Μελέτη για 147 εκλογές σε 22 οικονομίες του ΟΟΣΑ δείχνει ότι ο συστημικός κίνδυνος δεν περιορίζεται στην εκλογική βραδιά: αυξάνεται κατά τη διάρκεια και μετά την ψηφοφορία και μπορεί να παραμείνει υψηλός έως και έναν χρόνο.

Από την Tracy Walsh | The Conversation
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Κίρκη | Greece2Day
Οι πρόσφατες εκλογές στη Βραζιλία και στο Ισραήλ οδήγησαν σε διαφορετικά πολιτικά αποτελέσματα. Στη Βραζιλία, η οριακή και τελικά απρόσμενη νίκη του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών τού επέτρεψε να παραμείνει στην εξουσία. Στο Ισραήλ, αντίθετα, το αμφίρροπο εκλογικό αποτέλεσμα άφησε ανοιχτό το ερώτημα για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Και στις δύο χώρες, οι πολιτικές εξελίξεις είναι πιθανό να επηρεάσουν τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων.
Για μεγάλο διάστημα, οι ειδικοί στα χρηματοοικονομικά θεωρούσαν ότι οι εκλογές προκαλούν κυρίως σύντομες περιόδους νευρικότητας στα εθνικά χρηματιστήρια. Προηγούμενα στοιχεία δείχνουν ότι η επίδραση της πολιτικής αβεβαιότητας συγκεντρώνεται συχνά γύρω από την εκλογική περίοδο, με πρόσκαιρες αυξήσεις στη μεταβλητότητα των αγορών. Ωστόσο, μελέτη του 2026, η οποία εξετάζει 147 εθνικές εκλογές σε 22 οικονομίες του ΟΟΣΑ από το 2000 έως το 2023, αποκαλύπτει μια βαθύτερη και πιο μακροχρόνια επίδραση.
Για να την κατανοήσουμε, χρειάζεται πρώτα να εξηγήσουμε έναν βασικό όρο του τραπεζικού τομέα: τον συστημικό κίνδυνο. Πρόκειται για τον χρηματοπιστωτικό αντίστοιχο του φαινομένου του ντόμινο: τον κίνδυνο ένα πλήγμα σε ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή σε έναν κλάδο να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρο το σύστημα.
Αυτό συνέβη σε μεγάλη κλίμακα κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Τότε, τα προβλήματα λίγων ισχυρά διασυνδεδεμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων απείλησαν να συμπαρασύρουν ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα. Χρειάστηκε εκτεταμένη κρατική παρέμβαση για να αποτραπεί η κατάρρευση.
Πώς επηρεάζουν οι εκλογές τον συστημικό κίνδυνο
Τα ευρήματά της μελέτης δείχνουν ότι ο συστημικός κίνδυνος ακολουθεί σε γενικές γραμμές μια καμπύλη σε σχήμα καμπάνας: υποχωρεί πριν από τις προγραμματισμένες εκλογές, αλλά αυξάνεται κατά τη διάρκειά τους και μετά την ψηφοφορία. Η άνοδος μπορεί να διατηρηθεί έως και 12 μήνες, ιδίως όταν η απερχόμενη κυβέρνηση χάνει την εξουσία. Η προσωρινή ηρεμία πριν από τις εκλογές ενδέχεται να εξηγείται εν μέρει από τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες που στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις μπορεί να έχουν κίνητρο να περιορίσουν τη δημοσιοποίηση αρνητικών πληροφοριών για την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση.
Η μελέτη υποδηλώνει ότι η πολιτική συνέχεια μπορεί να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα για τη σταθερότητα του εθνικού τραπεζικού συστήματος. Η πρόσφατη εμπειρία της Βραζιλίας, ωστόσο, δείχνει ότι η συνέχεια στην εξουσία δεν καθησυχάζει αυτομάτως τους επενδυτές. Ο Λούλα ανέτρεψε το προβάδισμα άνω των δύο εκατομμυρίων ψήφων που είχε αποκτήσει ο αντίπαλός του στον πρώτο γύρο και εξασφάλισε την επανεκλογή του. Ήταν η πρώτη φορά από την επιστροφή της Βραζιλίας στη δημοκρατία το 1985 που πρόεδρος κατάφερε να ανατρέψει την ήττα του στον πρώτο γύρο. Το αποτέλεσμα αιφνιδίασε τις αγορές, καθώς αρκετοί επενδυτές είχαν προετοιμαστεί για την ανάληψη της προεδρίας από τον αντίπαλό του, Φλάβιο Μπολσονάρου.
Στις 26 Οκτωβρίου, την επομένη του δεύτερου γύρου, ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης της Βραζιλίας υποχώρησε κατά 13,9%, ενώ το νόμισμα της χώρας έχασε 8,1% έναντι του δολαρίου. Την επόμενη ημέρα καταγράφηκε μικρή ανάκαμψη, με τις μετοχές να κερδίζουν περίπου 1%. Η άμεση αντίδραση των αγορών δεν δείχνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη τραπεζική κρίση στη Βραζιλία. Το αν το αρχικό πλήγμα θα εξελιχθεί σε ευρύτερη χρηματοπιστωτική αστάθεια θα εξαρτηθεί από το πώς θα το απορροφήσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι δανειολήπτες.
Αδιέξοδο στο Ισραήλ και παρατεταμένη αβεβαιότητα
Η μελέτη διαπιστώνει επίσης ότι οι εκλογές χωρίς σαφή νικητή αυξάνουν τον συστημικό κίνδυνο, καθώς αφήνουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα πολιτικής, όπως ο προϋπολογισμός και η ρύθμιση της οικονομίας. Το Ισραήλ αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια δυσκολίες στον σχηματισμό σταθερών κυβερνητικών συνασπισμών. Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου δεν έδωσαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε εκφράσει ανοιχτά τη στήριξή του στον απερχόμενο πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ορισμένοι επενδυτές, ωστόσο, είχαν τοποθετηθεί με βάση το ενδεχόμενο αλλαγής κυβέρνησης. Το ασαφές αποτέλεσμα προκάλεσε αναστάτωση στις αγορές, οι οποίες ανέμεναν σαφέστερη πολιτική έκβαση.
Κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου, την επομένη των εκλογών, οι ισραηλινές μετοχές υποχώρησαν περίπου 3%. Το σέκελ εξασθένησε επίσης κατά περίπου 2% έναντι του δολαρίου, ενώ η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου αυξήθηκε σχεδόν κατά πέντε μονάδες βάσης, στο 4,13% - ένδειξη υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Τέλος, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι πρόωρες εκλογές συνδέονται με μεγαλύτερες αυξήσεις του συστημικού κινδύνου. Το Ισραήλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: από το 2000 έως το 2023 διεξήγαγε δέκα εκλογικές αναμετρήσεις, επτά από τις οποίες ήταν πρόωρες. Πέντε πρόωρες εκλογές πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της πολιτικής κρίσης του 2018–2022.
Πώς μπορεί να περιοριστεί το πλήγμα
Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και η υψηλή εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση μπορούν να περιορίσουν τις χρηματοπιστωτικές συνέπειες των εκλογών, καθώς λειτουργούν ως ανάχωμα για το τραπεζικό σύστημα. Καθοριστικό ρόλο έχουν και οι μακροπροληπτικές πολιτικές: τα ρυθμιστικά μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με την ενίσχυση των δικλίδων ασφαλείας, όπως τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών, οι εποπτικές αρχές μπορούν να βοηθήσουν το σύστημα να απορροφήσει τους πολιτικούς κραδασμούς.
Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι τα πολιτικά κίνητρα για τόνωση του δανεισμού πριν από μια εκλογή μπορεί να οδηγήσουν σε χαλάρωση αυτών των δικλίδων. Έτσι, τα χρηματοπιστωτικά συστήματα γίνονται πιο ευάλωτα σε μεταγενέστερα πλήγματα. Στην Τουρκία και την Ινδία, για παράδειγμα, κυβερνήσεις έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν κρατικές τράπεζες για να επεκτείνουν επιθετικά την καταναλωτική και στεγαστική πίστη πριν από εκλογές με αβέβαιη έκβαση. Η πολιτική αυτή μπορεί να ενισχύσει βραχυπρόθεσμα την οικονομική δραστηριότητα και να αυξήσει τη δημοτικότητα της κυβέρνησης, αφήνει όμως συχνά πίσω της περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και μεγαλύτερη αστάθεια.
Οι εκλογές δεν είναι μόνο πολιτικά γεγονότα· λειτουργούν και ως μακροοικονομικοί κραδασμοί. Το χρηματιστήριο μπορεί να καταγράψει πρόσκαιρη μεταβλητότητα την εκλογική βραδιά. Η ουσιαστική δοκιμασία, όμως, αφορά τον συστημικό κίνδυνο που μπορεί να παραμείνει στον τραπεζικό τομέα επί μήνες. Στη Βραζιλία, ο Λούλα εξασφάλισε τελικά από τους ψηφοφόρους μια τέταρτη προεδρική θητεία. Για να ενισχυθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα μετά το απρόσμενο αποτέλεσμα, θα χρειαστεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών. Αυτό προϋποθέτει ένα αξιόπιστο δημοσιονομικό σχέδιο που θα εξηγεί πώς θα χρηματοδοτηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις και θα θέτει το δημόσιο χρέος σε βιώσιμη τροχιά.
Στο Ισραήλ, οι προοπτικές σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης παραμένουν αβέβαιες. Ακόμη και αν σχηματιστεί κυβέρνηση, ενδέχεται να προσφέρει περιορισμένη καθησύχαση στις αγορές, όσο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να δημιουργεί κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τόσο στο Ισραήλ όσο και διεθνώς.

Add comment
Comments