ.;
«Trump μέρισμα»
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε την πρόταση στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών στο Dallas, μετατρέποντας ουσιαστικά τις midterms σε δημοψήφισμα για τη δεύτερη προεδρία του. Η υπόσχεσή του ήταν ότι, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, οι ενήλικοι Αμερικανοί πολίτες θα λάβουν από $5.000.
Ο Trump πρόσθεσε μάλιστα ότι τα χρήματα θα πρέπει να δαπανηθούν στις ΗΠΑ, χωρίς όμως να εξηγήσει πώς θα μπορούσε πρακτικά να εφαρμοστεί ένας τέτοιος περιορισμός. Δεν ανακοίνωσε επίσης εισοδηματικά κριτήρια ούτε ολοκληρωμένο μηχανισμό χρηματοδότησης.
Η πολιτική λογική είναι εύκολα κατανοητή. Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής εξακολουθεί να απασχολεί τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, η κυβέρνηση προσφέρει κάτι απολύτως χειροπιαστό: $5.000 μετρητά.
Η οικονομική λογική είναι πολύ πιο δύσκολη.
Ο λογαριασμός των $1,2 τρισ.
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος, αρκεί μια σύγκριση.
Το Committee for a Responsible Federal Budgetυπολόγισε ότι τα $1,2 τρισ. είναι περισσότερα από όσα δαπανά ετησίως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για το Medicare, την εθνική άμυνα ή τους καθαρούς τόκους του δημόσιου χρέους.
Και η Αμερική δεν διαθέτει σήμερα δημοσιονομικό πλεόνασμα από το οποίο θα μπορούσε απλώς να μοιράσει ένα "μέρισμα". Αντίθετα, η Tax Foundationπροβλέπει ομοσπονδιακό έλλειμμα σχεδόν $1,9 τρισ. για το οικονομικό έτος 2027.
Επομένως, χωρίς νέα έσοδα ή αντίστοιχες περικοπές δαπανών, η εφαρμογή του προγράμματος θα αύξανε περαιτέρω τις χρηματοδοτικές ανάγκες του αμερικανικού Δημοσίου και, κατ’ επέκταση, την έκδοση νέου χρέους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό οικονομικό πρόβλημα.
«Θα το πληρώσουν οι δασμοί»
Ο αντιπρόεδρος JD Vance έδειξε προς μία πιθανή πηγή χρηματοδότησης: τους δασμούς. Η κυβέρνηση Trump έχει αυξήσει δραστικά τη χρήση τους και η πολιτική επιχειρηματολογία είναι ελκυστική: αφού οι δασμοί αποφέρουν χρήματα στο αμερικανικό Δημόσιο, ένα μέρος αυτών των χρημάτων μπορεί να επιστραφεί στους πολίτες ως "μέρισμα".
Μόνο που οι αριθμοί δεν βγαίνουν.
Η Tax Foundation εκτιμά ότι οι νέοι δασμοί του Trump θα αποφέρουν περίπου $125 δισ. καθαρών πρόσθετων ομοσπονδιακών εσόδων το 2027. Απέναντι βρίσκεται ένα εκτιμώμενο κόστος περίπου $1,2 τρισ. Δηλαδή τα καθαρά έσοδα ενός ολόκληρου έτους από τους νέους δασμούς θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μόλις περίπου το 10% της εξαγγελίας.
Σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, θα χρειαζόταν σχεδόν μία δεκαετία είσπραξης των συγκεκριμένων δασμολογικών εσόδων για να συγκεντρωθεί ποσό αντίστοιχο με το κόστος μίας και μόνο καταβολής του Trump.
Και ποιος πληρώνει πραγματικά τους δασμούς;
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη οικονομική αντίφαση. Οι δασμοί εισπράττονται από την αμερικανική κυβέρνηση κατά την εισαγωγή προϊόντων. Το οικονομικό τους κόστος μπορεί στη συνέχεια να επιμεριστεί μεταξύ ξένων παραγωγών, αμερικανικών εισαγωγικών επιχειρήσεων και τελικά καταναλωτών, ανάλογα με το προϊόν και τις συνθήκες της αγοράς.
Άρα το αφήγημα ότι "παίρνουμε χρήματα από το εξωτερικό και τα επιστρέφουμε στους Αμερικανούς" είναι πολύ πιο περίπλοκο στην πραγματική οικονομία. Ένα μέρος του κόστους των δασμών μπορεί να επιστρέφει στον ίδιο τον Αμερικανό καταναλωτή μέσω υψηλότερων τιμών.
Έτσι, η ίδια πολιτική που δημιουργεί τα υποτιθέμενα έσοδα για τη χρηματοδότηση του μερίσματος μπορεί ταυτόχρονα να περιορίζει την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα: ο πληθωρισμός
Εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος μακροοικονομικός κίνδυνος της πρότασης.
Οι μαζικές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις αποτελούν κλασικό εργαλείο όταν μια οικονομία βρίσκεται σε βαθιά ύφεση: το κράτος βάζει χρήματα στις τσέπες των νοικοκυριών για να ενισχύσει τη ζήτηση. Όμως η αμερικανική οικονομία του 2026 δεν βρίσκεται σε κατάσταση αντίστοιχη με την πανδημία.
Μια δημοσιονομική ένεση άνω του $1 τρισ. θα αύξανε απότομα τη διαθέσιμη αγοραστική δύναμη εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών. Ο Marc Goldwein του Committee for a Responsible Federal Budget εκτίμησε ότι το πρόσθετο χρήμα στην οικονομία θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον πληθωρισμό.
Αυτό θα δημιουργούσε ένα σοβαρό δίλημμα για τη Federal Reserve. Μια νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού θα μπορούσε να καθυστερήσει τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής ή να διατηρήσει τα επιτόκια υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Και οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν στη Fed. Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, το κόστος εταιρικού δανεισμού και οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων θα μπορούσαν επίσης να δεχθούν ανοδικές πιέσεις.
Το χρέος έχει ήδη ξεπεράσει τα $40 τρισ.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2026 το συνολικό ακαθάριστο αμερικανικό δημόσιο χρέος είχε ξεπεράσει τα $40 τρισ. Το ακόμη πιο σημαντικό στοιχείο όμως βρίσκεται στο κόστος αυτού του χρέους.
Καθώς παλαιότερο χρέος που είχε εκδοθεί την εποχή των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων λήγει και αναχρηματοδοτείται με πολύ υψηλότερο κόστος, η επιβάρυνση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού αυξάνεται ακόμη και χωρίς νέες μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Αυτό είναι που κάνει το Trump μέρισμα πολύ διαφορετικό από μια απλή προεκλογική παροχή.
Το αμερικανικό Δημόσιο δεν χρειάζεται μόνο να βρει $1,2 τρισ. σήμερα. Θα πρέπει να πληρώνει τόκους πάνω στο πρόσθετο χρέος και τα επόμενα χρόνια, εφόσον το πρόγραμμα χρηματοδοτηθεί μέσω δανεισμού.
Και οι αγορές ήδη στέλνουν προειδοποίηση
Η πρόταση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων βρίσκονται ήδη σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και οι αγορές παρακολουθούν ολοένα στενότερα τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ.
Αυτό αλλάζει τη φύση του προβλήματος. Όταν τα επιτόκια βρίσκονταν κοντά στο μηδέν, μια πρόσθετη αύξηση του χρέους ήταν σχετικά φθηνή. Όταν όμως το Δημόσιο πρέπει να δανείζεται με πολύ υψηλότερες αποδόσεις, κάθε νέο τρισεκατομμύριο χρέους παράγει έναν πολύ μεγαλύτερο μελλοντικό λογαριασμό τόκων.
Και όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων πρέπει να κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση παλαιότερων υποχρεώσεων αντί σε παραγωγικές δημόσιες δαπάνες.
Δεν αρκεί μια υπογραφή του Trump
Υπάρχει και ένα σημαντικό θεσμικό εμπόδιο. Ο πρόεδρος δεν μπορεί απλώς να αποφασίσει ότι το αμερικανικό Δημόσιο θα δαπανήσει $1,2 τρισ. Η εξουσία της ομοσπονδιακής δαπάνης ανήκει στο Κογκρέσο και επομένως η υλοποίηση της εξαγγελίας θα απαιτούσε νομοθετική έγκριση.
Αυτό εξηγεί γιατί η αντίδραση ορισμένων Ρεπουμπλικανών ήταν μάλλον ψυχρή. Μέλη του κόμματος έχουν εκφράσει φόβους ότι μια τόσο μεγάλη μεταβίβαση θα επιδείνωνε τόσο τον πληθωρισμό όσο και τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.
Υπάρχει άλλωστε ένα εμφανές παράδοξο. Από τη μία πλευρά, οι Ρεπουμπλικανοί ζητούν περιορισμό των κρατικών δαπανών και μείωση του ελλείμματος.
Από την άλλη, η σημαντικότερη ίσως προεκλογική εξαγγελία του Trump θα μπορούσε να προσθέσει πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια στις ομοσπονδιακές ανάγκες χρηματοδότησης.
Από το DOGE μέρισμα στο Trump μέρισμα
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Trump προτείνει άμεσες πληρωμές προς τους Αμερικανούς. Κατά τη δεύτερη θητεία του είχε ήδη υποστηρίξει την ιδέα ενός "DOGE μερίσματος", μέσω του οποίου μέρος των υποτιθέμενων εξοικονομήσεων από τις περικοπές του Department of Government Efficiency θα επέστρεφε στους πολίτες.
Είχε επίσης μιλήσει για επιστροφή μέρους των εσόδων από τους δασμούς. Οι προηγούμενες αυτές ιδέες δεν μετατράπηκαν σε ολοκληρωμένο πρόγραμμα που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο.
Το Trump μέρισμα των $5.000 όμως είναι διαφορετικό.
Για πρώτη φορά η υπόσχεση συνδέθηκε τόσο καθαρά με το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης εκλογικής αναμέτρησης: διατηρήστε τους Ρεπουμπλικανούς στην εξουσία και θα πάρετε $5.000.
Η πολιτική οικονομία των $5.000
Αυτό ίσως είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης. Η δημοσιονομική πολιτική μετατρέπεται απευθείας σε εκλογικό προϊόν.
Ο ίδιος ο Trump υπερασπίστηκε την πρόταση χαρακτηρίζοντας την πληρωμή "ανταμοιβή" και υποστηρίζοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη θα επιτρέψει τη χρηματοδότησή της. Αλλά ένα κράτος δεν είναι επιχείρηση.
Και το ομοσπονδιακό Δημόσιο των ΗΠΑ δεν διαθέτει κέρδη προς διανομή στους "μετόχους" του. Διαθέτει μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος άνω των $40 τρισ. Επομένως, χωρίς ισόποσα νέα έσοδα ή περικοπές δαπανών, το λεγόμενο "μέρισμα" δεν θα προέρχεται από κάποιο συσσωρευμένο κέρδος.
Θα προέρχεται ουσιαστικά από νέο δημόσιο δανεισμό.
Το ερώτημα: Πόσο από το $5.000 παραμένει τελικά πραγματικό όφελος;
Ποιος λοιπόν πληρώνει τα $5.000; Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ειρωνεία. Ο Αμερικανός πολίτης μπορεί πράγματι να λάβει μια επιταγή $5.000. Αλλά η οικονομία δεν σταματά τη στιγμή που κατατίθενται τα χρήματα στον λογαριασμό του.
Εάν η πληρωμή χρηματοδοτηθεί με περισσότερο χρέος, η κυβέρνηση θα πρέπει να δανειστεί περισσότερο. Εάν αυξηθούν οι αποδόσεις των Treasuries, αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου αλλά και ολόκληρης της οικονομίας.
Εάν η πρόσθετη ζήτηση ενισχύσει τον πληθωρισμό, μειώνεται η πραγματική αξία του εισοδήματος.
Και εάν η Fed αναγκαστεί να διατηρήσει υψηλότερα επιτόκια, ο ίδιος πολίτης μπορεί να πληρώσει περισσότερα για το στεγαστικό του δάνειο, την πιστωτική του κάρτα ή τη χρηματοδότηση του αυτοκινήτου του.
Το δωρεάν χρήμα δεν είναι ποτέ δωρεάν
Το "Trump dividend" είναι μία εξαιρετικά ισχυρή πολιτική υπόσχεση ακριβώς επειδή μετατρέπει μια περίπλοκη συζήτηση για οικονομική ανάπτυξη, δασμούς και δημόσια οικονομικά σε έναν αριθμό που καταλαβαίνουν όλοι: $5.000.
Αλλά η οικονομική πολιτική δεν τελειώνει στην έκδοση μιας επιταγής. Εάν τα χρήματα προέρχονται από πραγματικό δημοσιονομικό πλεόνασμα, το κράτος μπορεί πράγματι να επιστρέψει μέρος του στους πολίτες. Εάν όμως το κράτος έχει ήδη τεράστιο έλλειμμα, τότε το "μέρισμα" πρέπει να χρηματοδοτηθεί από κάπου.
Και στην περίπτωση των ΗΠΑ του 2026, αυτό το "κάπου" πιθανότατα σημαίνει περισσότερο χρέος - εκτός εάν προηγηθούν τεράστιες περικοπές δαπανών ή βρεθούν νέες πηγές εσόδων.
Οι Αμερικανοί μπορεί λοιπόν κάποια στιγμή να δουν $5.000 στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσα από αυτά θα έχουν απομείνει όταν προστεθούν στον λογαριασμό ο πληθωρισμός, τα υψηλότερα επιτόκια και το κόστος εξυπηρέτησης ενός δημόσιου χρέους που ήδη ξεπερνά τα $40 τρισ.
Γιατί στην οικονομία υπάρχει ένας κανόνας που οι προεκλογικές εκστρατείες συχνά προτιμούν να ξεχνούν: κάθε επιταγή έχει και έναν πληρωτή.
Add comment
Comments