Το κινεζικό «1929»: Όταν τα εργοστάσια παράγουν περισσότερα απ’ όσα μπορεί να αγοράσει ο κόσμος

Published on September 11, 2026 at 12:35 AM

Η Κίνα χρησιμοποίησε το κράτος για να επιταχύνει την καινοτομία και να δημιουργήσει βιομηχανικούς πρωταθλητές. Τι θα συμβεί, όμως, εάν μια διεθνής ύφεση αποκαλύψει ότι πίσω από το παραγωγικό θαύμα υπάρχουν πλεονάζοντα εργοστάσια, επιχειρήσεις - ζόμπι και χρέη που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν;

Η αυτοκρατορική Ισπανία μπέρδεψε κάποτε την αφθονία χρυσού και ασημιού με τον πραγματικό πλούτο. Η σημερινή Κίνα κινδυνεύει να κάνει ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου επικίνδυνο λάθος: να μπερδέψει την αφθονία εργοστασίων με τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Η Κίνα μπορεί να κατασκευάζει περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, περισσότερες μπαταρίες, περισσότερα φωτοβολταϊκά, περισσότερα μηχανήματα και περισσότερα βιομηχανικά προϊόντα από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσα μπορεί να παράγει. Είναι ποιος θα τα αγοράσει.

Όσο η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται και οι ξένες αγορές παραμένουν ανοικτές, η τεράστια παραγωγική μηχανή της Κίνας μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί. Εάν, όμως, η Ευρώπη εισέλθει σε ύφεση, οι ΗΠΑ και η ΕΕ υψώσουν περισσότερους εμπορικούς φραγμούς και οι αναδυόμενες οικονομίες αρχίσουν να προστατεύουν τις δικές τους βιομηχανίες, ένα μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγικής δυνατότητας θα μείνει χωρίς αγοραστές.

Τότε η υπερπαραγωγή θα πάψει να είναι εμπορικό πρόβλημα. Θα μετατραπεί σε χρηματοπιστωτικό.

Το κινεζικό μοντέλο πέτυχε - και αυτό είναι μέρος του προβλήματος

Για να κατανοήσουμε τον κίνδυνο, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε την επιτυχία. Η κινεζική βιομηχανική πολιτική κατάφερε μέσα σε λίγες δεκαετίες να δημιουργήσει ολοκληρωμένες εφοδιαστικές αλυσίδες, τεράστιες οικονομίες κλίμακας και παγκόσμια ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.

Το κράτος χρηματοδότησε:

  • βασική έρευνα,
  • παραγωγικές υποδομές,
  • τεχνολογικά πάρκα,
  • φθηνή ενέργεια και βιομηχανική γη,
  • δίκτυα προμηθευτών,
  • στρατηγικούς κλάδους,
  • νέες παραγωγικές μονάδες.

Η πολιτική αυτή δεν δημιούργησε μόνο "τεχνητές" επιχειρήσεις που ζουν από επιδοτήσεις. Δημιούργησε και πραγματικά ανταγωνιστικές εταιρείες, συμπίεσε το κόστος παγκοσμίως και επιτάχυνε την τεχνολογική ανάπτυξη σε τομείς όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι μπαταρίες και η πράσινη ενέργεια.

Όμως κάθε επιτυχία μεγάλης κλίμακας δημιουργεί τον κίνδυνο να επαναληφθεί μηχανικά.

  • Κάθε επαρχία θέλει το δικό της τεχνολογικό κέντρο.
  • Κάθε τοπική κυβέρνηση θέλει να δημιουργήσει τον επόμενο βιομηχανικό πρωταθλητή.
  • Κάθε κρατική τράπεζα γνωρίζει ποιους κλάδους έχει χαρακτηρίσει στρατηγικούς το Πεκίνο.
  • Κάθε επιχείρηση γνωρίζει ότι η πρόσβαση σε επιδοτούμενη πίστωση μπορεί να περιορίσει το κόστος μιας αποτυχημένης επένδυσης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα μοντέλο που αρχικά επιτάχυνε την καινοτομία μπορεί στη συνέχεια να επιταχύνει και την υπερεπένδυση.

Το κράτος βοηθά την είσοδο - αλλά εμποδίζει την έξοδο

Μια λειτουργική αγορά χρειάζεται δύο εξίσου σημαντικές διαδικασίες. Η πρώτη είναι η είσοδος νέων επιχειρήσεων. Νέες ιδέες, τεχνολογίες και προϊόντα πρέπει να βρίσκουν χρηματοδότηση για να δοκιμαστούν.

Η δεύτερη είναι η έξοδος των αποτυχημένων επιχειρήσεων. Όσες δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους με κέρδος πρέπει να κλείνουν, να συγχωνεύονται ή να παραχωρούν τη θέση τους σε αποδοτικότερους ανταγωνιστές.

Η Κίνα υπήρξε εξαιρετικά αποτελεσματική στην πρώτη διαδικασία. Το πρόβλημα βρίσκεται στη δεύτερη. Η αγορά δεν αναδεικνύει winners και losers μόνο επιβραβεύοντας τους επιτυχημένους. Τους αναδεικνύει και επιτρέποντας στους αποτυχημένους να αποχωρήσουν.

Όταν, όμως, μια ζημιογόνος μονάδα προστατεύεται επειδή προσφέρει χιλιάδες θέσεις εργασίας, στηρίζει τα φορολογικά έσοδα της περιοχής ή έχει χρηματοδοτηθεί από μια κρατική τράπεζα, η οικονομική εκκαθάριση αναβάλλεται.

Μια εταιρεία μπορεί να έχει:

  • μειούμενες πωλήσεις,
  • αρνητικά περιθώρια,
  • υπερβολικό χρέος,
  • χαμηλή αξιοποίηση των εργοστασίων της,
  • ανεπαρκείς ταμειακές ροές,

και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να λειτουργεί μέσω νέων πιστώσεων, κρατικών ενισχύσεων και αναβολής των υποχρεώσεών της.

Έτσι, η αγορά δεν επιλέγει πάντοτε τις καλύτερες επιχειρήσεις. Συχνά επιλέγει εκείνες που διαθέτουν την καλύτερη πρόσβαση στο κράτος.

Καινοτομία χωρίς «δημιουργική καταστροφή»

Η οικονομική πρόοδος δεν προκύπτει μόνο από τη δημιουργία του καινούργιου. Χρειάζεται και η απομάκρυνση του παλιού, του αναποτελεσματικού και του μη βιώσιμου. Αυτός είναι ο μηχανισμός της δημιουργικής καταστροφής.

Στην κινεζική περίπτωση, όμως, μπορεί να έχουμε καινοτομία χωρίς επαρκή καταστροφή των αποτυχημένων επενδύσεων.

Το κράτος χρηματοδοτεί τη δημιουργία δεκάδων ανταγωνιστών, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι οι περισσότεροι δεν θα επιβιώσουν. Οι τοπικές κυβερνήσεις δεν θέλουν να χάσουν εργοστάσια και θέσεις εργασίας. Οι τράπεζες δεν θέλουν να αναγνωρίσουν επισφάλειες. Οι πολιτικοί αξιωματούχοι δεν θέλουν να παραδεχθούν ότι ένα χρηματοδοτούμενο σχέδιο απέτυχε.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:

Το σύστημα επιδοτεί την είσοδο, αλλά αναβάλλει την έξοδο. Και όσο καθυστερεί η εκκαθάριση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η τελική ζημιά.

Η τιμή του κεφαλαίου παύει να περιλαμβάνει τον κίνδυνο

Σε μια οικονομία όπου η αγορά λειτουργεί, μια εταιρεία που σχεδιάζει νέο εργοστάσιο πρέπει να εξετάσει:

  • πόση ζήτηση θα υπάρχει,
  • πόσοι ανταγωνιστές θα εμφανιστούν,
  • ποιο θα είναι το περιθώριο κέρδους,
  • τι θα συμβεί σε περίπτωση ύφεσης,
  • εάν θα μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος της όταν μειωθούν οι τιμές.

Όταν, όμως, η χρηματοδότηση είναι πολιτικά κατευθυνόμενη και η διάσωση θεωρείται πιθανή, ο κίνδυνος υποτιμάται. Η επιχείρηση διατηρεί το πιθανό κέρδος. Η τράπεζα, η τοπική κυβέρνηση ή τελικά το κράτος απορροφούν μεγάλο μέρος της πιθανής ζημιάς.

Έτσι, πραγματοποιούνται επενδύσεις που δεν θα είχαν εγκριθεί εάν το επιτόκιο και οι όροι χρηματοδότησης αντανακλούσαν πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Το κράτος μπορεί να εντοπίσει σωστά ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αποτελούν σημαντική τεχνολογία του μέλλοντος. Δεν μπορεί, όμως, να γνωρίζει με βεβαιότητα:

  • πόσα εργοστάσια χρειάζονται,
  • πόσες εταιρείες πρέπει να δραστηριοποιούνται,
  • ποιο επιχειρηματικό μοντέλο θα επικρατήσει,
  • πόσα αυτοκίνητα μπορεί να απορροφήσει η παγκόσμια αγορά.

Η επιτυχία μιας τεχνολογίας δεν εγγυάται την επιτυχία κάθε επιχείρησης που επενδύει σε αυτήν.

Η υπερπαραγωγή αναζητά διέξοδο στο εξωτερικό

Η κινεζική εγχώρια κατανάλωση δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό με την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.

Η κρίση των ακινήτων έχει πλήξει τον πλούτο και την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών. Η περιορισμένη κοινωνική προστασία ενθαρρύνει την αποταμίευση. Μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων καταλήγει, μέσω του τραπεζικού συστήματος, στη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων.

Ο μηχανισμός γίνεται αυτοτροφοδοτούμενος:

Το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι η αδύναμη ιδιωτική εγχώρια ζήτηση αντισταθμίστηκε το 2025 από τις ισχυρές εξαγωγές και την κρατική στήριξη. Προειδοποιεί, όμως, ότι μια οικονομία του μεγέθους της Κίνας δεν μπορεί να βασίζεται επ’ αόριστον στην εξωτερική ζήτηση. Το Ταμείο προβλέπει επιβράδυνση της κινεζικής ανάπτυξης στο 4,5% το 2026 και επιμονή των αποπληθωριστικών πιέσεων. ΔΝΤ – China Article IV Consultation

Ωστόσο, η εξαγωγική μηχανή εξακολουθεί να επιταχύνεται. Τον Αύγουστο του 2026 οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 25% σε ετήσια βάση, ενώ το μηνιαίο εμπορικό πλεόνασμα έφτασε τα $119 δισ. 

Αυτή η ισχύς στηρίζει σήμερα την οικονομία. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνει την εξάρτησή της από αγοραστές που βρίσκονται εκτός Κίνας.

Το παράδειγμα της Χεφέι

Η Χεφέι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τόσο της επιτυχίας όσο και των ορίων του κινεζικού μοντέλου. Με επιθετικές κρατικές επενδύσεις, η πόλη μετατράπηκε σε σημαντικό κέντρο ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ημιαγωγών και οθονών. Η οικονομία της αναπτύχθηκε κατά 6,8% το πρώτο εξάμηνο του 2026, ταχύτερα από τον εθνικό μέσο όρο.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν μόλις κατά 0,6%.

Η εικόνα είναι αποκαλυπτική:

  • Τα εργοστάσια αναπτύσσονται.
  • Η παραγωγή αυξάνεται.
  • Οι επενδύσεις συνεχίζονται.
  • Αλλά η κατανάλωση των ανθρώπων που ζουν γύρω τους παραμένει αδύναμη.

Η απόσταση ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση δείχνει γιατί το μοντέλο χρειάζεται διαρκώς εξωτερικές αγορές. 

Η Κίνα μπορεί να αποβιομηχανίσει τους πελάτες της

Η Ευρώπη αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες αγορές του κόσμου. Είναι επομένως πολύτιμη για μια Κίνα που χρειάζεται να διαθέσει το πλεόνασμα της παραγωγής της.

Οι φθηνές κινεζικές εισαγωγές προσφέρουν βραχυπρόθεσμα οφέλη στους Ευρωπαίους καταναλωτές. Μειώνουν το κόστος των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, των φωτοβολταϊκών, των μπαταριών, των ηλεκτρονικών και πολλών ενδιάμεσων βιομηχανικών προϊόντων.

Εάν όμως οι τιμές αυτές στηρίζονται σε επιδοτήσεις, φθηνή κρατική χρηματοδότηση και παραγωγική δυνατότητα που δεν χρειάζεται να αποδώσει κανονική απόδοση κεφαλαίου, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν.

Η Ευρώπη κινδυνεύει τότε να χάσει:

  • εργοστάσια,
  • βιομηχανική τεχνογνωσία,
  • δίκτυα προμηθευτών,
  • παραγωγικές επενδύσεις,
  • καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας,
  • φορολογικά έσοδα.

Η αποβιομηχάνιση δεν οδηγεί αυτομάτως σε ίση αύξηση της συνολικής ανεργίας. Εργαζόμενοι και κεφάλαια μπορούν θεωρητικά να μεταφερθούν σε νέες δραστηριότητες. Η μετάβαση, όμως, γίνεται πολύ δυσκολότερη σε μια Ευρώπη με χαμηλή ανάπτυξη, υψηλό ενεργειακό κόστος, δημογραφική γήρανση και ανεπαρκείς επενδύσεις.

Οι βιομηχανικές θέσεις εργασίας είναι συχνά υψηλής παραγωγικότητας και συνδέονται με ολόκληρα οικοσυστήματα μικρότερων επιχειρήσεων. Το κλείσιμο ενός εργοστασίου περιορίζει τα εισοδήματα, την τοπική κατανάλωση και τις φορολογικές εισπράξεις πολύ πέρα από τους ανθρώπους που εργάζονται άμεσα σε αυτό.

Το παράδοξο της «καταστροφής του πελάτη»

Εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση του κινεζικού μοντέλου. Η Κίνα χρειάζεται την ευρωπαϊκή ζήτηση για να διατηρεί σε λειτουργία την παραγωγική της μηχανή. Εάν, όμως, οι φθηνές κινεζικές εξαγωγές επιταχύνουν την ευρωπαϊκή αποβιομηχάνιση, περιορίζουν σταδιακά τα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη των ίδιων των πελατών τους.

Ο κύκλος αντιστρέφεται:

Το εργοστάσιο κινδυνεύει να καταστρέψει τον πελάτη που χρειάζεται για να επιβιώσει.

Η Ευρώπη αρχίζει να αντιδρά

Το έλλειμμα της ΕΕ στο εμπόριο αγαθών με την Κίνα έφτασε περίπου τα €360 δισ. το 2025. Σύμφωνα με τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία, το έλλειμμα διευρύνθηκε περαιτέρω μέσα στο 2026. 

Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Αφορά μπαταρίες, χημικά, πλαστικά, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, χάλυβα, εξαρτήματα και ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγικής αλυσίδας.

Η πολιτική αντίδραση είναι προβλέψιμη:

  • δασμοί,
  • αντισταθμιστικά μέτρα,
  • ελάχιστες τιμές,
  • έρευνες για κρατικές επιδοτήσεις,
  • προτιμήσεις υπέρ ευρωπαϊκών προϊόντων,
  • απαιτήσεις τοπικής παραγωγής.

Η ευρωπαϊκή αγορά μπορεί επομένως να κλείσει για την Κίνα με δύο διαφορετικούς τρόπους.

Ο πρώτος είναι οικονομικός: μια ύφεση μειώνει τη ζήτηση.

Ο δεύτερος είναι πολιτικός: ο φόβος της αποβιομηχάνισης οδηγεί στον προστατευτισμό.

Εάν συμβούν ταυτόχρονα, η Κίνα θα βρεθεί με τεράστιες εγκαταστάσεις που δεν θα μπορούν να λειτουργήσουν σε οικονομικά βιώσιμο επίπεδο.

Το πρόβλημα του under capacity

Ένα εργοστάσιο μπορεί να είναι εξαιρετικά αποδοτικό όταν λειτουργεί κοντά στο 90% της δυναμικότητάς του. Όταν η αξιοποίηση υποχωρεί στο 50% ή στο 60%, η οικονομική εικόνα αλλάζει.

Τα σταθερά έξοδα παραμένουν:

  • οι αποσβέσεις,
  • οι τόκοι,
  • η συντήρηση,
  • η ενέργεια,
  • οι βασικοί μισθοί,
  • οι υποχρεώσεις προς προμηθευτές.

Αλλά επιμερίζονται σε πολύ λιγότερα προϊόντα. Το κόστος ανά μονάδα αυξάνεται ακριβώς τη στιγμή που η επιχείρηση αναγκάζεται να μειώσει τις τιμές για να βρει αγοραστές. Έτσι:

Το εργοστάσιο παραμένει τεχνολογικά προηγμένο. Αλλά παύει να είναι οικονομικά βιώσιμο.

Οι εταιρείες-ζόμπι κρύβουν το σημείο θραύσης

Οι κινεζικές τράπεζες μπορούν να ανανεώνουν τα δάνεια ζημιογόνων επιχειρήσεων ώστε να αποφεύγεται η επίσημη καταγραφή μιας χρεοκοπίας. Η πρακτική αυτή περιορίζει προσωρινά την ανεργία και την κοινωνική αναστάτωση. Συγχρόνως, όμως, δεσμεύει πιστώσεις σε επιχειρήσεις που δεν μπορούν να παράγουν επαρκή κέρδη.

Η Federal Reserve Bank of Dallas έχει εντοπίσει ενδείξεις "zombie lending" στην Κίνα: κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες ανανεώνουν δάνεια μη κερδοφόρων εταιρειών αντί να αναγνωρίσουν άμεσα τις ζημιές στους ισολογισμούς τους. Dallas Fed

Η πρακτική αυτή έχει ένα σοβαρό κόστος. Οι τράπεζες φαίνονται σταθερές. Οι επιχειρήσεις φαίνονται ενεργές. Η απασχόληση διατηρείται. Αλλά το κεφάλαιο παραμένει παγιδευμένο σε δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας.

Η κρίση δεν εξαφανίζεται. Γίνεται λιγότερο ορατή και περισσότερο διαρκής.

Πού βρίσκεται η αναλογία με το 1929

Η Μεγάλη Ύφεση δεν προκλήθηκε απλώς επειδή κατέρρευσε το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Η οικονομική κάμψη είχε αρχίσει πριν από το χρηματιστηριακό κραχ. Αυτό που μετέτρεψε μια ύφεση σε ιστορική καταστροφή ήταν η αλληλουχία που ακολούθησε:

  • χρηματιστηριακή πτώση,
  • τραπεζικοί πανικοί,
  • συρρίκνωση της πίστωσης,
  • αποπληθωρισμός,
  • αύξηση του πραγματικού βάρους του χρέους,
  • χρεοκοπίες,
  • ανεργία,
  • προστατευτισμός,
  • κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου.

Οι αμερικανικές τραπεζικές κρίσεις του 1930 και του 1931 μετέτρεψαν μια ύφεση που θεωρούνταν προσωρινή στην αρχή της Μεγάλης Ύφεσης. Από το 1930 έως το 1933 η προσφορά χρήματος μειώθηκε σχεδόν κατά 30%, προκαλώντας αντίστοιχη πτώση των τιμών και εκτίναξη του πραγματικού βάρους των χρεών. Federal Reserve History

Η ισχυρότερη αναλογία με την Κίνα δεν είναι επομένως μια μελλοντική "Μαύρη Τρίτη". Είναι το debt-deflation: η στιγμή κατά την οποία η πτώση των τιμών μετατρέπει ένα φαινομενικά διαχειρίσιμο χρέος σε μη εξυπηρετούμενο.

Η τεχνολογία ήταν πραγματική και το 1929

Η Αμερική της δεκαετίας του 1920 βίωνε πραγματική τεχνολογική επανάσταση. Το αυτοκίνητο, ο ηλεκτρισμός, το ραδιόφωνο, οι τηλεπικοινωνίες και η μαζική παραγωγή άλλαζαν την οικονομία.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι η πρόοδος αποτελούσε ψευδαίσθηση. Το πρόβλημα ήταν ότι χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει:

  • υπερβολικό δανεισμό,
  • υπερβολικές επενδύσεις,
  • υπερβολικές αποτιμήσεις,
  • την πεποίθηση ότι η ζήτηση θα αυξάνεται για πάντα.

Η ίδια διάκριση χρειάζεται σήμερα. Η τεχνολογική πρόοδος της Κίνας είναι πραγματική. Η υπερεπένδυση μπορεί επίσης να είναι πραγματική. Μια χώρα μπορεί να ηγείται της τεχνολογικής επανάστασης και ταυτόχρονα να έχει κατασκευάσει περισσότερα εργοστάσια από όσα μπορεί να υποστηρίξει η αγορά.

Το Διαδίκτυο επέζησε από τη φούσκα των dot-comΤο αυτοκίνητο επέζησε από το 1929. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και οι μπαταρίες μπορούν επίσης να μεταμορφώσουν την παγκόσμια οικονομία, ακόμη και εάν πολλές από τις σημερινές εταιρείες που τα παράγουν καταρρεύσουν.

Η πιθανή κινεζική αλληλουχία

Το σημείο θραύσης δεν χρειάζεται να προκύψει από ένα μόνο γεγονός.

Θα μπορούσε να είναι ένας συνδυασμός:

  • βαθύτερης ύφεσης στην Ευρώπη,
  • νέων αμερικανικών και ευρωπαϊκών δασμών,
  • πτώχευσης μιας μεγάλης κινεζικής βιομηχανικής εταιρείας,
  • νέας κρίσης ακινήτων,
  • αδυναμίας χρηματοδότησης τοπικών κυβερνήσεων,
  • απότομης υποτίμησης του γουάν.

Τότε η αλληλουχία θα μπορούσε να γίνει:

Αυτό θα ήταν το κινεζικό αντίστοιχο του μηχανισμού που μετέτρεψε την κάμψη του 1929 σε παγκόσμια ύφεση.

Από την έλλειψη ρευστότητας στην αφερεγγυότητα

Το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει μια προσωρινή έλλειψη ρευστότητας. Μπορεί να προσφέρει νέα δάνεια, να αναβάλει πληρωμές, να εγγυηθεί καταθέσεις και να ανακεφαλαιοποιήσει τράπεζες. Δεν μπορεί, όμως, να δημιουργήσει κερδοφόρα ζήτηση με λογιστικές εγγραφές.

Εάν ένα εργοστάσιο έχει προσωρινά χαμηλές πωλήσεις, ένα νέο δάνειο μπορεί να το βοηθήσει να ξεπεράσει τη δυσκολία. Εάν όμως ένας ολόκληρος κλάδος διαθέτει μόνιμα μεγαλύτερη παραγωγική δυνατότητα από αυτή που χρειάζεται η αγορά, το νέο δάνειο δεν λύνει το πρόβλημα.

Απλώς αναβάλλει την αναγνώριση της ζημιάς.

Το πραγματικό σημείο θραύσης έρχεται όταν γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας, αλλά μόνιμη αφερεγγυότητα μέρους της παραγωγικής βάσης.

Τότε:

  • η διάσωση των εργοστασίων μεταφέρει τις ζημιές στις τράπεζες,
  • η διάσωση των τραπεζών τις μεταφέρει στο κράτος,
  • η διάσωση των τοπικών κυβερνήσεων τις μεταφέρει στην κεντρική κυβέρνηση,
  • το τελικό κόστος μεταφέρεται στα νοικοκυριά.

Η μεταφορά μπορεί να γίνει μέσω χαμηλών επιτοκίων καταθέσεων, φορολογίας, περιορισμού κοινωνικών δαπανών, υποτίμησης του νομίσματος ή χαμηλότερης ανάπτυξης.

Ο προστατευτισμός μπορεί να κάνει την κρίση παγκόσμια

Το 1930 οι ΗΠΑ υιοθέτησαν τον δασμό Smoot -Hawley για να προστατεύσουν τις επιχειρήσεις και τις θέσεις εργασίας τους. Οι εμπορικοί εταίροι απάντησαν με δικά τους μέτρα.

Ο προστατευτισμός δεν προκάλεσε μόνος του τη Μεγάλη Ύφεση, αλλά επιδείνωσε την κάμψη και περιόρισε τη δυνατότητα των χωρών να ανακάμψουν μέσω των εξαγωγών.

Η σύγχρονη αναλογία είναι επικίνδυνα ορατή:

Όσο περισσότερες χώρες προσπαθούν να προστατεύσουν την απασχόλησή τους, τόσο περισσότερο περιορίζεται η παγκόσμια ζήτηση που χρειάζεται η Κίνα. Και όσο μειώνονται οι κινεζικές εξαγωγές, τόσο ισχυρότερη γίνεται η ανάγκη του Πεκίνου να τις στηρίξει με χαμηλότερες τιμές, φθηνότερη πίστωση ή ασθενέστερο νόμισμα.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει νέο γύρο εμπορικών αντιποίνων.

Το κράτος δεν μπορεί να διασώσει τους πάντες ταυτόχρονα

Η Κίνα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα απέναντι σε μια κρίση. Οι μεγαλύτερες τράπεζες ελέγχονται από το κράτος. Το χρέος είναι κυρίως εσωτερικό και εκφρασμένο σε γουάν. Η χώρα διαθέτει μεγάλες αποταμιεύσεις, συναλλαγματικά αποθέματα και περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.

Το Πεκίνο μπορεί να αποτρέψει μια κλασική τραπεζική κατάρρευση με ουρές καταθετών και μαζικές πτωχεύσεις τραπεζών.

  • Μπορεί να προστατεύσει μία μεγάλη επιχείρηση.
  • Μπορεί να διασώσει έναν συγκεκριμένο κλάδο.
  • Μπορεί να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν πρέπει να στηρίξει ταυτόχρονα:

  • τη βιομηχανία,
  • τα ακίνητα,
  • τις τοπικές κυβερνήσεις,
  • τις κρατικές τράπεζες,
  • την απασχόληση,
  • το χρηματιστήριο,
  • το γουάν.

Τότε οι στόχοι αρχίζουν να συγκρούονται. Η διάσωση των πάντων απαιτεί περισσότερη πίστωση. Η περισσότερη πίστωση διαιωνίζει την υπερπαραγωγή.

Το κλείσιμο εργοστασίων βελτιώνει τη μελλοντική παραγωγικότητα, αλλά αυξάνει άμεσα την ανεργία.

Η υποτίμηση του γουάν βοηθά τις εξαγωγές, αλλά προκαλεί φυγή κεφαλαίων και εμπορικά αντίποινα.

Η ενίσχυση της κατανάλωσης απαιτεί μεταφορά πόρων προς τα νοικοκυριά, αφαιρώντας τους από το κράτος, τις τοπικές κυβερνήσεις και τη βιομηχανία.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό σημείο θραύσης: όχι όταν το κινεζικό κράτος ξεμένει κυριολεκτικά από χρήματα, αλλά όταν δεν μπορεί πλέον να πετύχει όλους τους στόχους του ταυτόχρονα.

Ένα νέο 1929 ή μια μακρά ιαπωνοποίηση;

Ένα νέο παγκόσμιο 1929 δεν είναι το πιθανότερο σενάριο. Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα διαθέτει εργαλεία που δεν υπήρχαν πριν από έναν αιώνα:

  • κεντρικές τράπεζες με δυνατότητα παροχής τεράστιας ρευστότητας,
  • ασφάλιση καταθέσεων,
  • ισχυρότερα κοινωνικά κράτη,
  • δημοσιονομικούς σταθεροποιητές,
  • ευέλικτα νομίσματα αντί του κανόνα χρυσού,
  • εμπειρία ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών.

Στην Κίνα, ο κρατικός έλεγχος μπορεί να εμποδίσει την απότομη κατάρρευση. Δεν μπορεί όμως να εγγυηθεί πραγματική ανάπτυξη. Το πιθανότερο είναι μια παρατεταμένη ύφεση ισολογισμών:

  • χαμηλή κερδοφορία,
  • επιχειρήσεις-ζόμπι,
  • παγιδευμένο τραπεζικό κεφάλαιο,
  • περιορισμένη αύξηση μισθών,
  • ασθενής κατανάλωση,
  • μειωμένη απόδοση κάθε νέου δανείου,
  • συνεχείς αλλά όλο και λιγότερο αποτελεσματικές κρατικές παρεμβάσεις.

Δηλαδή περισσότερο μια κινεζική εκδοχή της Ιαπωνίας μετά το 1990 και λιγότερο μια στιγμιαία επανάληψη της Wall Street του 1929.

Το σενάριο ενός νέου 1929 γίνεται πιθανότερο μόνο εάν συμπέσουν:

  1. μια σοβαρή διεθνής ύφεση,
  2. η απότομη πτώση των κινεζικών εξαγωγών,
  3. ένας γενικευμένος εμπορικός πόλεμος,
  4. η κρίση τραπεζών ή τοπικών κυβερνήσεων,
  5. μια λανθασμένη ή καθυστερημένη πολιτική αντίδραση.

Το εργοστάσιο που καταστρέφει τον πελάτη του

Η μεγάλη αντίφαση του κινεζικού μοντέλου μπορεί τελικά να συνοψιστεί σε μία πρόταση: Η Κίνα χρειάζεται την παγκόσμια ζήτηση για να διατηρεί τα εργοστάσιά της σε λειτουργία, αλλά οι εξαγωγές που χρησιμοποιεί για να στηρίξει αυτά τα εργοστάσια μπορούν να αποβιομηχανίσουν και να αποδυναμώσουν τους ίδιους τους πελάτες της.

Το 1929 δεν συνέβη επειδή η Αμερική δεν μπορούσε να παράγει. Συνέβη σε μια οικονομία που είχε αποκτήσει τεράστια ικανότητα παραγωγής, επενδύσεων και πιστωτικής επέκτασης, αλλά δεν διέθετε τους μηχανισμούς για να απορροφήσει ομαλά την υπερβολή και να εμποδίσει μια αρχική κάμψη να μετατραπεί σε αποπληθωριστική κατάρρευση.

Η σημερινή Κίνα αντιμετωπίζει έναν παρόμοιο κίνδυνο. Διαθέτει τεράστια ικανότητα να κατασκευάζει. Εξαρτάται, όμως, όλο και περισσότερο από έναν υπερχρεωμένο, ασθενέστερο και πολιτικά εχθρικό κόσμο για να αγοράζει.

Το κινεζικό "1929" δεν θα αρχίσει απαραίτητα όταν σταματήσουν να λειτουργούν τα εργοστάσια.

Θα αρχίσει όταν γίνει φανερό ότι ένα μέρος τους πρέπει να σταματήσει - και το κράτος δεν θα μπορεί ούτε να τα κλείσει χωρίς τεράστιο κοινωνικό κόστος ούτε να συνεχίσει να τα χρηματοδοτεί χωρίς να μεταφέρει την κρίση στις τράπεζες, στα δημόσια οικονομικά και τελικά σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Add comment

Comments

There are no comments yet.