Λίγα έργα τέχνης έχουν καταφέρει να διεισδύσουν τόσο βαθιά στη μαζική κουλτούρα όσο η περίφημη “Μητέρα του Γουίστλερ”. Από τα κινούμενα σχέδια της Disney και τους Simpsons μέχρι τη λογοτεχνία, τη διαφήμιση και τα αμερικανικά γραμματόσημα, η εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας καθισμένης σε προφίλ έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πολιτιστικά σύμβολα των τελευταίων 150 ετών.
Το παράδοξο είναι ότι ο δημιουργός της, ο Αμερικανός ζωγράφος Τζέιμς Άμποτ ΜακΝιλ Γουίστλερ, δεν είχε ποτέ αυτή την πρόθεση. Αντιθέτως, πίστευε ότι η τέχνη έπρεπε να είναι απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς, πατριωτισμούς και ηθικά διδάγματα. Κι όμως, το έργο που τον έκανε αθάνατο κατέληξε να συμβολίζει ακριβώς όλα όσα ο ίδιος απέρριπτε.
Ένα αριστούργημα που γεννήθηκε από... ατύχημα
Η ιστορία του πίνακα ξεκινά το φθινόπωρο του 1871 στο Λονδίνο.
Ο Γουίστλερ είχε προγραμματίσει μια νέα ζωγραφική συνεδρία με επαγγελματικό μοντέλο. Την τελευταία στιγμή, όμως, το μοντέλο αρρώστησε και ακύρωσε το ραντεβού. Τότε εμφανίστηκε η μητέρα του καλλιτέχνη, Άννα ΜακΝιλ Γουίστλερ, η οποία δέχθηκε απρόθυμα να ποζάρει για τον γιο της.
Το αποτέλεσμα ήταν ο πίνακας που σήμερα γνωρίζουμε ως “Η Μητέρα του Γουίστλερ”, αν και ο αρχικός τίτλος του ήταν πολύ διαφορετικός:
Ακόμη και ο τίτλος αποκαλύπτει τις προθέσεις του δημιουργού. Ο Γουίστλερ δεν ήθελε το κοινό να βλέπει έναν συναισθηματικό ύμνο στη μητρότητα. Ήθελε να δει μια σύνθεση χρωμάτων, γραμμών και σχημάτων.
Οι κριτικοί δεν εντυπωσιάστηκαν
Σήμερα μοιάζει αδιανόητο, αλλά το έργο δεν γνώρισε άμεση επιτυχία.
Λίγο έλειψε να απορριφθεί από τη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου το 1872 και τελικά έγινε δεκτό χάρη στην παρέμβαση φίλων του ζωγράφου.
Ακόμη κι όταν εκτέθηκε, οι περισσότεροι κριτικοί αντιμετώπισαν το έργο με αδιαφορία ή δυσπιστία.
Η βικτωριανή κοινωνία προτιμούσε πίνακες που αφηγούνταν ιστορίες, απεικόνιζαν ιστορικά γεγονότα ή αντλούσαν θέματα από τη λογοτεχνία και τη μυθολογία. Αντίθετα, ο Γουίστλερ μιλούσε για “συμφωνίες”, “αρμονίες” και “νυχτερινά”, υιοθετώντας όρους της μουσικής για να περιγράψει τη ζωγραφική.
Για το κοινό της εποχής, η προσέγγιση αυτή έμοιαζε ελιτίστικη και ακατανόητη.
Διαβάστε ακόμα: Irving Berlin: Ο μετανάστης που μελοποίησε την ψυχή της Αμερικής
Ο Γουίστλερ, ο πρώτος «σταρ» της τέχνης
Αν ο πίνακας δεν έγινε αμέσως διάσημος, ο δημιουργός του φρόντισε να γίνει.
Ο Γουίστλερ υπήρξε από τους πρώτους καλλιτέχνες που κατανόησαν τη δύναμη της προσωπικής προβολής. Προκαλούσε συχνά αντιδράσεις, συγκρουόταν δημόσια με κριτικούς και αξιοποιούσε τα μέσα ενημέρωσης της εποχής για να διατηρεί το όνομά του στην επικαιρότητα.
Με σημερινούς όρους, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας από τους πρώτους “media artists” της ιστορίας.
Η φήμη του ως προκλητικού και αντισυμβατικού δημιουργού συνέβαλε αργότερα και στην ανακάλυψη του ίδιου του έργου.
Από την αφάνεια στο γαλλικό κράτος
Παρά τη σημερινή του αίγλη, ο πίνακας πέρασε δεκαετίες σχεδόν στην αφάνεια.
Σε μια περίοδο οικονομικών προβλημάτων, ο Γουίστλερ αναγκάστηκε ακόμη και να τον καταθέσει ως εγγύηση στους πιστωτές του μετά τη χρεοκοπία του.
Η μεγάλη ανατροπή ήρθε το 1891.
Μια ομάδα καλλιτεχνών και διανοουμένων έπεισε τη γαλλική κυβέρνηση να αποκτήσει το έργο. Η “Μητέρα του Γουίστλερ” έγινε έτσι εθνική περιουσία της Γαλλίας και εκτέθηκε στο Μουσείο του Λουξεμβούργου στο Παρίσι.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε αίσθηση στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο αμερικανικός Τύπος άρχισε να παρουσιάζει τον πίνακα ως εθνικό καλλιτεχνικό θησαυρό.
Πώς η μητέρα έγινε εθνικό σύμβολο
Η πραγματική έκρηξη δημοτικότητας ήρθε στις αρχές του 20ού αιώνα.
Οι διαφημιστές, οι εκδότες και οι πολιτικοί επικοινωνιολόγοι ανακάλυψαν ότι η αυστηρή αλλά γαλήνια μορφή της ηλικιωμένης γυναίκας μπορούσε εύκολα να συμβολίσει την αφοσίωση, τη θυσία και την οικογενειακή σταθερότητα.
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η εικόνα χρησιμοποιήθηκε σε αφίσες στρατολόγησης και καμπάνιες οικονομικής ενίσχυσης του πολέμου.
Η “Μητέρα του Γουίστλερ” μετατράπηκε σταδιακά σε προσωποποίηση της μητρότητας και των παραδοσιακών αμερικανικών αξιών.
Η Μεγάλη Ύφεση την έκανε θρύλο
Το σημείο καμπής ήρθε το 1932.
Ο διευθυντής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA), Άλφρεντ Μπαρ, οργάνωσε μια μεγάλη περιοδεία του έργου σε 18 αμερικανικές πόλεις.
Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια άνθρωποι είδαν τον πίνακα μέσα σε δύο χρόνια.
Η συγκυρία αποδείχθηκε ιδανική.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν στη δίνη της Μεγάλης Ύφεσης. Εκατομμύρια οικογένειες αντιμετώπιζαν φτώχεια και αβεβαιότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η εικόνα μιας ηλικιωμένης μητέρας που εκπέμπει αξιοπρέπεια, αντοχή και σταθερότητα λειτούργησε ως ψυχολογικό καταφύγιο για μια ολόκληρη κοινωνία.
Το 1934 η αμερικανική ταχυδρομική υπηρεσία εξέδωσε γραμματόσημο με τη μορφή της, συνοδευόμενο από την αφιέρωση:
“Στη μνήμη και προς τιμήν των μητέρων της Αμερικής”.
Η μεταμόρφωση ενός καλλιτεχνικού έργου σε εθνικό σύμβολο είχε πλέον ολοκληρωθεί.
Από αριστούργημα σε... meme
Από εκεί και πέρα η πορεία ήταν μη αναστρέψιμη.
Η εικόνα άρχισε να αναπαράγεται ασταμάτητα. Εμφανίστηκε σε γελοιογραφίες, κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, εξώφυλλα περιοδικών, διαφημίσεις και αργότερα στο διαδίκτυο.
Οι Simpsons την παρωδούν. Η Disney την αναπαράγει. Ο Ντόναλντ Ντακ παίρνει τη θέση της. Οι χαρακτήρες των Ninja Turtles, του Sesame Street και των Muppets ποζάρουν στη στάση της.
Ο λόγος είναι απλός.
Η σύνθεση είναι εξαιρετικά λιτή και άμεσα αναγνωρίσιμη. Το θέμα της μητρότητας είναι παγκόσμιο. Η εικόνα είναι εύκολη στην αντιγραφή και ταυτόχρονα αρκετά ουδέτερη ώστε να μπορεί να προσαρμοστεί σε αμέτρητα διαφορετικά συμφραζόμενα.
Με άλλα λόγια, πολύ πριν υπάρξει το διαδίκτυο, η “Μητέρα του Γουίστλερ” είχε ήδη γίνει ένα από τα πρώτα πραγματικά παγκόσμια memes.
Η ειρωνεία της ιστορίας
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι η διαχρονική επιτυχία του πίνακα βασίστηκε ακριβώς σε όσα ο ίδιος ο Γουίστλερ απέρριπτε.
Ο καλλιτέχνης πίστευε ότι η τέχνη δεν έπρεπε να υπηρετεί ούτε την ηθική, ούτε τον πατριωτισμό, ούτε το συναίσθημα. Κι όμως, το έργο του έγινε διάσημο επειδή ακριβώς συνδέθηκε με τη μητρότητα, τη νοσταλγία, την οικογένεια και την εθνική υπερηφάνεια.
Τελικά, η ιστορία της “Μητέρας του Γουίστλερ” αποδεικνύει ότι η μοίρα ενός έργου τέχνης δεν καθορίζεται μόνο από τον δημιουργό του. Καθορίζεται και από την εποχή που το υποδέχεται.
Και όταν η Αμερική αναζήτησε ένα εθνικό αριστούργημα και ένα συμβολικό πρόσωπο που να εκφράζει αντοχή και αξιοπρέπεια, η ηλικιωμένη γυναίκα που κάποτε πόζαρε απλώς για να καλύψει ένα κενό στο πρόγραμμα του γιου της μετατράπηκε σε παγκόσμιο πολιτιστικό σύμβολο.
Add comment
Comments