Από τη φορολογική επανάσταση του Ρόναλντ Ρίγκαν μέχρι τον σημερινό ανταγωνισμό για επενδύσεις και εύπορους φορολογουμένους, μια οικονομική θεωρία θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα: Πόσο μπορεί να φορολογεί ένα κράτος προτού αρχίσει να χάνει αντί να κερδίζει έσοδα;

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Το φορολογικό παράδοξο
Στη δημόσια συζήτηση για την οικονομία επικρατεί συχνά μια φαινομενικά αυτονόητη αντίληψη: όταν ένα κράτος χρειάζεται περισσότερα χρήματα, μπορεί να αυξήσει τους φόρους. Αντίστοιχα, όταν μειώνει τους φορολογικούς συντελεστές, θεωρείται ότι περιορίζει αναγκαστικά τα δημόσια έσοδα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι περισσότερο σύνθετη.
Οι φορολογούμενοι δεν αποτελούν μια στατική πηγή εσόδων. Είναι εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, επενδυτές και καταναλωτές που προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τα οικονομικά κίνητρα. Μια αύξηση των φόρων μπορεί να αποθαρρύνει την εργασία, να περιορίσει τις επενδύσεις, να ενισχύσει τη φοροδιαφυγή ή να οδηγήσει κεφάλαια σε άλλες χώρες. Αντίστροφα, μια μείωση των συντελεστών μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να διευρύνει τη φορολογική βάση.
Αυτή ακριβώς είναι η συλλογιστική πίσω από την Καμπύλη Laffer, ένα από τα πιο διάσημα διαγράμματα της σύγχρονης οικονομικής σκέψης. Η σημασία της δεν βρίσκεται στην υπόσχεση ότι οι φορολογικές μειώσεις χρηματοδοτούν πάντοτε τον εαυτό τους. Βρίσκεται στην αναγνώριση ότι η φορολογική πολιτική μεταβάλλει την ίδια την οικονομική δραστηριότητα που επιδιώκει να φορολογήσει.
Τι είναι η Καμπύλη Laffer
Η Καμπύλη Laffer πήρε το όνομά της από τον Αμερικανό οικονομολόγο Arthur Laffer, ο οποίος συνέβαλε στην ευρεία διάδοση της ιδέας κατά τη δεκαετία του 1970. Η θεωρία περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στον φορολογικό συντελεστή και στα συνολικά φορολογικά έσοδα του κράτους. Ξεκινά από δύο ακραίες υποθέσεις:
-
Με φορολογικό συντελεστή 0%, τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο είναι μηδενικά.
-
Με συντελεστή 100%, το απλουστευμένο υπόδειγμα υποθέτει ότι η φορολογητέα δραστηριότητα μηδενίζεται, επειδή εξαφανίζεται το οικονομικό κίνητρο για την παραγωγή δηλωμένου εισοδήματος.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, η θεωρία υποστηρίζει ότι υπάρχει ένα επίπεδο φορολογίας στο οποίο τα έσοδα μεγιστοποιούνται.
Σχηματική απεικόνιση της Καμπύλης Laffer
Η θέση του μέγιστου είναι ενδεικτική και δεν αντιστοιχεί σε αποδεδειγμένο βέλτιστο συντελεστή 50%.
Στην αριστερή πλευρά της καμπύλης, η αύξηση των συντελεστών αυξάνει τα κρατικά έσοδα. Στη δεξιά πλευρά, αντίθετα, η περαιτέρω αύξηση της φορολογίας προκαλεί τόσο μεγάλη συρρίκνωση της φορολογικής βάσης ώστε τα συνολικά έσοδα μειώνονται. Επομένως, εάν μια οικονομία βρίσκεται ήδη στη φθίνουσα πλευρά, η μείωση ενός φορολογικού συντελεστή μπορεί να αυξήσει αντί να μειώσει τις εισπράξεις. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει το ακριβές σημείο μεγιστοποίησης απλώς κοιτάζοντας την καμπύλη. Αυτό απαιτεί εμπειρική ανάλυση.
Από μια χαρτοπετσέτα στον Λευκό Οίκο
Η πιο γνωστή ιστορία γύρω από την Καμπύλη Laffer τοποθετείται το 1974, όταν ο Arthur Laffer φέρεται να σχεδίασε το διάγραμμα σε μια χαρτοπετσέτα, κατά τη διάρκεια δείπνου στην Ουάσιγκτον. Στη συνάντηση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Donald Rumsfeld και ο Dick Cheney, που αργότερα θα διαδραμάτιζαν σημαντικούς ρόλους στην αμερικανική πολιτική. Η ιστορία έγινε σύμβολο της οικονομικής πολιτικής που θα κυριαρχούσε σε σημαντικό μέρος της αμερικανικής συντηρητικής σκέψης τις επόμενες δεκαετίες.
Ωστόσο, η ίδια η οικονομική ιδέα δεν ήταν καινούργια. Ο Ibn Khaldun, ήδη από τον 14ο αιώνα, είχε παρατηρήσει ότι η υπερβολική φορολογία μπορούσε να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα και τελικά τα δημόσια έσοδα. Αργότερα, ο Adam Smith ανέλυσε τις επιπτώσεις της φορολογίας στην παραγωγή, στα κίνητρα και στη συσσώρευση κεφαλαίου. Ο Laffer, επομένως, δεν ανακάλυψε την επίδραση των φόρων στην οικονομική συμπεριφορά. Την αποτύπωσε σε ένα εξαιρετικά απλό και πολιτικά ισχυρό διάγραμμα.
Η οικονομική λογική πίσω από την καμπύλη
Για να κατανοήσουμε τη θεωρία, αρκεί μια βασική εξίσωση:
Όπου:
-
T: τα συνολικά φορολογικά έσοδα.
-
t: ο φορολογικός συντελεστής.
-
B(t): η φορολογητέα βάση, η οποία μεταβάλλεται ανάλογα με τον συντελεστή.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι το B(t). Εάν η φορολογητέα βάση παρέμενε αμετάβλητη, κάθε αύξηση του συντελεστή θα αύξανε αναλογικά τα έσοδα. Στην πραγματικότητα, όμως, η βάση αντιδρά. Ας υποθέσουμε ότι μια οικονομία έχει φορολογητέα κέρδη ύψους €100 δισ. και φορολογικό συντελεστή 40%. Τα δημόσια έσοδα ανέρχονται σε €40 δισ. Εάν ο συντελεστής μειωθεί στο 30%, αλλά η φορολογητέα βάση αυξηθεί στα €140 δισ., τα έσοδα διαμορφώνονται στα €42 δισ. Το κράτος εισπράττει περισσότερα παρά τον χαμηλότερο συντελεστή.
Ωστόσο, εάν η βάση αυξηθεί μόνο στα €110 δισ., τα έσοδα περιορίζονται στα €33 δισ. Η μείωση των φόρων, επομένως, δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται αρκετά ισχυρή αντίδραση της φορολογητέας βάσης.
Ένα διαδραστικό παράδειγμα
Η Καμπύλη Laffer στην πράξη
Μετακινήστε τους δείκτες και δείτε πώς ο φορολογικός συντελεστής και η αντίδραση της οικονομίας επηρεάζουν τα δημόσια έσοδα.
Εκπαιδευτικό υπόδειγμα: B(t) = 100 × [(1 − t)/(1 − 0,30)]ε, όπου t είναι ο συντελεστής σε δεκαδική μορφή και ε η επιλεγμένη ευαισθησία. Η βάση είναι 100 δισ. € όταν ο συντελεστής είναι 30%. Δεν πρόκειται για εμπειρική εκτίμηση ούτε για πρόβλεψη πραγματικών εσόδων. Για ε = 0, τα έσοδα αυξάνονται γραμμικά· για ε > 0 η κορυφή εξαρτάται από την παράμετρο.
Η εποχή Ρίγκαν: Η μεγάλη δοκιμασία της θεωρίας
Η Καμπύλη Laffer απέκτησε τεράστια πολιτική επιρροή κατά την προεδρία του Ronald Reagan στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1981, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε σημαντικές μειώσεις των φόρων εισοδήματος, με το επιχείρημα ότι η χαμηλότερη φορολογία θα ενίσχυε την εργασία, την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις. Ο ανώτατος ομοσπονδιακός οριακός συντελεστής φορολογίας εισοδήματος, που ανερχόταν στο 70% πριν από τις μεταρρυθμίσεις, μειώθηκε σταδιακά και έφτασε στο 28% μετά τη φορολογική μεταρρύθμιση του 1986.
Τα ονομαστικά ομοσπονδιακά φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν από περίπου $517 δισ. το 1980 σε $909 δισ. το 1988. Αποτελεί αυτό απόδειξη ότι οι μειώσεις φόρων αυτοχρηματοδοτήθηκαν; Όχι απαραίτητα. Στο ίδιο διάστημα η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε, οι τιμές αυξήθηκαν, μεταβλήθηκαν άλλοι φόροι και πραγματοποιήθηκαν σημαντικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, τα ομοσπονδιακά ελλείμματα παρέμειναν υψηλά.
Επομένως, η αύξηση των ονομαστικών εσόδων δεν αρκεί για να αποδείξει ότι οι φορολογικές μειώσεις παρήγαγαν περισσότερα έσοδα από όσα θα εισπράττονταν χωρίς αυτές. Η εμπειρία Ρίγκαν δείχνει τη δυσκολία της εφαρμογής της Καμπύλης Laffer στην πραγματική οικονομία: η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να αυξάνει τα φορολογικά έσοδα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε μείωση συντελεστών αποδίδει δημοσιονομικά.
Η μεγάλη διαφωνία των οικονομολόγων
Η βασική ιδέα της Καμπύλης Laffer είναι ευρέως αναγνωρισμένη: η φορολογία επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά και, επομένως, το ύψος των φορολογικών εσόδων. Η διαφωνία αφορά κυρίως το μέγεθος αυτής της επίδρασης. Οι υποστηρικτές της οικονομικής πολιτικής που δίνει έμφαση στην προσφορά υποστηρίζουν ότι οι υψηλοί συντελεστές αποθαρρύνουν την παραγωγή, περιορίζουν την ανάληψη κινδύνων και ενθαρρύνουν τη μεταφορά κεφαλαίων σε ευνοϊκότερες φορολογικά χώρες. Από την άλλη πλευρά, πολλοί οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η προσφορά εργασίας και οι επενδύσεις δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τη φορολογία.
Η ποιότητα των υποδομών, το ανθρώπινο κεφάλαιο, η πολιτική σταθερότητα, η ασφάλεια δικαίου και η πρόσβαση στις αγορές μπορούν να είναι εξίσου σημαντικοί παράγοντες. Επιπλέον, η φορολογική αντίδραση διαφέρει σημαντικά μεταξύ κατηγοριών εισοδήματος.
Ένας μισθωτός με σταθερή απασχόληση έχει περιορισμένες δυνατότητες να μεταφέρει τη φορολογητέα δραστηριότητά του σε άλλη χώρα. Ένας διεθνής επενδυτής ή ένας ιδιοκτήτης κινητών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία ενιαία Καμπύλη Laffer για όλους τους φόρους, όλες τις κοινωνικές ομάδες και όλες τις οικονομίες.
Φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή και παραοικονομία
Ένα από τα σημαντικότερα πεδία εφαρμογής της θεωρίας είναι η σχέση ανάμεσα στους φορολογικούς συντελεστές και στη φορολογική συμμόρφωση. Όταν οι φόροι αυξάνονται, ορισμένοι φορολογούμενοι ενδέχεται να έχουν ισχυρότερο κίνητρο να αποκρύψουν εισόδημα ή να αξιοποιήσουν νόμιμες δυνατότητες φορολογικού σχεδιασμού. Η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή, ωστόσο, δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η πρώτη αφορά παράνομη απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ενώ η δεύτερη τη νόμιμη αξιοποίηση των διατάξεων ενός φορολογικού συστήματος για τη μείωση της επιβάρυνσης. Σε μια οικονομία με εκτεταμένη παραοικονομία, η μείωση ορισμένων συντελεστών μπορεί να περιορίσει το οικονομικό όφελος της απόκρυψης εισοδήματος. Δεν αρκεί όμως η μείωση των φόρων. Η αποτελεσματικότητα των ελέγχων, η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και η πιθανότητα εντοπισμού των παραβάσεων επηρεάζουν επίσης τη συμπεριφορά των φορολογουμένων.
Η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης μπορεί, επομένως, να διευρύνει τη φορολογική βάση χωρίς να απαιτείται αύξηση των ονομαστικών συντελεστών.
Ο διεθνής φορολογικός ανταγωνισμός αλλάζει τους κανόνες
Η παγκοσμιοποίηση των κεφαλαιαγορών προσθέτει μια νέα διάσταση στην Καμπύλη Laffer. Στις σύγχρονες οικονομίες, ορισμένες μορφές πλούτου και επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορούν να μετακινηθούν μεταξύ διαφορετικών φορολογικών δικαιοδοσιών. Μια επιχείρηση μπορεί να εξετάσει την εγκατάστασή της σε άλλη χώρα. Ένας επενδυτής μπορεί να αναδιαρθρώσει το χαρτοφυλάκιό του. Ένα εύπορο φυσικό πρόσωπο μπορεί, εφόσον πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, να μεταβάλει τη φορολογική κατοικία του. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα για τα κράτη.
Η αύξηση των φόρων δεν επηρεάζει μόνο την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Μπορεί να επηρεάσει και την απόφαση για το πού θα πραγματοποιηθεί αυτή η δραστηριότητα. Έτσι, η φορολογητέα βάση μιας χώρας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους δικούς της συντελεστές, αλλά και από εκείνους των ανταγωνιστικών οικονομιών. Χώρες όπως η Ελβετία, η Σιγκαπούρη και η Ιταλία έχουν αναπτύξει διαφορετικά καθεστώτα και κίνητρα για την προσέλκυση διεθνών επενδυτών, επιχειρήσεων ή φυσικών προσώπων με υψηλά εισοδήματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαμηλοί φόροι αρκούν για να εξασφαλίσουν εισροές κεφαλαίων. Η σταθερότητα του θεσμικού περιβάλλοντος, η προβλεψιμότητα της φορολογικής πολιτικής και η ποιότητα ζωής επηρεάζουν επίσης τις αποφάσεις.
Η Καμπύλη Laffer, πάντως, προσφέρει ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση του ανταγωνισμού αυτού.
Διαβάστε ακόμα: Πως λειτουργεί η προοδευτική φορολόγηση
Η σημαντική διάκριση: Μέγιστα έσοδα ή μέγιστη ευημερία;
Υπάρχει μία ακόμη παράμετρος που συχνά απουσιάζει από τη συζήτηση. Η Καμπύλη Laffer αναζητά τον συντελεστή που μεγιστοποιεί τα κρατικά έσοδα. Αυτός, όμως, δεν είναι απαραίτητα ο συντελεστής που μεγιστοποιεί την οικονομική ανάπτυξη ή την κοινωνική ευημερία. Ένα κράτος μπορεί να εισπράττει τα περισσότερα δυνατά φορολογικά έσοδα με έναν σχετικά υψηλό συντελεστή, αλλά η συγκεκριμένη επιλογή να συνεπάγεται σημαντικό κόστος για την παραγωγή, την αποταμίευση και τις επενδύσεις.
Αντίστοιχα, ένας χαμηλότερος συντελεστής μπορεί να ενισχύει την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα, αλλά να μην εξασφαλίζει επαρκή χρηματοδότηση για δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πόσα χρήματα μπορεί να εισπράξει το κράτος.
Είναι ποιο επίπεδο φορολογίας επιτρέπει τον καλύτερο συνδυασμό οικονομικής αποτελεσματικότητας, δημοσιονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικών προτεραιοτήτων. Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης για την αξιολόγηση κάθε φορολογικής μεταρρύθμισης.
Συμπέρασμα: Το κράτος δεν φορολογεί μια ακίνητη οικονομία
Η μεγαλύτερη συμβολή της Καμπύλης Laffer δεν είναι ότι αποδεικνύει πως οι χαμηλότεροι φόροι οδηγούν πάντοτε σε υψηλότερα έσοδα. Δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Η συμβολή της είναι ότι καταρρίπτει την αντίληψη πως η φορολογητέα βάση παραμένει αμετάβλητη ανεξάρτητα από το ύψος της φορολογίας. Οι άνθρωποι εργάζονται, επενδύουν, αποταμιεύουν, καταναλώνουν και μετακινούν κεφάλαια ανταποκρινόμενοι στα κίνητρα που διαμορφώνει η οικονομική πολιτική.
Συνεπώς, μια κυβέρνηση που επιδιώκει να αυξήσει τα δημόσια έσοδα δεν μπορεί να εξετάζει μόνο το ύψος των συντελεστών. Οφείλει να εξετάζει και τις επιπτώσεις τους στη φορολογική βάση. Σε έναν κόσμο όπου το κεφάλαιο είναι ολοένα πιο κινητικό και οι χώρες ανταγωνίζονται για την προσέλκυση επενδύσεων, η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο υψηλούς φόρους μπορεί να επιβάλει ένα κράτος, αλλά πόση φορολογική επιβάρυνση μπορεί να αντέξει η οικονομία του χωρίς να υπονομεύονται οι ίδιες οι πηγές των δημοσίων εσόδων.


Add comment
Comments