Ρωσία: Οι πολίτες αποσύρουν δισεκατομμύρια από τις τράπεζες - Ο φόβος ότι το Κρεμλίνο μπορεί να αγγίξει τις καταθέσεις

Published on August 19, 2026 at 7:09 PM

Οι Ρώσοι αρχίζουν να κάνουν κάτι που κάθε κυβέρνηση φοβάται ιδιαίτερα όταν μια οικονομία βρίσκεται υπό πίεση: μετατρέπουν τις τραπεζικές τους καταθέσεις σε μετρητά.

Από τον Δ.Α. | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Περίπου 24,4 δισ. αποσύρθηκαν από το ρωσικό τραπεζικό σύστημα κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2026, καθώς οι επιθέσεις ουκρανικών drones σε διυλιστήρια και υποδομές logistics επιβαρύνουν την οικονομία και, ταυτόχρονα, εξαπλώνεται ένας διαφορετικός φόβος: ότι το Κρεμλίνο θα μπορούσε κάποια στιγμή να παγώσει ή να δεσμεύσει ιδιωτικές αποταμιεύσεις προκειμένου να χρηματοδοτήσει τον παρατεταμένο πόλεμο στην Ουκρανία.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η ρωσική κυβέρνηση έχει αποφασίσει ένα γενικευμένο πάγωμα τραπεζικών καταθέσεων. Η ανησυχία όμως δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.

Το ρωσικό κράτος έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε μια πρωτοφανή μεταφορά ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων υπό κρατικό έλεγχο, ενώ ταυτόχρονα ζητά ολοένα μεγαλύτερες οικονομικές συνεισφορές από τις μεγάλες επιχειρήσεις για να καλύψει τις δημοσιονομικές ανάγκες μιας πολεμικής οικονομίας.

Από το 2022 έχουν κατασχεθεί ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των $50 δισ., σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters. (Reuters⁠)

Το αποτέλεσμα είναι ότι η συζήτηση στη Ρωσία δεν αφορά πλέον μόνο τις κυρώσεις, τον πληθωρισμό ή τα επιτόκια. Αφορά κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: πόση εμπιστοσύνη εξακολουθούν να έχουν οι ίδιοι οι Ρώσοι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις εγγυήσεις ιδιωτικής περιουσίας του κράτους τους.

Περίπου 300 δισ. ρούβλια φεύγουν κάθε μήνα

Στοιχεία της χρηματοοικονομικής πλατφόρμας Banki.ru δείχνουν ότι η ζήτηση για μετρητά άρχισε να αυξάνεται αισθητά από τις αρχές Μαρτίου. Έκτοτε, περίπου 300 δισ. ρούβλια τον μήνα, δηλαδή περίπου €3 δισ., εγκαταλείπουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Πέντε από τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές τράπεζες έχουν καταγράψει καθαρές εκροές καταθέσεων φυσικών προσώπων. Η εικόνα διαφέρει σημαντικά από τράπεζα σε τράπεζα.

Η Gazprombank έχει δεχθεί μέχρι στιγμής το ισχυρότερο πλήγμα. Μέσα σε τέσσερις μήνες έχασε περίπου 299,5 δισ. ρούβλια, πάνω από €3 δισ., ποσό που αντιστοιχεί στο 10,8% των καταθέσεών της.

Η Rosselkhozbank έχασε περίπου 270,5 δισ. ρούβλια, δηλαδή πάνω από το 15% των καταθέσεων φυσικών προσώπων.

Στην Alfa-Bank, τη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της Ρωσίας, οι εκροές έφτασαν τα 179,4 δισ. ρούβλια, περίπου το 5,6% των καταθέσεων.

Απώλειες κατέγραψαν επίσης η Sovcombank και η VTB

Ακόμη και η Sberbank άρχισε να χάνει καταθέσεις

Η Sberbank, ο γίγαντας του ρωσικού τραπεζικού συστήματος, είχε αρχικά εμφανιστεί πιο ανθεκτική. Αυτό άλλαξε στις αρχές του καλοκαιριού. Τον Ιούνιο αποσύρθηκαν περίπου 211,6 δισ. ρούβλια και τον Ιούλιο άλλα 31,8 δισ.

Η εξαίρεση μεταξύ των μεγαλύτερων τραπεζών ήταν η T-Bank, όπου οι καταθέσεις αυξήθηκαν περίπου κατά 193 δισ. ρούβλια.

Το γεγονός ότι δεν πλήττονται όλες οι τράπεζες στον ίδιο βαθμό έχει σημασία. Δεν παρατηρείται ακόμη μια κλασική, γενικευμένη τραπεζική φυγή στην οποία οι πολίτες εγκαταλείπουν μαζικά ολόκληρο το σύστημα.

Ωστόσο, η συνολική αύξηση της ζήτησης για φυσικό χρήμα δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών προτιμά πλέον να έχει τουλάχιστον ένα μέρος των αποταμιεύσεών του εκτός τραπεζών.

643 δισ. ρούβλια περισσότερα μετρητά μέσα σε έναν μήνα

Τα στοιχεία της ίδιας της Τράπεζας της Ρωσίας αποκαλύπτουν πόσο γρήγορα αυξάνεται η ζήτηση για cash. Μόνο τον Ιούλιο, η ποσότητα των μετρητών σε κυκλοφορία αυξήθηκε κατά περίπου 643,4 δισ. ρούβλια, η μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση του 2026 μέχρι σήμερα.

Στις πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου προστέθηκαν σχεδόν άλλα 300 δισ. ρούβλια, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία για τη νομισματική κυκλοφορία. (Telegraph⁠)

Για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει αυτό, πρέπει να επιστρέψει στο 2022. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία και το πρώτο κύμα δυτικών κυρώσεων, οι Ρώσοι είχαν επίσης σπεύσει να αποσύρουν χρήματα από τις τράπεζες.

Η κεντρική τράπεζα αναγκάστηκε τότε να αυξήσει το βασικό επιτόκιο στο 20% και να επιβάλει περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.

Η κρίση εμπιστοσύνης τελικά υποχώρησε.

Η σημερινή τάση όμως είναι διαφορετική επειδή είναι παρατεταμένη και εμφανίζεται τέσσερα χρόνια μετά την αρχική εισβολή, όταν οι οικονομικές αντοχές της χώρας έχουν ήδη δοκιμαστεί επί μακρόν.

Ο πρώτος φόβος: οι ουκρανικές επιθέσεις

Μία αιτία είναι καθαρά πολεμική.

Οι επιθέσεις ουκρανικών drones έχουν πλέον μεταφέρει ένα σημαντικό μέρος του οικονομικού κόστους του πολέμου βαθύτερα μέσα στη ρωσική επικράτεια.

Διυλιστήρια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και δίκτυα logistics έχουν βρεθεί στο στόχαστρο, επηρεάζοντας την παραγωγή και αυξάνοντας το κόστος λειτουργίας της οικονομίας. Το Reuters καταγράφει τις επιθέσεις αυτές ως έναν από τους παράγοντες που επιβαρύνουν πλέον άμεσα τις προοπτικές ανάπτυξης της Ρωσίας. (Reuters⁠)

Όσο οι επιθέσεις συνεχίζονται, οι πολίτες δεν βλέπουν πλέον τον πόλεμο ως κάτι που περιορίζεται στο μέτωπο της Ουκρανίας.

Το οικονομικό ρίσκο γίνεται εσωτερικό.

Ο δεύτερος φόβος είναι πιο σοβαρός: μπορεί το κράτος να αγγίξει τις καταθέσεις;

Εδώ βρίσκεται το πιο ευαίσθητο σημείο. Οι Ρώσοι δεν αποσύρουν χρήματα μόνο επειδή φοβούνται μια γενική οικονομική κρίση.

Ένα μέρος της ανησυχίας συνδέεται με την πιθανότητα το κράτος να αναζητήσει νέους τρόπους χρηματοδότησης του πολέμου. Και η υποψία ενισχύεται από όσα έχουν ήδη συμβεί στην ιδιωτική οικονομία.

Τα τελευταία χρόνια, το κράτος έχει προχωρήσει σε δεκάδες κατασχέσεις επιχειρήσεων και περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσαν ρωσικοί νομικοί και αναλυτές, η αξία περιουσιακών στοιχείων που έχουν τεθεί στο στόχαστρο για κατάσχεση από το 2022 έως το τέλος του 2025 ξεπέρασε τα 4,99 τρισ. ρούβλια, περίπου $58 δισ. δολάρια. (OCCRP⁠)

Η τάση συνεχίστηκε και το 2026.

Η περίπτωση Μοσκόβιτς

Τον Ιούνιο, οι ρωσικές αρχές κατέσχεσαν περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με τον δισεκατομμυριούχο Βαντίμ Μοσκόβιτς, ιδρυτή του αγροδιατροφικού κολοσσού Rusagro.

Η συνολική αξία τους υπολογίστηκε περίπου στα 550 δισ. ρούβλια, ή $7,6 δισ., σε μία από τις μεγαλύτερες περιπτώσεις κρατικοποίησης ιδιωτικής περιουσίας των τελευταίων ετών. 

Ο Μοσκόβιτς έχει αρνηθεί τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για τον μέσο Ρώσο καταθέτη, όμως, το πολιτικό μήνυμα είναι πιο απλό: το κράτος έχει αποδείξει ότι, όταν το θεωρεί αναγκαίο, μπορεί να μεταφέρει τεράστια ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία υπό τον έλεγχό του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τραπεζικές καταθέσεις θα είναι ο επόμενος στόχος. Αλλά εξηγεί γιατί η σχετική φημολογία βρίσκει πρόσφορο έδαφος.

Οι «εθελοντικές δωρεές» των ολιγαρχών

Παράλληλα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει στραφεί προς τις μεγάλες επιχειρήσεις για πρόσθετα έσοδα.

Σύμφωνα με τη Vedomosti, οι λεγόμενες μη επιστρεπτέες ή "εθελοντικές" συνεισφορές επιχειρήσεων προς τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό έφτασαν περίπου τα 383,7 δισ. ρούβλια στους πρώτους οκτώ μήνες του 2026 - σχεδόν μιάμιση φορά το σύνολο ολόκληρου του προηγούμενου έτους

Οι Financial Times είχαν ήδη καταγράψει την άνοιξη ότι ο Πούτιν είχε ζητήσει από μεγάλους επιχειρηματίες να ενισχύσουν εθελοντικά τον προϋπολογισμό, ενώ το δημοσιονομικό κόστος του πολέμου αυξανόταν. (Financial Times⁠)

Η ίδια η λέξη "εθελοντική" γίνεται επομένως σχετική όταν το αίτημα προέρχεται από το Κρεμλίνο. Και αυτό επιβαρύνει περαιτέρω το κλίμα εμπιστοσύνης.

Οι τράπεζες χρηματοδοτούν εδώ και χρόνια την πολεμική οικονομία

Η σχέση μεταξύ τραπεζικού συστήματος και πολέμου είναι βαθύτερη. Οι μεγάλες ρωσικές τράπεζες έχουν χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων που βρίσκονται στον πυρήνα της αμυντικής βιομηχανίας.

Μεγάλο μέρος του δανεισμού έχει κατευθυνθεί σε τομείς που το κράτος θεωρεί στρατηγικούς. Αυτό σημαίνει ότι ο τραπεζικός τομέας δεν λειτουργεί πλέον αποκλειστικά με κριτήρια αγοράς.

Λειτουργεί μέσα σε μια οικονομία στην οποία οι κυβερνητικές ανάγκες και η πολεμική παραγωγή έχουν τεράστια βαρύτητα. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών πόρων δεσμεύεται από αυτή την οικονομία.

Και οι μεγάλες επιχειρήσεις βγάζουν χρήματα

Η ανησυχία δεν περιορίζεται στα νοικοκυριά.

Μεγάλες ρωσικές επιχειρήσεις επιδιώκουν επίσης να μεταφέρουν κεφάλαια εκτός της άμεσης εμβέλειας των εγχώριων ρυθμιστικών αρχών.

Περισσότερα από $9,4 δισ. μεταφέρθηκαν εκτός Ρωσίας μόνο στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία της κεντρικής τράπεζας που επικαλείται η Washington Post. (The Washington Post⁠)

Αυτό είναι ίσως ακόμη πιο ανησυχητικό από τις αναλήψεις μετρητών. Όταν οι ίδιοι οι μεγάλοι οικονομικοί παίκτες προσπαθούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στο εσωτερικό σύστημα, το πρόβλημα δεν είναι απλώς καταναλωτικός πανικός.

Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης της επιχειρηματικής ελίτ.

Η οικονομική μηχανή του πολέμου επιβραδύνεται

Για ένα διάστημα, ο πόλεμος είχε δημιουργήσει την εντύπωση μιας ρωσικής οικονομίας που αψηφούσε τις δυτικές κυρώσεις.

Η τεράστια κρατική δαπάνη για εξοπλισμούς, οι αυξημένοι μισθοί στις αμυντικές βιομηχανίες και η κρατική χρηματοδότηση είχαν δημιουργήσει σημαντική οικονομική δραστηριότητα.

Όμως αυτή η ανάπτυξη είχε κόστος:

  • Υψηλό πληθωρισμό.
  • Έλλειψη εργατικού δυναμικού.
  • Υψηλά επιτόκια.
  • Και ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από τις κρατικές δαπάνες.

Τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά πολύ πιο αργά από τα προηγούμενα χρόνια. Η Rosstat ανακοίνωσε ανάπτυξη 1,3% στο δεύτερο τρίμηνο σε ετήσια βάση, μετά από συρρίκνωση 0,2% στο πρώτο, με την αύξηση για ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο να υπολογίζεται περίπου στο 0,6%.

Αυτό είναι σημαντικό, διότι ορισμένες προηγούμενες εκτιμήσεις για ανάπτυξη μόλις 0,3% στο εξάμηνο έχουν πλέον ξεπεραστεί από τα νεότερα στοιχεία της Rosstat.

Η κατεύθυνση, ωστόσο, παραμένει η ίδια: η ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί δραματικά.

Η ρωσική οικονομία είχε αυξηθεί κατά 4,9% το 2024 και περίπου 1% το 2025. 

Η κεντρική τράπεζα βλέπει ακόμη και μηδενική ανάπτυξη

Το πρόβλημα είναι ότι η επόμενη φάση μπορεί να είναι ακόμη δυσκολότερη. Η Τράπεζα της Ρωσίας έχει μειώσει σημαντικά τις προβλέψεις της και έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο η οικονομία να μην εμφανίσει ουσιαστική ανάπτυξη συνολικά το 2026.

Παράλληλα, το βασικό επιτόκιο εξακολουθεί να βρίσκεται στο 14%, έναντι στόχου πληθωρισμού 4%, σύμφωνα με τα τρέχοντα στοιχεία της κεντρικής τράπεζας. Υψηλά επιτόκια για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα περιορίζουν τις επενδύσεις και επιβαρύνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Η Ρωσία βρίσκεται έτσι σε μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία: αν μειώσει πολύ γρήγορα τα επιτόκια, κινδυνεύει να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.

Αν τα διατηρήσει πολύ υψηλά, αυξάνει τον κίνδυνο οικονομικής στασιμότητας.

Ο άνθρωπος που είπε ότι η Ρωσία δεν μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο φθοράς

Ίσως η πιο αποκαλυπτική ένδειξη της αυξανόμενης ανησυχίας στο εσωτερικό της ρωσικής οικονομικής ελίτ ήρθε από τον Αντρέι Κλεπάχ.

Ο Κλεπάχ δεν ήταν αντικαθεστωτικός. Ήταν ένας από τους γνωστότερους Ρώσους μακροοικονομολόγους, πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης και από το 2014 επικεφαλής οικονομολόγος της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας VEB.

Σε οικονομικό φόρουμ τον Μάιο προειδοποίησε ότι η Ρωσία χάνει έδαφος στον οικονομικό και τεχνολογικό ανταγωνισμό.

Και προχώρησε ακόμη περισσότερο.

Υποστήριξε ότι η χώρα δεν πρόκειται να κερδίσει έναν παρατεταμένο "πόλεμο φθοράς" και ότι η αντίληψη πως η ουκρανική οικονομία θα καταρρεύσει από μόνη της είναι ψευδαίσθηση.

Οι ρωσικές δαπάνες, προειδοποίησε, συνεχίζουν να αυξάνονται. Λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση των δηλώσεών του, ο Κλεπάχ απομακρύνθηκε από τη VEB.

Η τράπεζα επιβεβαίωσε την αποχώρησή του αλλά δεν ανακοίνωσε επισήμως τον λόγο. Reuters, FT και Guardian συνέδεσαν χρονικά την απομάκρυνσή του με τις ιδιαίτερα ασυνήθιστες δημόσιες επικρίσεις του για την οικονομική πορεία της χώρας.

Ο πόλεμος φθοράς λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις

Η ρωσική στρατηγική βασίστηκε επί χρόνια σε μια βασική υπόθεση:

  • ότι η Μόσχα μπορεί να αντέξει περισσότερο από την Ουκρανία και τους δυτικούς συμμάχους της.
  • Ότι η ευρωπαϊκή πολιτική βούληση θα εξασθενήσει.
  • Ότι η οικονομία της Ουκρανίας θα εξαντληθεί.
  • Ότι οι κυρώσεις θα καταστούν διαχειρίσιμες.
  • Και ότι η Ρωσία, χάρη στην ενέργεια, τις πρώτες ύλες και το μέγεθός της, θα μπορέσει να συνεχίσει.

Ο Κλεπάχ έθεσε ουσιαστικά την αντίθετη ερώτηση: τι γίνεται εάν η φθορά αρχίζει να συσσωρεύεται ταχύτερα και στη Ρωσία;

  • Τα δημοσιονομικά ελλείμματα μεγαλώνουν.
  • Το κράτος ζητά χρήματα από τους επιχειρηματίες.
  • Περιουσίες μεταφέρονται υπό κρατικό έλεγχο.
  • Το τραπεζικό σύστημα χρηματοδοτεί την αμυντική οικονομία.
  • Οι επιχειρήσεις μεταφέρουν κεφάλαια.
  • Και οι πολίτες αυξάνουν τα μετρητά που κρατούν εκτός τραπεζών.

Καμία από αυτές τις εξελίξεις, μόνη της, δεν σημαίνει χρηματοπιστωτική κατάρρευση. Μαζί όμως σχηματίζουν μια διαφορετική εικόνα από εκείνη της απόλυτης οικονομικής ανθεκτικότητας που επιδιώκει να προβάλει το Κρεμλίνο.

Δεν είναι ακόμη bank run

Χρειάζεται πάντως μια κρίσιμη διάκριση. Η Ρωσία δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια κλασική τραπεζική κρίση τύπου 1998. Οι τράπεζες λειτουργούν.

Δεν υπάρχουν γενικευμένες ουρές πολιτών που προσπαθούν να αδειάσουν όλους τους λογαριασμούς τους. Δεν έχουν επιβληθεί νέοι συνολικοί περιορισμοί στις αναλήψεις. Και η κεντρική τράπεζα εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία για να παρέχει ρευστότητα στο σύστημα.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι πιο αργό και δυνητικά πιο ύπουλο: η σταδιακή διάβρωση εμπιστοσύνης.

Ένας καταθέτης που μεταφέρει το 10% ή το 20% των αποταμιεύσεών του σε μετρητά δεν προκαλεί από μόνος του κρίση.

Αν όμως εκατομμύρια άνθρωποι κάνουν το ίδιο επί μήνες, το αποτέλεσμα γίνεται μακροοικονομικά σημαντικό.

Το παράδοξο των υψηλών επιτοκίων

Υπάρχει μάλιστα ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Με επιτόκια κοντά στο 14%, οι τραπεζικές καταθέσεις θα έπρεπε θεωρητικά να είναι εξαιρετικά ελκυστικές.

Ο καταθέτης εγκαταλείπει σημαντικούς τόκους όταν επιλέγει να κρατήσει μετρητά στο σπίτιΆρα, όταν ένα μέρος των πολιτών προτιμά παρ’ όλα αυτά το φυσικό χρήμα, η απόφαση δεν είναι αποκλειστικά οικονομική.

Είναι απόφαση κινδύνου.

Ο πολίτης θυσιάζει απόδοση για να αποκτήσει μεγαλύτερο άμεσο έλεγχο των χρημάτων του. Και αυτό είναι ένα κλασικό σύμπτωμα μειωμένης εμπιστοσύνης.

Μπορεί το Κρεμλίνο πραγματικά να παγώσει τις καταθέσεις;

Θεωρητικά, ένα κράτος σε ακραίες συνθήκες μπορεί να επιβάλει περιορισμούς στις κινήσεις κεφαλαίων ή στις αναλήψεις.

Η Ρωσία το έχει ήδη κάνει με διαφορετικές μορφές μετά το 2022. Αυτό όμως απέχει πολύ από την άμεση κρατικοποίηση τραπεζικών καταθέσεων.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη ένδειξη ότι η κυβέρνηση Πούτιν σχεδιάζει γενικευμένη κατάσχεση των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών.

Και υπάρχει ένας πολύ πρακτικός λόγος. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει ακριβώς αυτό που το Κρεμλίνο θέλει περισσότερο να αποφύγει:

μια πραγματική μαζική φυγή από τις τράπεζες.

Θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη στο ρούβλι, θα πίεζε τις τράπεζες και θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Επομένως, ο φόβος είναι πραγματικός ως κοινωνικό φαινόμενο. Δεν αποτελεί όμως απόδειξη ότι μια τέτοια πολιτική έχει αποφασιστεί.

Το επικίνδυνο σημείο για κάθε οικονομία

Στις χρηματοπιστωτικές κρίσεις, υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην προσδοκία. Μια τράπεζα μπορεί να είναι απολύτως φερέγγυα. Αν όμως αρκετοί καταθέτες πιστέψουν ότι δεν είναι και προσπαθήσουν ταυτόχρονα να πάρουν τα χρήματά τους, μπορεί να δημιουργηθεί το πρόβλημα που φοβούνταν.

Το ίδιο ισχύει σε μεγαλύτερη κλίμακα για ένα κράτος.

Η Ρωσία μπορεί να μην σχεδιάζει να αγγίξει τις καταθέσεις. Αν όμως εκατομμύρια Ρώσοι πιστέψουν ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, η συμπεριφορά τους μπορεί να έχει πραγματικές οικονομικές συνέπειες.

Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τον Πούτιν μπορεί να είναι η εμπιστοσύνη

Για περισσότερο από τέσσερα χρόνια, η Ρωσία απέδειξε ότι μπορούσε να απορροφήσει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από όσο πολλοί στη Δύση είχαν αρχικά προβλέψει.

  • Οι κυρώσεις δεν προκάλεσαν κατάρρευση.
  • Το ρούβλι επιβίωσε.
  • Οι τράπεζες συνέχισαν να λειτουργούν.
  • Η πολεμική οικονομία δημιούργησε ανάπτυξη και απασχόληση.

Αλλά η οικονομική ανθεκτικότητα δεν είναι ανεξάντλητη. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, η συζήτηση μετακινείται από το αν η Ρωσία μπορεί να επιβιώσει στις κυρώσεις στο πόσο κοστίζει αυτή η επιβίωση.

Και πλέον εμφανίζεται ένας παράγοντας που δεν μπορεί να μετρηθεί εύκολα στους επίσημους δείκτες: η εμπιστοσύνη των ίδιων των Ρώσων στο κράτος τους.

Τα €24,4 δισ. που μετακινήθηκαν από τις τράπεζες μέσα σε επτά μήνες δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη επικείμενης οικονομικής κρίσης.

Αποτελούν όμως ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα.

Γιατί όταν οι πολίτες μιας χώρας με υψηλά τραπεζικά επιτόκια προτιμούν όλο και περισσότερο να έχουν τα χρήματά τους στα χέρια τους αντί στους λογαριασμούς τους, τότε το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο τον πληθωρισμό ή την ανάπτυξη.

Αφορά την εμπιστοσύνη.

Και σε έναν πόλεμο φθοράς, η εμπιστοσύνη είναι επίσης ένας πόρος που μπορεί να εξαντληθεί.

Add comment

Comments

There are no comments yet.