Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά σε ελεύθερη πτώση - και κανείς δεν ξέρει πώς να τη σταματήσει

Published on March 30, 2026 at 4:03 PM

Από την Πορτογαλία έως τη Δανία, προοδευτικοί και ψηφοφόροι της εργατικής τάξης απομακρύνονται από τα κεντροαριστερά κόμματα, τα οποία κατηγορούν ότι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση κόστους ζωής και επιμένουν σε μετριοπαθείς, κεντρώες πολιτικές.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης καταρρέουν - και οι ηγεσίες τους δεν φαίνεται να γνωρίζουν πώς να αναστρέψουν την τάση.

Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, τα κεντροαριστερά κόμματα, με ρίζες στα συνδικάτα και τη βιομηχανική εργατική τάξη, συγκαταλέγονταν στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Σήμερα, όμως, πολλά από αυτά είναι πολιτικά αγνώριστα - ή βρίσκονται σε δεινή κατάσταση.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι Σοσιαλδημοκράτες της Δανής πρωθυπουργού Mette Frederiksen, οι οποίοι την περασμένη εβδομάδα υπέστησαν σημαντική πτώση στις εθνικές εκλογές. Αν και το κόμμα συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους συνολικά, κατέγραψε το χειρότερο αποτέλεσμα από το 1903.

Ψηφοφόροι της εργατικής τάξης, απογοητευμένοι από την αδράνεια του κόμματος απέναντι στην κρίση κόστους ζωής, στράφηκαν προς το ακροδεξιό Danish People’s Party. Την ίδια στιγμή, αριστεροί ψηφοφόροι, δυσαρεστημένοι με την προθυμία της   Frederiksenνα συνεργαστεί με την κεντροδεξιά και να υιοθετήσει σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό, μετακινήθηκαν προς τους Πράσινους.

Ο Giacomo Filibeck, γενικός γραμματέας του των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών - του πανευρωπαϊκού φορέα που συγκεντρώνει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα - δήλωσε στο POLITICO ότι τα κακά αποτελέσματα οφείλονται στην "οργή" για τη διαχείριση της κρίσης ακρίβειας από την κυβερνώσα κεντροαριστερά. Το ζήτημα έγινε ακόμη πιο πιεστικό "λόγω του πολέμου στο Ιράν, που αύξησε τις τιμές της ενέργειας και άλλα", ανέφερε.

Ο Vagn Juhl-Larsen, τοπικός πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών στη Δανία, το έθεσε πιο ωμά: "Οι ψηφοφόροι δεν σέβονται ένα κόμμα που δεν εφαρμόζει τη δική του πολιτική", είπε, επικρίνοντας την ηγεσία για εγκατάλειψη των "κόκκινων" πολιτικών αξιών.

Η κατάσταση στη Δανία μόνο μεμονωμένη δεν είναι.



Μετά από 35 χρόνια αδιάλειπτης κυριαρχίας, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD) έχασε τον έλεγχο του βιομηχανικού κρατιδίου Rhineland-Palatinate στις περιφερειακές εκλογές της περασμένης εβδομάδας, όπου η συζήτηση επικεντρώθηκε στη στάσιμη οικονομία. Η ήττα αυτή ακολούθησε το βαρύ πλήγμα της 8ης Μαρτίου στο Baden-Württemberg, όπου το SPD συγκέντρωσε μόλις 5,5% των ψήφων.

Στη Γαλλία, εν τω μεταξύ, η κεντροαριστερά κατέκτησε σημαντικούς δήμους όπως το Παρίσι και τη Μασσαλία στις δημοτικές εκλογές αυτού του μήνα, ωστόσο παραμένει απούσα από το εθνικό πολιτικό επίπεδο. Την τελευταία δεκαετία, το άλλοτε κυρίαρχο Σοσιαλιστικό κόμμα έχει υποστεί τόσο μεγάλη πτώση, ώστε αναγκάστηκε να πουλήσει την ιστορική του έδρα για να αποπληρώσει χρέη, ενώ σήμερα ελέγχει μόλις 65 από τις 577 έδρες στην Εθνοσυνέλευση.

"Η κεντροαριστερά δεν φαίνεται να γνωρίζει ποιος είναι ο ρόλος της στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή", δήλωσε ο πολιτικός αναλυτής Rodrigo Vaz, πρώην αναπληρωτής ακόλουθος στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Πορτογαλίας στην ΕΕ. "Και αυτή η κρίση ταυτότητας την έχει οδηγήσει να υποστηρίζει πολιτικές που δεν διαφέρουν από εκείνες της κεντροδεξιάς - μια στρατηγική που δεν είναι ούτε σαφής ούτε ελκυστική για τους ψηφοφόρους".

Το δίλημμα του κέντρου

Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά οικοδομήθηκε πάνω στους βιομηχανικούς εργάτες, τα συνδικάτα και τις κοινότητες της εργατικής τάξης - μια κοινωνική βάση που άλλοτε ανέδειξε ηγέτες όπως ο Willy Brandt και ο François Mitterrand.

Όμως αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αποβιομηχάνιση έχει συρρικνώσει την παραδοσιακή εργατική τάξη, ενώ η συμμετοχή στα συνδικάτα έχει μειωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν έχουν ακόμη βρει μια συνεκτική απάντηση στις αλλαγές που έχουν επηρεάσει την παραδοσιακή εκλογική τους βάση.

"Η κεντροαριστερά δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας", δήλωσε ο Rodrigo Vaz. "Δεν υπάρχει σαφής αφήγηση για το πού στέκονται οι σοσιαλδημοκράτες σε ζητήματα όπως η αυτοματοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη ή το μέλλον της εργασίας".

Καθώς η εκλογική τους βάση συρρικνώνεται, πρόσθεσε, πολλά κεντροαριστερά κόμματα έχουν μετακινηθεί προς το κέντρο "σε μια κακώς υπολογισμένη και τελικά καταδικασμένη προσπάθεια να ικανοποιήσουν τους πάντες".

Ο αναλυτής σημείωσε ότι ο πρώην σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος της Γερμανίας, Olaf Scholz, "έπεσε στην παγίδα του κέντρου" κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του σε συνασπισμό με τους Πράσινους και του οικονομικά φιλελεύθερους Ελεύθερους Δημοκράτες την περίοδο 2021–2025, αποτυγχάνοντας να επιτύχει συμβιβασμούς σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η κλιματική κρίση και η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.

Ο Rodrigo Vaz εκτίμησε ότι ο πρωθυπουργός του Η.Β., Keir Starmer, διαπράττει ένα παρόμοιο λάθος, ακολουθώντας έναν "αναποτελεσματικό κεντρισμό" που απογοητεύει τους ψηφοφόρους οι οποίοι πλήττονται από την κρίση κόστους ζωής και τη διάβρωση του κοινωνικού κράτους.

"Οι ψηφοφόροι θέλουν σαφείς απαντήσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα, όπως το κόστος στέγασης", πρόσθεσε, επισημαίνοντας την πτώση του Σοσιαλιστικού κόμματος στην Πορτογαλία, το οποίο από την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2024 βρέθηκε να αντικαθίσταται ως κύρια αντιπολίτευση από το ακροδεξιό Chega την περασμένη χρονιά.

Ο Vaz υποστήριξε επίσης ότι ο νυν πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, António Costa, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Πορτογαλίας για οκτώ χρόνια, έχασε την ευκαιρία να προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να αντιμετωπίσει την εκτόξευση των τιμών κατοικίας. "Οι ιστορικοί ψηφοφόροι του κόμματος - η εργατική τάξη - δεν έχουν εξαφανιστεί· απλώς σταμάτησαν να το στηρίζουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στράφηκαν προς την άκρα δεξιά, η οποία εκμεταλλεύτηκε την οργή που προκάλεσε η κρίση ακρίβειας", ανέφερε.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα φαίνεται να αρχίζουν να ακούνε τους ψηφοφόρους.

Στη Γερμανία, ο αντικαγκελάριος και συμπρόεδρος του SPD, Lars Klingbeil, παρουσίασε την περασμένη Τετάρτη μια ομιλία μεταρρυθμίσεων, ανακοινώνοντας φοροελαφρύνσεις για το 95% των Γερμανών φορολογουμένων και αυξημένη φορολόγηση για τους πλουσιότερους.

Ο Tobias Cremer, Γερμανός σοσιαλδημοκράτης ευρωβουλευτής, δήλωσε ότι η ανακοίνωση αυτή υπαγορεύτηκε από τα απογοητευτικά αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών και δείχνει ότι το κόμμα είναι αποφασισμένο να δώσει απαντήσεις "στα βασικά ζητήματα της καθημερινότητας".

"Πρόκειται για την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και για τη μεταρρύθμιση της οικονομίας μας με τρόπο ώστε να καθορίζουμε εμείς τον τρόπο που εργαζόμαστε - όχι ο Λευκός Οίκος, ούτε το Κρεμλίνο, ούτε η Κίνα", πρόσθεσε.

Ο ευρωβουλευτής Tobias Cremer εκτίμησε ότι οι Σοσιαλδημοκράτες της Δανίας, που βρίσκονται στην εξουσία από το 2019, πιθανότατα θα είχαν υποστεί ακόμη βαρύτερη ήττα στις εκλογές, αν δεν υπήρχε η συμπάθεια των ψηφοφόρων που προκάλεσε η άρνηση της Mette Frederiksen να υποκύψει στις απειλές του Donald Trump για προσάρτηση της Γροιλανδίας.

"Οι σύντροφοί μας στη Δανία έκαναν εξαιρετική δουλειά - στην πραγματικότητα ανέκαμψαν σε πολλές δημοσκοπήσεις από μια πολύ πιο δύσκολη θέση", ανέφερε. "Όταν βρίσκεσαι στην κυβέρνηση για χρόνια, συχνά βρίσκεσαι σε δύσκολη κατάσταση. Εκείνοι έδειξαν ότι, τόσο με τη στάση τους απέναντι στον Τραμπ όσο και με την εσωτερική πολιτική, κατάφεραν να ανακτήσουν σημαντικό έδαφος".

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά γνωρίζει ότι δεν μπορεί να στηρίξει ολόκληρη την πολιτική της πλατφόρμα σε αντι-"MAGA" ρητορική. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο δρόμος προς τα εμπρός περνά μέσα από το παράδειγμα του πρωθυπουργού της Ισπανίας, Pedro Sánchez. Ξεχωρίζει ως ηγέτης ενός από τα λίγα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που παραμένουν δημοφιλή, εν μέρει επειδή έχει υιοθετήσει σαφή στάση σε προοδευτικά ζητήματα και έχει επιλέξει να κυβερνά σε συνεργασία με κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Υψηλόβαθμος αξιωματούχος της κυβέρνησης της Ισπανίας, που μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, δήλωσε ότι ενώ οι περισσότερες κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Ευρώπη έχουν "μετατραπεί σε μηχανισμούς διαχείρισης της εκάστοτε κρίσης" σε μια εποχή διαρκών αναταράξεων, οι κυβερνήσεις του Pedro Sánchez αξιοποίησαν προκλήσεις όπως η πανδημία Covid και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία για να προωθήσουν προοδευτικές πολιτικές, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και η ενίσχυση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

"Σχεδόν όλοι επικεντρώθηκαν στην αποκατάσταση του status quo", ανέφερε. "Εμείς αφοσιωθήκαμε στη μεταμόρφωσή του".

Ο πολιτικός επιστήμονας Pablo Simón, από το Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης, υποστήριξε ότι ο Σάντσεθ κατάφερε να προσελκύσει προοδευτικούς ψηφοφόρους "υιοθετώντας ζητήματα που ανέδειξαν πολιτικοί αντίπαλοι στα αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος, από την πράσινη ενέργεια και τον φεμινισμό μέχρι πιο φιλελεύθερες πολιτικές για τη μετανάστευση και την υπεράσπιση της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης".

Υιοθετώντας "ανοιχτές κοινωνικές αξίες με σχετικά προοδευτικά οικονομικά μέτρα", σημείωσε, οι Ισπανοί σοσιαλιστές έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα λίγα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κατάφεραν να διατηρήσουν τη στήριξη των ψηφοφόρων τους την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η στρατηγική υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του Σάντσεθ να παραμείνει στην εξουσία.

 

"Τα κόμματα στα αριστερά του καθίστανται περιττά", εξήγησε. "Αυτό μπορεί να του κοστίσει ακριβά στις επόμενες εκλογές, καθώς χωρίς αυτά θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει κυβερνητική πλειοψηφία".

 

Aitor Hernandez-Morales και Jacopo Barigazzi (Politico.eu)

Επιμέλεια/Απόδοση: Ε.Μ.

Add comment

Comments

There are no comments yet.