Ας υποθέσουμε ότι ένας “καλλιτέχνης” της κατωτάτης υποστάθμης αποφασίζει να “δανειστεί” ένα έργο του Μάνου Χατζιδάκι ή του Mάιλς Ντέιβις - και να το ερμηνεύσει σε ένα σκυλάδικο της εθνικής οδού ή σε ένα πανηγύρι στη Βόρειο Ελλάδα.
Γιατί; Για να πάρει κάτι από τη δόξα του συνθέτη; Για να το κοροϊδέψει κι έτσι να προσελκύσει μεγαλύτερο κοινό; Υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι το κοινό του ξέρει το κομμάτι ή ότι μπορεί να διασκεδάσει με το άκουσμα;
Αν η Εφη Θώδη τραγουδήσει κάτι που συνέθεσε ένας μεγάλος συνθέτης μας, ο οποίος συνεργάστηκε ακόμα και με τον Φλωρινιώτη, υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι θα “υποστεί βλάβη το έργο του”; Και τι έγινε αν δεν το πει ωραία;
Φαντάζεται κανείς τους απογόνους του Prince και του Τζορτζ Μάικλ (ή του Τζον Μπάρι, αν θέλετε κάτι λιγότερο ποπ), να κυνηγούν στο παγκοσμιοποιημένο χωριό μας, ποια τραγουδίστρια ή ορχήστρα μπορεί να ερμηνεύσει “προσβλητικά” τα έργα τους;
Ή μήπως ο Μάνος Χατζιδάκις είναι πιο σημαντικός συνθέτης από όλους αυτούς;
Η όλη υπόθεση μυρίζει αφόρητο επαρχιωτισμό. Στον ωκεανό της μουσικής, σε όλη την υφήλιο, όσοι έχουν δικαιώματα των μουσικών έργων δεν θα έπρεπε να επιτηρούν αν κάτι τους αρέσει ή δεν τους αρέσει από τη χρήση των κομματιών τους. Η εμμονή να εκτελούνται τα κομμάτια μόνον με τον τρόπο που εσύ εγκρίνεις, είναι μια ματαιότητα που βλάπτει τη μουσική.
Διαβάστε ακόμα: Σε ποιον ανήκει μια καλλιτεχνική δημιουργία;
Είναι αυτονόητο ότι κανείς δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται εμπορικά το έργο του άλλου, χωρίς να προστατεύονται τα πνευματικά δικαιώματα (άλλη πονεμένη ιστορία και αυτή). Αλλά μέχρις εκεί. Το έργο του κάθε δημιουργού είναι κατατεθειμένο δημόσια, με τον τρόπο που το ήθελε και με τις ηχογραφήσεις που επιθυμούσε.
Άπαξ και δημοσιοποιηθεί, γίνεται γνωστό παντού (και τι αγώνα κάνει, για να γίνει γνωστό). Δεν “παθαίνει” κάτι, ούτε μειώνεται, αν κάποιος δεν το σεβαστεί ή δεν μπορεί να το διεκπεραιώσει, σε μια άλλη εκτέλεση. Θα έπρεπε να είναι αδιάφορο.
Όλη αυτή η ιστορία είναι (διεθνώς) τόσο λάθος βαλμένη, που γεννάει τέρατα. Ο νόμος που προστατεύει “όποιον πιάσουμε”, αλλά επί της ουσίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνον στο στενό πλαίσιο της αντίληψής μας, είναι ένας ανεπαρκής ή άστοχος νόμος - και η κατάχρηση του ακόμα χειρότερη.
Την επόμενη φορά να ειδοποιήσετε τον κύριο Χατζιδάκι, ότι κάποιος κακοποιεί το έργο του πατέρα του στη Σρι Λάνκα. Γιατί η κακοποίηση μπορεί να γίνει παντού, σε όλον τον κόσμο - και φυσικά κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Από το ραδιόφωνο, όταν ανοίγω το μικρόφωνο και τραγουδάω φάλτσα πάνω στην “Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων”. Από τα decks του dj, που μπορεί να “δέσει” ένα εξαιρετικό κομμάτι με ένα σωρό σκουπίδια γύρω του.
Από την τηλεόραση, σε μια “φτηνιάρικη” (όπως είναι και γενικά το μέσο) εκπομπή. Από τον δήθεν αξιόλογο καλλιτέχνη, που θέλει να κερδίσει πόντους, τραγουδώντας στο Ηρώδειο έργα συναδέλφων του, που δεν τους φτάνει ούτε στο δαχτυλάκι τους.
Τίποτε από όλα αυτά δεν μειώνει τη μουσική αξία ενός έργου. Η σοβαροφάνεια όμως και η κατάχρηση ενός δικαιώματος στερεί από το κοινό έργα που έχουν εγγραφεί στην εθνική ή στη διεθνή καλλιτεχνική κληρονομιά.
Η έννοια της απαγόρευσης είναι απεχθής – και θα έπρεπε να επιστρατεύεται μόνον σε κάποιες ενδεχομένως ακραίες περιπτώσεις. Αυτό που έγινε είναι και αντιαισθητικό, είναι προσβλητικό προς το κοινό και προς καλλιτέχνες του μεγέθους του Μανώλη Μητσιά (που πρώτος είχε ερμηνεύσει τα απαγορευθέντα, με επιλογή του συνθέτη) - και πολλές φορές είναι και γελοίο.
Είμαι σίγουρος ότι τίποτε από όλα αυτά δεν θα ήθελε ο μεγάλος Μάνος Χατζιδάκις.
Add comment
Comments