Με τον πόλεμο στο Ιράν να απειλεί να διακόψει τις ενεργειακές ροές για το προβλέψιμο μέλλον, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σοκ προσφοράς που απειλεί να παραλύσει τη βιομηχανία, να καθηλώσει τις αερομεταφορές, να εκτοξεύσει τις τιμές των τροφίμων, να αυξήσει το κόστος δανεισμού και να οδηγήσει τον πληθωρισμό ξανά σε επίπεδα κρίσης.
Καθώς τα τελευταία δεξαμενόπλοια με ορυκτά καύσιμα από τον Περσικό Κόλπο καταφθάνουν σε ευρωπαϊκά λιμάνια, το μέγεθος του πλήγματος που επίκειται φαίνεται να γίνεται αντιληπτό από τους ηγέτες της ηπείρου.
Αν ο πόλεμος παραταθεί, θα επιβαρύνει την ευρωπαϊκή οικονομία "σε βαθμό αντίστοιχο με αυτόν που βιώσαμε πρόσφατα κατά την πανδημία Covid ή στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία", δήλωσε τη Δευτέρα ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.
"Ζω με την πραγματικότητα αυτού του πολέμου και των συνεπειών του 24 ώρες το εικοσιτετράωρο", ανέφερε ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο στην εφημερίδα La Repubblica. "Αναγκάζομαι να γνωρίζω πράγματα που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ". Η σύγκρουση θα μπορούσε να διαρκέσει "χρόνια", προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, σε συνέντευξή της στο Economist. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, πρόσθεσε, είναι "πιθανότατα πέρα από ό,τι μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή".
Περίπου το 20% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που τροφοδοτούν την παγκόσμια οικονομία διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία το Ιράν έχει ουσιαστικά κλείσει, απειλώντας να επιτεθεί σε κάθε πλοίο που θα τα διασχίσει χωρίς την άδεια της Τεχεράνης. Την Τρίτη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απηύθυνε μήνυμα προς τις χώρες που αντιμετωπίζουν ελλείψεις καυσίμων λόγω του κλεισίματος των στενών: "Θα πρέπει να μάθετε να τα βγάζετε πέρα μόνοι σας", έγραψε στο Truth Social. "Τα δύσκολα έχουν γίνει. Πηγαίνετε να βρείτε το δικό σας πετρέλαιο!"
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είναι ζωτικής σημασίας για τις μεταφορές και τη θέρμανση, αλλά αποτελούν και τη βάση ολόκληρης της βιομηχανικής αλυσίδας εφοδιασμού, επηρεάζοντας την παραγωγή τροφίμων, τα πλαστικά, τα χημικά και τη γεωργία. Και αυτό χωρίς να υπολογίζονται ελλείψεις σε άλλα κρίσιμα υλικά λόγω του κλεισίματος των στενών, όπως τα λιπάσματα και το ήλιο, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή μικροτσίπ.
Μέχρι στιγμής, οι επιπτώσεις για τους Ευρωπαίους καταναλωτές έχουν περιοριστεί κυρίως στις τιμές των καυσίμων (καθώς και σε αύξηση της τιμής νέων κονσολών PlayStation, την οποία η Sony αποδίδει σε "πιέσεις στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον").
Το POLITICO παρουσιάζει τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή οικονομία, εφόσον παραταθεί αυτό που ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, έχει χαρακτηρίσει "τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια στην ιστορία".
Ελλείψεις
Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις - κυρίως το πετρελαϊκό σοκ μετά το εμπάργκο του ΟΠΕΚ το 1973 και το σοκ στο φυσικό αέριο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 - η τρέχουσα αναταραχή επηρεάζει εξίσου όλες τις μορφές ενέργειας, από το αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έως τα διυλισμένα προϊόντα, όπως τα καύσιμα αεροσκαφών και το ντίζελ.
"Οι αγορές βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με ένα σενάριο που συζητούνταν επί χρόνια θεωρητικά, αλλά σπάνια θεωρούνταν ρεαλιστική πιθανότητα - την ουσιαστική διακοπή λειτουργίας του σημαντικότερου ενεργειακού “λαιμού μπουκαλιού” στον κόσμο", δήλωσε η Άνα Μαρία Τζάλερ-Μακαρέβιτς, επικεφαλής αναλύτρια ενέργειας για την Ευρώπη στο Institute for Energy Economics and Financial Analysis. Όπως σημείωσε, ενώ οι κρίσεις της δεκαετίας του 1970 επηρέασαν περίπου το 7% της παγκόσμιας προσφοράς, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επηρεάζει το 20%.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, αξιωματούχοι της ΕΕ εκτιμούσαν ότι το μπλοκ θα αποφύγει σοβαρές ελλείψεις, χάρη στη σχετικά περιορισμένη εξάρτησή του από τον Περσικό Κόλπο, από τον οποίο προμηθευόταν μόλις το 6% του αργού πετρελαίου και λιγότερο από το 10% του φυσικού αερίου. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που επισημαινόταν σε αλλεπάλληλες υπουργικές και τεχνικές συσκέψεις ήταν η άνοδος των τιμών.
Η ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης σπάνια αμφισβητούνταν, με αξιωματούχους να επισημαίνουν τις διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας πέραν του Περσικού Κόλπου - από τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία, το Αζερμπαϊτζάν και την Αλγερία. Όπως έλεγαν, ο βασικός κίνδυνος ήταν η παρατεταμένη διάρκεια της σύγκρουσης - μόνο τότε θα προέκυπτε σοβαρό ζήτημα επάρκειας.
Καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στην πέμπτη εβδομάδα, οι φόβοι αυτοί αρχίζουν να επιβεβαιώνονται. Μία άμεση ανησυχία είναι ότι οι ασιατικές χώρες, οι οποίες πριν από τον πόλεμο εξαρτώνταν από τον Κόλπο για περίπου το 80% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου τους, αρχίζουν να ανεβάζουν τις τιμές καθώς ανταγωνίζονται για τις μειούμενες ποσότητες. Αυτό έχει οδηγήσει εμπόρους με πιο ευέλικτα συμβόλαια να στρέφονται προς την Ασία για να εκμεταλλευτούν τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους, απομακρυνόμενοι από την ευρωπαϊκή αγορά.
Σύμφωνα με τον Σαρλ Κοστερούς, ανώτερο αναλυτή ενέργειας στη ναυτιλιακή συμβουλευτική Kpler, 11 δεξαμενόπλοια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) με σημαία ΗΠΑ και Νιγηρίας ανακατευθύνθηκαν τις τελευταίες ημέρες από την Ευρώπη προς την Ασία. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να φτάσει στην Ευρώπη και το τελευταίο φορτίο LNG από το Κατάρ, όπως ανέφερε.
Με σχεδόν όλους τους παγκόσμιους προμηθευτές να λειτουργούν στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αρχίζουν να "συνειδητοποιούν ότι οι ποσότητες LNG στις οποίες βασίζονταν δεν κατευθύνονται τελικά προς την Ευρώπη όπως αναμενόταν", δήλωσε η Τζάλερ-Μακαρέβιτς. "Δεν υπάρχει ουσιαστικά απόθεμα ασφαλείας. Δεν υπάρχει περιθώριο προστασίας". Όπως πρόσθεσε, η Ευρώπη θα αρχίσει να αισθάνεται τις επιπτώσεις "τον επόμενο μήνα" - ίσως και μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
"Το χειρότερο δυνατό σενάριο είναι τα Στενά του Ορμούζ να παραμείνουν κλειστά για τουλάχιστον έναν ακόμη μήνα", σε συνδυασμό με περαιτέρω επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, συμφώνησε στέλεχος μεγάλης εταιρείας εισαγωγής LNG, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας. Το ίδιο στέλεχος επισήμανε πάντως ότι οι υψηλότερες τιμές ενδέχεται μακροπρόθεσμα να ενισχύσουν την παραγωγή, οδηγώντας τελικά σε εξισορρόπηση της παγκόσμιας προσφοράς.
Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, το ίδιο στέλεχος προειδοποίησε ότι οι τιμές θα μπορούσαν να παραμείνουν δομικά υψηλότερες - ίσως και μόνιμα.
Το ίδιο ισχύει και για τα πετρελαϊκά προϊόντα. Παρότι η ΕΕ προμηθεύεται ελάχιστο αργό πετρέλαιο από τον Κόλπο, εξαρτάται από την περιοχή για περισσότερο από το 40% των διυλισμένων προϊόντων της - συμπεριλαμβανομένου του ντίζελ και των καυσίμων αεροσκαφών. "Αν τα Στενά παραμείνουν κλειστά, ουσιαστικά δεν υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές", δήλωσε ο Χομαγιούν Φαλακσάχι, αναλυτής πετρελαίου στην εταιρεία ερευνών αγοράς ICIS. Όπως πρόσθεσε, οι χρηματοπιστωτικές αγορές εκτιμούν ότι το κλείσιμο θα διαρκέσει μόνο δύο ή τρεις εβδομάδες. Αν όμως "παραμείνει περισσότερο, θα δούμε υψηλότερες τιμές - και αυτό θα μεταφραστεί σε βαθύτερη οικονομική κρίση".
Η τιμή αναφοράς του πετρελαίου υποχώρησε πρόσκαιρα, όταν οι ανεπτυγμένες χώρες συμφώνησαν σε ιστορική αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών στις αρχές Μαρτίου. Έκτοτε, ωστόσο, οι τιμές έχουν επιστρέψει σε ανοδική πορεία.
Καταστροφή ζήτησης
Η πιο άμεση επίπτωση της περιορισμένης προσφοράς είναι ήδη ορατή: υψηλότερες τιμές στα καύσιμα. Η άνοδος των τιμών του αργού μεταφέρεται απευθείας στο κόστος για τους καταναλωτές. Η βενζίνη Euro Super 95, βασικός δείκτης τιμών στην ΕΕ, αυξήθηκε κατά περίπου 15% μεταξύ 23 Φεβρουαρίου και 23 Μαρτίου, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επιχειρήσει να συγκρατήσουν τις τιμές, μειώνοντας φόρους στα καύσιμα και προειδοποιώντας κατά της αισχροκέρδειας. Ωστόσο, εάν δεν υπάρξουν νέες ροές προμηθειών, ενδέχεται να αναγκαστούν να καταφύγουν σε ένα αντιδημοφιλές μέτρο: τη μείωση της ζήτησης.
Ήδη, ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιέργκενσεν κάλεσε τις κυβερνήσεις, σε επιστολή που είδε πρώτο το POLITICO, να περιορίσουν τη χρήση μεταφορών ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια κρίσιμων προμηθειών ντίζελ και καυσίμων αεροπορίας από τον Κόλπο. Η επιστολή, με αναφορές σε Κυριακές χωρίς αυτοκίνητα και δελτίο καυσίμων, παραπέμπει στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Ορισμένοι προειδοποιούν ακόμη και για "ενεργειακά lockdown" τύπου Covid.
Με δεδομένο ότι τα καύσιμα αποτελούν το μεγαλύτερο κόστος για την πτήση ενός αεροσκάφους, ο κλάδος των αερομεταφορών είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε ένα ενεργειακό σοκ. Από τη στιγμή που έπεσαν οι πρώτες βόμβες στο Ιράν, η τιμή των καυσίμων αεροσκαφών στην Ευρώπη έχει υπερδιπλασιαστεί, ξεπερνώντας τα 1.700 δολάρια ανά μετρικό τόνο - επίπεδα ρεκόρ. Αν και την τελευταία εβδομάδα σημείωσε μικρή υποχώρηση, οι ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες αναγκάστηκαν να αυξήσουν τις τιμές.
"Πρόκειται για διπλό πλήγμα, τόσο από τη μείωση της διυλιστικής ικανότητας όσο και από την παραγωγή αργού", δήλωσε ο γενικός διευθυντής της IATA, Γουίλι Γουόλς. "Δεν υπάρχει τρόπος ο κλάδος να απορροφήσει αυτή την αύξηση, επομένως οι τιμές θα ανέβουν".
Ορισμένες ασιατικές αεροπορικές εταιρείες έχουν ήδη προχωρήσει σε δραστικά μέτρα, όπως περικοπές δρομολογίων. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με γερμανικά μέσα ενημέρωσης, ο όμιλος Lufthansa εξετάζει το ενδεχόμενο να καθηλώσει προσωρινά 20 έως 40 αεροσκάφη λόγω της κρίσης στα καύσιμα, κάτι που θα μείωνε τη χωρητικότητα θέσεων κατά 2,5% έως 5%. Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί, ορισμένοι ταξιδιώτες ενδέχεται να ακυρώσουν τις διακοπές τους και κάποιοι μετανάστες να χάσουν οικογενειακές στιγμές.
"Ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στις αγορές της Ανατολής αποτελεί κατά κάποιον τρόπο προεπισκόπηση όσων ενδέχεται να ακολουθήσουν στις ευρωπαϊκές αγορές", δήλωσε ο Τζορτζ Σο, ανώτερος αναλυτής πετρελαίου στην Kpler.
Βιομηχανική κάμψη
Οι επιπτώσεις έχουν ήδη αρχίσει να διαχέονται στη βιομηχανία της Ευρώπης. Είναι εμφανείς σε αυτό που η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει αποκαλέσει "βιομηχανία των βιομηχανιών" - τον ενεργοβόρο κλάδο των χημικών, που στηρίζει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγής.
"Οι αυξήσεις κόστους που αντιμετωπίζουμε - από την αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων, τις εκτινάξεις στις τιμές πρώτων υλών και τη διαρκή άνοδο της ενέργειας - είναι σημαντικές και πρέπει να αποτυπωθούν στις τιμές μας", δήλωσε εκπρόσωπος του γερμανικού κολοσσού Covestro.
Ο Αντόλφο Αϊέλο, αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Eurofer, που εκπροσωπεί τη βιομηχανία χάλυβα, σημείωσε ότι είναι ακόμη νωρίς για πλήρη αποτίμηση των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν. "Ο κίνδυνος όμως είναι σαφής", τόνισε.
"Η μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας αποτελεί πλέον έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τις βιομηχανικές επενδύσεις στην Ευρώπη", είπε. "Χωρίς σταθερές και ανταγωνιστικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, οι επενδυτικές αποφάσεις - ακόμη και για “πράσινο” χάλυβα - γίνονται ολοένα και πιο δύσκολο να δικαιολογηθούν".
Καθώς αυξάνονται οι τιμές βασικών εισροών, οι επιπτώσεις μεταφέρονται γρήγορα σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής.
Και αυτό χωρίς να συνυπολογίζονται οι αυξήσεις στο κόστος άλλων παραγώγων του πετρελαίου, όπως τα λιπάσματα, τα πλαστικά και ακόμη και το ήλιο - βασικό υλικό για την κατασκευή μικροτσίπ. Τα πλαστικά είναι "ιδιαίτερα εκτεθειμένα σε διαταραχές της προσφοράς, καθώς εξαρτόμαστε σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου τόσο για ενέργεια όσο και για πρώτες ύλες", δήλωσε η γενική διευθύντρια της PlasticsEurope, Βιρτζίνια Γιάνσενς.
Το ίδιο ισχύει και για τους παραγωγούς λιπασμάτων, οι οποίοι ήδη πιέζονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας στην ΕΕ. "Οι τρέχουσες εξελίξεις εντείνουν περαιτέρω το κόστος των αζωτούχων λιπασμάτων, όπου η ενέργεια αντιστοιχεί περίπου στο 60%-80% του λειτουργικού κόστους", ανέφερε ο Λούκας Παστέρσκι από την Fertilizers Europe. "Δεδομένου ότι οι αγορές λιπασμάτων είναι παγκόσμιες, οι διαταραχές οπουδήποτε στο σύστημα έχουν άμεσες επιπτώσεις στο κόστος".
Στασιμοπληθωρισμός
Οι αυξήσεις τιμών στη γεωργία, τις μεταφορές και τη βιομηχανία θα πιέσουν ταυτόχρονα τις επιχειρήσεις, αναγκάζοντάς τες να μετακυλήσουν το κόστος στους καταναλωτές. Έτσι επανέρχεται ο κίνδυνος του πληθωρισμού - μόλις 18 μήνες μετά τη διακήρυξη "νίκης" από τις κεντρικές τράπεζες έναντι του προηγούμενου ενεργειακού σοκ.
Όπως προειδοποίησε ο επίτροπος Οικονομίας της ΕΕ, Βάλντις Ντομπρόβσκις, η νέα αυτή φάση ενδέχεται να προσομοιάζει περισσότερο με στασιμοπληθωρισμό - τον συνδυασμό χαμηλής ανάπτυξης και υψηλών τιμών που έπληξε σοβαρά την οικονομία τη δεκαετία του 1970 και παραδοσιακά είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι ο πόλεμος θα περιορίσει την ανάπτυξη της ΕΕ στο 1% φέτος. Παράλληλα, αναμένεται άνοδος του πληθωρισμού, που ενδέχεται να οδηγήσει την ΕΚΤ σε αύξηση των επιτοκίων, επιβαρύνοντας περαιτέρω την οικονομία, τα στεγαστικά δάνεια και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Αυτό δημιουργεί πίεση όχι μόνο για καταναλωτές και επιχειρηματίες, αλλά και για τα κράτη. Το υψηλό δημόσιο χρέος που συσσωρεύτηκε σε προηγούμενες κρίσεις γίνεται ακριβότερο στη διαχείριση, ενώ τα περιορισμένα περιθώρια νέου δανεισμού ενδέχεται να οδηγήσουν σε περικοπές δημόσιων δαπανών.
Ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε σήμερα, θα απαιτούνταν περίπου ένας χρόνος για να επανέλθει η οικονομία σε κανονικούς ρυθμούς, δήλωσε ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ. Όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο εντονότερες θα είναι οι συνέπειες.
Προς το παρόν, καθώς τα τελευταία δεξαμενόπλοια από τον Κόλπο ολοκληρώνουν την εκφόρτωσή τους αυτή την εβδομάδα, ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα για τους ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Η Ευρώπη έχει εβδομάδες - όχι μήνες - για να προετοιμαστεί για ένα πλήγμα που μπορεί να αναδιαμορφώσει την οικονομία της για μια ολόκληρη γενιά.
"Κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει η κρίση, αλλά είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι δεν θα είναι σύντομη", δήλωσε ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιέργκενσεν. "Ακόμη και αν υπήρχε ειρήνη αύριο, οι συνέπειες θα παραμείνουν, καθώς οι ενεργειακές υποδομές στην περιοχή έχουν υποστεί - και συνεχίζουν να υφίστανται - καταστροφές από τον πόλεμο".
Add comment
Comments