Το 77% των Γάλλων επιθυμεί πλέον ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που θα περιλαμβάνει προσωπική κεφαλαιακή αποταμίευση. Πίσω από αυτή την εντυπωσιακή μεταβολή βρίσκεται μια πολύ βαθύτερη κρίση: η αμφισβήτηση της δυνατότητας του κράτους να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του απέναντι στις επόμενες γενιές.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η σιωπηλή επανάσταση
Η Γαλλία υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα ισχυρότερα προπύργια του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Η δημόσια σύνταξη δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως οικονομική παροχή, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος ενός κοινωνικού συμβολαίου: οι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τους σημερινούς συνταξιούχους, με την προσδοκία ότι οι επόμενες γενιές θα κάνουν το ίδιο για εκείνους.
Αυτό το συμβόλαιο εξακολουθεί να λειτουργεί. Εκείνο που φαίνεται να χάνεται είναι η εμπιστοσύνη ότι θα μπορεί να λειτουργεί με τους ίδιους όρους και στο μέλλον. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Odoxa, που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου 2026, το 77% των Γάλλων προτιμά πλέον ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που θα περιλαμβάνει κεφαλαιοποιητική αποταμίευση, έναντι μόλις 23% που επιθυμεί τη διατήρηση του αποκλειστικά διανεμητικού μοντέλου.
Το σημαντικότερο στοιχείο βρίσκεται στη σύνθεση αυτού του 77%: το 55% επιθυμεί ένα μικτό σύστημα δημόσιας σύνταξης και κεφαλαιακής αποταμίευσης, ενώ το 22% προτιμά πλήρως κεφαλαιοποιητικό μοντέλο.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μαζικό αίτημα κατάργησης των δημόσιων συντάξεων. Πρόκειται για κάτι πολιτικά πιο ενδιαφέρον: οι πολίτες θέλουν να διατηρήσουν την κοινωνική προστασία, αλλά δεν επιθυμούν πλέον να εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτήν.
Η αλλαγή είναι εντυπωσιακή. Το 2024, το 60% προτιμούσε το διανεμητικό σύστημα και το 38% ένα μοντέλο που περιλάμβανε κεφαλαιοποίηση. Μέσα σε δύο χρόνια, η κοινωνική πλειοψηφία μετακινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και αυτή η μεταβολή δεν προέκυψε επειδή οι Γάλλοι έγιναν ξαφνικά ενθουσιώδεις υποστηρικτές των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Προέκυψε επειδή ολοένα περισσότεροι αμφιβάλλουν ότι το κράτος θα μπορέσει να τηρήσει τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές του υποχρεώσεις.
Το δημογραφικό πρόβλημα που δεν διορθώνεται με νόμο
Η οικονομική βάση του διανεμητικού συστήματος είναι απλή: οι σημερινοί εργαζόμενοι καταβάλλουν εισφορές που χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Το σύστημα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν υπάρχει επαρκής αριθμός εργαζομένων, υψηλή παραγωγικότητα και μια σχετικά ισορροπημένη δημογραφική πυραμίδα.
Όμως η γήρανση του πληθυσμού αλλάζει την αριθμητική. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει το Reuters, το 1990 στη Γαλλία αντιστοιχούσαν περισσότεροι από τέσσερις εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο. Σήμερα η αναλογία έχει υποχωρήσει περίπου στους 2,5 και προβλέπεται να πέσει κάτω από τους δύο έως τα μέσα του αιώνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα θα καταρρεύσει αυτομάτως. Η παραγωγικότητα, η απασχόληση, η μετανάστευση και η ηλικία συνταξιοδότησης επηρεάζουν επίσης τη βιωσιμότητά του. Σημαίνει όμως ότι οι ίδιοι συνταξιοδοτικοί κανόνες γίνονται ολοένα ακριβότεροι για κάθε ενεργό εργαζόμενο.
Οι διαθέσιμες επιλογές είναι γνωστές: υψηλότερες εισφορές, μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας, χαμηλότερες παροχές, μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τη φορολογία ή ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας.
Καμία δεν είναι πολιτικά ανώδυνη. Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: οι κυβερνήσεις μπορούν να αναβάλλουν τις αποφάσεις, αλλά δεν μπορούν να καταργήσουν τη δημογραφική αριθμητική.
Όταν οι συντάξεις αρχίζουν να ανταγωνίζονται την παιδεία
Η δημοσιονομική διάσταση του προβλήματος είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Στις 13 Οκτωβρίου, το Reuters παρουσίασε στοιχεία από γαλλική κυβερνητική έκθεση σύμφωνα με τα οποία το 32% του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας, ποσό περίπου €28,5 δισ., κατευθύνεται στον ειδικό λογαριασμό χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.
Στο υπουργείο Εσωτερικών το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 30%, ενώ στο σύνολο των υπουργείων διαμορφώνεται περίπου στο 13%. Τα ποσά αυτά περιλαμβάνουν εργοδοτικές συνταξιοδοτικές εισφορές και δεν πρέπει να συγχέονται με άμεσες περικοπές σχολικών δαπανών. Αποκαλύπτουν, όμως, το αυξανόμενο βάρος των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων μέσα στους δημόσιους προϋπολογισμούς.
Η ίδια έκθεση διαπιστώνει ότι, μεταξύ 2000 και 2023, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για την εκπαίδευση μειώθηκαν κατά 0,5 μονάδες. Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους.
Οι δημόσιοι πόροι είναι περιορισμένοι. Όσο μεγαλύτερο μέρος τους δεσμεύεται για την εξυπηρέτηση υποχρεώσεων του παρελθόντος, τόσο μικρότερο περιθώριο απομένει για επενδύσεις στο μέλλον. Η συζήτηση για τις συντάξεις δεν αφορά, επομένως, μόνο τους συνταξιούχους. Αφορά και τους μαθητές που χρειάζονται καλύτερα σχολεία, τους νέους εργαζομένους που επιβαρύνονται με εισφορές, τις επιχειρήσεις που χρειάζονται ανταγωνιστικό εργατικό κόστος και τους φορολογουμένους που χρηματοδοτούν τις δημόσιες υπηρεσίες.
Όταν μια κοινωνία δυσκολεύεται να ανακατανείμει πόρους από παλαιές υποχρεώσεις προς νέες ανάγκες, η στασιμότητα μπορεί να γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό της οικονομίας της.
Η ιδιωτική αποταμίευση δεν είναι πλέον περιθωριακή επιλογή
Η αλλαγή των αντιλήψεων συνοδεύεται ήδη από αλλαγή οικονομικής συμπεριφοράς. Η Γαλλία εισήγαγε το 2020 το Plan d’Épargne Retraite (PER), ένα εθελοντικό προϊόν συνταξιοδοτικής αποταμίευσης με φορολογικά κίνητρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών, σχεδόν 13 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ενταχθεί σε τέτοια προγράμματα, ενώ τα συνολικά περιουσιακά τους στοιχεία ξεπέρασαν τα €150 δισ. το 2025.
Η αύξηση είναι εντυπωσιακή: 46% μέσα σε δύο χρόνια. Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι η ιδιωτική αποταμίευση μπορεί ήδη να υποκαταστήσει το δημόσιο σύστημα. Τα συγκεντρωμένα κεφάλαια παραμένουν μικρά σε σχέση με τις συνολικές μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις.
Αποτελεί, όμως, ένδειξη μιας βαθύτερης αλλαγής: ολοένα περισσότεροι εργαζόμενοι θεωρούν αναγκαίο να δημιουργήσουν και μια δεύτερη πηγή συνταξιοδοτικού εισοδήματος.
Η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε κίνητρο αποταμίευσης. Και το γεγονός αυτό έχει ευρύτερη οικονομική σημασία. Τα κεφάλαια που συγκεντρώνονται σε μακροχρόνια συνταξιοδοτικά προγράμματα μπορούν να επενδύονται σε ομόλογα, μετοχές και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, συμβάλλοντας στη δημιουργία εγχώριας επενδυτικής βάσης.
Η Γαλλία διαθέτει ήδη υψηλή αποταμιευτική ροπή. Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών προσεγγίζει το 17% του διαθέσιμου εισοδήματος. Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά αξιοποιείται αυτή η αποταμίευση. Σύμφωνα με εκτίμηση του γαλλικού ινστιτούτου Rexecode, εάν τα νοικοκυριά είχαν τοποθετήσει περίπου το ένα τέταρτο των αποταμιεύσεών τους σε μετοχές σε ορίζοντα είκοσι ετών, ο συλλογικός τους πλούτος θα μπορούσε να είναι υψηλότερος κατά €340 δισ.
Πρόκειται για υποθετικό υπολογισμό, όχι για εγγυημένη απόδοση. Αναδεικνύει, ωστόσο, τη σημασία που έχει η μακροχρόνια κατανομή των αποταμιεύσεων.
Διανεμητικό ή κεφαλαιοποιητικό; Το πραγματικό δίλημμα
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει τα δύο συστήματα σαν να αποτελούν αμοιβαία αποκλειόμενες επιλογές. Δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει αυτό. Στο διανεμητικό σύστημα, οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρηματοδοτούν τις σημερινές συντάξεις.
Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, οι εισφορές επενδύονται και δημιουργούν περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για τη μελλοντική συνταξιοδότηση του αποταμιευτή. Το πρώτο εξαρτάται ιδιαίτερα από τη δημογραφία, την απασχόληση και τις μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις. Το δεύτερο εξαρτάται από τις επενδυτικές αποδόσεις, τον πληθωρισμό, το κόστος διαχείρισης και την ποιότητα της εποπτείας.
Κανένα δεν εξαλείφει τον οικονομικό κίνδυνο. Η κεφαλαιοποίηση δεν αποτελεί μαγικό μηχανισμό δημιουργίας συντάξεων. Οι επενδύσεις μπορούν να υποστούν απώλειες, οι αγορές να περάσουν παρατεταμένες περιόδους χαμηλών αποδόσεων και οι αποταμιευτές να λάβουν λανθασμένες αποφάσεις.
Αντίστοιχα, το διανεμητικό σύστημα δεν μπορεί να υποσχεθεί απεριόριστες παροχές ανεξάρτητα από την εξέλιξη του πληθυσμού και της οικονομίας. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην κατανομή των κινδύνων. Ένα μικτό σύστημα μπορεί να περιορίσει την αποκλειστική εξάρτηση από έναν μόνο μηχανισμό χρηματοδότησης.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να ζητά η πλειονότητα των Γάλλων.
Το κόστος μετάβασης που συχνά αποσιωπάται
Υπάρχει, βεβαίως, ένα σημαντικό πρόβλημα. Η μετάβαση από ένα διανεμητικό σύστημα σε ένα περισσότερο κεφαλαιοποιητικό μοντέλο δεν είναι δωρεάν. Οι σημερινοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να πρέπει να χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Εάν ταυτόχρονα αρχίσουν να αποταμιεύουν υποχρεωτικά για τη δική τους σύνταξη, δημιουργείται ένα μεταβατικό χρηματοδοτικό βάρος.
Κάποιος πρέπει να το αναλάβει: οι εργαζόμενοι, οι εργοδότες, ο κρατικός προϋπολογισμός ή ένας συνδυασμός αυτών. Γι’ αυτό η ιδέα ότι μια κυβέρνηση μπορεί απλώς να αντικαταστήσει το διανεμητικό σύστημα με ατομικούς επενδυτικούς λογαριασμούς και να εξαφανίσει το πρόβλημα είναι οικονομικά λανθασμένη.
Οι ήδη συσσωρευμένες υποχρεώσεις δεν εξαφανίζονται επειδή αλλάζει ο τρόπος χρηματοδότησης των νέων συντάξεων. Αυτό που μπορεί να επιτευχθεί είναι μια σταδιακή διαφοροποίηση των πηγών συνταξιοδοτικού εισοδήματος, με διαφανείς κανόνες, μακροχρόνιο σχεδιασμό και αποτελεσματική εποπτεία.
Η επιτυχία εξαρτάται λιγότερο από τα συνθήματα περί "δημόσιου" και "ιδιωτικού" και περισσότερο από την ποιότητα του θεσμικού σχεδιασμού.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η πολιτική αναβολή
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις μπορούν να μετατραπούν σε διαρκή πολιτική σύγκρουση. Η μεταρρύθμιση του 2023, που προέβλεπε σταδιακή αύξηση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις. Η εφαρμογή της ανεστάλη το 2025, στο πλαίσιο των πολιτικών συμβιβασμών για τον προϋπολογισμό του 2026.
Όμως η αναστολή μιας μεταρρύθμισης δεν ισοδυναμεί με επίλυση του προβλήματος που την κατέστησε αναγκαία. Η δημογραφική γήρανση συνεχίζεται. Οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις παραμένουν. Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν εξαφανίζονται. Κάθε πολιτική αναβολή μπορεί να κάνει τη μελλοντική προσαρμογή δυσκολότερη.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αδυναμία ενός πολιτικού συστήματος που συχνά προτιμά να διατηρεί τις υφιστάμενες υποσχέσεις παρά να εξηγεί στους πολίτες το πραγματικό κόστος τους. Η προστασία των σημερινών δικαιωμάτων είναι θεμιτός στόχος. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί μόνιμη δικαιολογία για τη μεταφορά ολοένα μεγαλύτερων υποχρεώσεων στις επόμενες γενιές.
Μια κοινωνική πολιτική δεν γίνεται δικαιότερη επειδή το κόστος της μεταφέρεται σε εκείνους που δεν έχουν ακόμη πολιτική δύναμη να αντιδράσουν.

Διαβάστε ακόμα: Τι είναι η ιδιωτική σύνταξη;
Τι σημαίνει αυτή η αλλαγή για την Ελλάδα
Η γαλλική συζήτηση έχει άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Η χώρα μας αντιμετωπίζει επίσης δημογραφική γήρανση, χαμηλή γεννητικότητα και την ανάγκη διατήρησης ενός βιώσιμου συνταξιοδοτικού συστήματος. Η Ελλάδα έχει ήδη εισαγάγει κεφαλαιοποιητικό στοιχείο στην επικουρική ασφάλιση μέσω του ΤΕΚΑ, το οποίο αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες νεότερων ασφαλισμένων.
Αυτό, ωστόσο, δεν καταργεί την ανάγκη συστηματικής αξιολόγησης του συνολικού ασφαλιστικού συστήματος. Η μακροχρόνια βιωσιμότητα εξαρτάται από περισσότερους παράγοντες: την απασχόληση, την παραγωγικότητα, την εξέλιξη των μισθών, τη δημογραφία, την εισφοροδιαφυγή και την αποτελεσματική διαχείριση των αποθεματικών.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Η ανάπτυξη αξιόπιστων, χαμηλού κόστους και καλά εποπτευόμενων προϊόντων μακροχρόνιας αποταμίευσης μπορεί να ενισχύσει τη χρηματοοικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών και να διευρύνει τη διαθέσιμη επενδυτική βάση της ελληνικής οικονομίας.
Αυτό προϋποθέτει πραγματικό ανταγωνισμό, διαφάνεια στις χρεώσεις, προστασία των αποταμιευτών και σωστή ενημέρωση για τους επενδυτικούς κινδύνους. Δεν αρκεί να μεταφέρουμε τον κίνδυνο από το κράτος στον πολίτη. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε θεσμούς που θα του επιτρέπουν να τον διαχειρίζεται αποτελεσματικά.
Το τέλος μιας βεβαιότητας
Η σημαντικότερη είδηση από τη Γαλλία δεν είναι ότι αυξάνονται τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Είναι ότι μεταβάλλεται η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος. Για δεκαετίες, μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών θεωρούσαν τη δημόσια σύνταξη σχεδόν δεδομένη: μια υπόσχεση που το κράτος θα μπορούσε πάντοτε να εκπληρώσει. Η δημογραφία και τα δημόσια οικονομικά καθιστούν πλέον αυτή τη βεβαιότητα δυσκολότερο να διατηρηθεί χωρίς προσαρμογές.
Η απάντηση δεν είναι η κατάργηση της κοινωνικής προστασίας. Ούτε όμως η διατήρηση κάθε υφιστάμενης ρύθμισης ανεξαρτήτως κόστους. Η πραγματικά υπεύθυνη πολιτική είναι εκείνη που αναγνωρίζει τους περιορισμούς, κατανέμει δίκαια τα βάρη και δημιουργεί ένα σύστημα που μπορεί να χρηματοδοτεί τις υποσχέσεις του.
Διότι το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι να παραδεχθεί μια κυβέρνηση ότι το ασφαλιστικό σύστημα χρειάζεται αλλαγές. Είναι να συνεχίζει να υπόσχεται συντάξεις χωρίς να εξηγεί ποιος και πώς θα τις πληρώσει.
Και αυτό είναι ένα δίλημμα που δεν αφορά μόνο τη Γαλλία. Αφορά το μέλλον ολόκληρου του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους.

Add comment
Comments