Ουκρανία: Ο Πούτιν βλέπει «πιθανότητα ειρήνης» – Τι κρύβεται πίσω από τη νέα διπλωματική στροφή της Μόσχας

Published on September 3, 2026 at 7:31 PM

Ο Ρώσος πρόεδρος δηλώνει ότι μια συμφωνία είναι εφικτή και αναγνωρίζει ρόλο σε ΗΠΑ και Κίνα, την ώρα που Μόσχα και Κίεβο κλιμακώνουν τον πόλεμο των drones. Οι διαπραγματεύσεις μπορεί να επιστρέψουν τον Σεπτέμβριο, αλλά εδαφικό, κατάπαυση του πυρός και εγγυήσεις ασφαλείας παραμένουν τα μεγάλα εμπόδια.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Μια φράση του Βλαντιμίρ Πούτιν αρκούσε για να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που τους τελευταίους μήνες φαινόταν να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα: Υπάρχει πραγματικά δρόμος προς μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία; Ο Ρώσος πρόεδρος απάντησε ουσιαστικά "ναι". Μιλώντας την Πέμπτη στο οικονομικό φόρουμ της ρωσικής Άπω Ανατολής, ο Πούτιν υποστήριξε ότι εξακολουθεί να υπάρχει πιθανότητα επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας και αναφέρθηκε ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα ως δυνάμεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια διευθέτηση.

Η τελική λύση, ξεκαθάρισε, θα πρέπει να προκύψει από τις δύο εμπόλεμες χώρες. "Τελικά, το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί από τις χώρες που εμπλέκονται στη σύγκρουση – τη Ρωσία και την Ουκρανία", είπε, σύμφωνα με το Reuters, προσθέτοντας ότι η Μόσχα είναι ευγνώμων σε όσους επιχειρούν να βοηθήσουν. Και στο κρίσιμο ερώτημα εάν υπάρχει πραγματική πιθανότητα συμφωνίας, απάντησε: "Κατά την άποψή μου, ναι, υπάρχει".

Η δήλωση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έρχεται μόλις λίγα εικοσιτετράωρα μετά από μια πολύ διαφορετική εικόνα. Ο ίδιος Πούτιν είχε δηλώσει ότι η Ρωσία "δεν διαπραγματεύεται με τρομοκράτες", κατηγορώντας την ουκρανική ηγεσία για "κρατική τρομοκρατία", ενώ ταυτόχρονα υποστήριζε ότι οι ρωσικές δυνάμεις κερδίζουν έδαφος και ότι δεν υπάρχει λόγος η Μόσχα να υποχωρήσει από τη στρατιωτική πίεση. Η φαινομενική αντίφαση βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της ρωσικής στρατηγικής: η Μόσχα θέλει να εμφανίζεται διαθέσιμη για διαπραγματεύσεις, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση ότι προσέρχεται σε αυτές επειδή πιέζεται στρατιωτικά.

Από το «δεν διαπραγματευόμαστε με τρομοκράτες» στην «πιθανότητα ειρήνης»

Μόλις δύο ημέρες νωρίτερα, ο τόνος του Πούτιν ήταν εντυπωσιακά διαφορετικός. Μετά τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης στο Κιργιστάν, είχε χαρακτηρίσει "κρατική τρομοκρατία" τις δηλώσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι σχετικά με την ασφάλεια του ρωσικού εναέριου χώρου. Ο Ουκρανός πρόεδρος είχε προειδοποιήσει διεθνείς αεροπορικές εταιρείες και ασφαλιστές ότι η αυξανόμενη παρουσία ουκρανικών drones βαθιά μέσα στη Ρωσία καθιστά τις πτήσεις ολοένα περισσότερο επικίνδυνες. Το Κίεβο υποστηρίζει ότι δεν απειλεί πολιτικά αεροσκάφη.

Η θέση του είναι διαφορετική: όσο αυξάνεται ο αριθμός των ουκρανικών drones που διεισδύουν στον ρωσικό εναέριο χώρο και όσο τα ρωσικά αεροδρόμια αναγκάζονται να αναστέλλουν προσωρινά τις δραστηριότητές τους, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο αντικειμενικός κίνδυνος για την πολιτική αεροπορία. Ο Ζελένσκι το διατύπωσε ακόμη πιο καθαρά: ο πόλεμος που ξεκίνησε η Ρωσία αρχίζει πλέον να "κλείνει" και τον δικό της ουρανό.

Η Μόσχα εξέλαβε την προειδοποίηση ως απειλή. Ο Πούτιν απάντησε ότι εάν οι δηλώσεις αυτές οδηγήσουν σε τραγωδίες με πολιτικά αεροσκάφη, η Ρωσία θα βρει τρόπο να αντιδράσει. Η αντιπαράθεση δεν έμεινε στο επίπεδο της ρητορικής.

Η Ουκρανία έφερε το θέμα στον ICAO

Το Κίεβο προχώρησε ένα βήμα περισσότερο, ενημερώνοντας επισήμως τον Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) ότι θεωρεί τον ρωσικό εναέριο χώρο επικίνδυνο λόγω της αυξανόμενης στρατιωτικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με το Reuters, η Ουκρανία ζήτησε μάλιστα από τον ICAO να ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές και τις αεροπορικές εταιρείες να λάβουν μέτρα που θα μπορούσαν να φτάσουν μέχρι την πλήρη αποφυγή του ρωσικού εναέριου χώρου. Η ουκρανική κυβέρνηση επιμένει ότι τα πλήγματα στο εσωτερικό της Ρωσίας στρέφονται εναντίον στρατιωτικών στόχων και υποδομών που στηρίζουν τη ρωσική πολεμική μηχανή.

Η εξέλιξη έχει όμως και οικονομική διάσταση. Οι επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας αεροδρομίων, οι καθυστερήσεις, οι ακυρώσεις πτήσεων και κυρίως η επανεκτίμηση του κινδύνου από τις ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να μετατρέψουν τα ουκρανικά drones σε εργαλείο οικονομικής πίεσης πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας από την καταστροφή ενός μεμονωμένου στρατιωτικού στόχου. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές και αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες έχουν ήδη σταματήσει να χρησιμοποιούν τον ρωσικό εναέριο χώρο μετά το 2022. Όμως εταιρείες από την Κίνα, την Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες εξακολουθούν να πραγματοποιούν πτήσεις μέσω Ρωσίας.

Εάν ο κίνδυνος οδηγήσει σε υψηλότερα ασφάλιστρα ή σε αποχώρηση περισσότερων διεθνών εταιρειών, ο οικονομικός αντίκτυπος για τη Μόσχα θα γίνει αισθητός. 

Ο πόλεμος των drones αλλάζει τη γεωγραφία της σύγκρουσης

Αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές του πολέμου. Για μεγάλο διάστημα, η Ρωσία είχε τη δυνατότητα να πλήττει ουκρανικές πόλεις και ενεργειακές υποδομές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο, ενώ μεγάλο μέρος της ρωσικής ενδοχώρας παρέμενε σχετικά προστατευμένο. Η ανάπτυξη ουκρανικών drones μεγάλης εμβέλειας μεταβάλλει σταδιακά αυτή την ισορροπία. Διυλιστήρια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές βάσεις και υποδομές σε σημαντικό βάθος εντός της Ρωσίας έχουν πλέον βρεθεί εντός της ουκρανικής ακτίνας δράσης. Και υπάρχει μια δεύτερη συνέπεια: η Μόσχα αναγκάζεται να διαθέτει μεγαλύτερους πόρους αεράμυνας όχι μόνο στο μέτωπο αλλά και για την προστασία της τεράστιας ρωσικής επικράτειας.

Η νέα πραγματικότητα εξηγεί σε σημαντικό βαθμό την οργισμένη αντίδραση του Κρεμλίνου στις δηλώσεις Ζελένσκι.

Η μάχη δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος ελέγχει μερικά ακόμη τετραγωνικά χιλιόμετρα στο Ντονμπάς. Αφορά επίσης ποιος μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος στον αντίπαλο όσο οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες.

Κι όμως, το διπλωματικό παράθυρο ανοίγει ξανά

Εδώ βρίσκεται η άλλη πλευρά της εικόνας. Παρά την πολεμική κλιμάκωση, υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Σεπτέμβριος μπορεί να φέρει νέα διπλωματική κινητικότητα. Ο επικεφαλής του προεδρικού επιτελείου της Ουκρανίας Κίριλο Μπουντάνοφδήλωσε στα τέλη Αυγούστου ότι οι απευθείας συνομιλίες μεταξύ ουκρανικών και ρωσικών αντιπροσωπειών θα μπορούσαν να επαναληφθούν μέσα στον Σεπτέμβριο. Και πρόσθεσε μια κρίσιμη προϋπόθεση: οι Αμερικανοί πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι.

Οι τελευταίες τριμερείς συνομιλίες Ρωσίας, Ουκρανίας και ΗΠΑ πραγματοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο. Στη συνέχεια η διαδικασία ουσιαστικά πάγωσε, ενώ η αμερικανική εξωτερική πολιτική απορροφήθηκε σε σημαντικό βαθμό από τη σύγκρουση με το Ιράν. Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να επαναφέρει το ουκρανικό στο διπλωματικό προσκήνιο. Η επίσκεψη του διευθυντή της CIAΤζον Ράτκλιφ στη Μόσχα και οι επαφές Αμερικανών απεσταλμένων με τη ρωσική πλευρά δείχνουν ότι τα κανάλια επικοινωνίας δεν έχουν κλείσει. Ο ίδιος ο Πούτιν μίλησε θετικά για τους Αμερικανούς διαμεσολαβητές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, χαρακτηρίζοντάς τους ανθρώπους με τους οποίους η Μόσχα μπορεί να συνεργαστεί.

Αυτό έχει σημασία. Στη διπλωματία, η ύπαρξη ενός καναλιού που θεωρείται αξιόπιστο και από τις δύο πλευρές είναι συχνά απαραίτητη πριν αρχίσει η πραγματική διαπραγμάτευση. 

Γιατί ο Πούτιν αναφέρεται στις ΗΠΑ και την Κίνα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταυτόχρονη αναφορά του Ρώσου προέδρου σε ΗΠΑ και Κίνα. Οι δύο χώρες μπορούν δυνητικά να αναλάβουν διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η μοναδική δυτική δύναμη που διαθέτει ταυτόχρονα:

  • αρκετή επιρροή στο Κίεβο,
  • στρατιωτική και οικονομική ισχύ,
  • δυνατότητα διαπραγμάτευσης κυρώσεων,
  • και απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα.

Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, είναι πιθανότατα η μεγάλη δύναμη με τη μεγαλύτερη οικονομική επιρροή στη σημερινή Ρωσία. Το Πεκίνο επανέλαβε αυτές τις ημέρες ότι ο διάλογος και οι διαπραγματεύσεις αποτελούν τη μόνη βιώσιμη λύση του πολέμου και κάλεσε τις δύο πλευρές να αποκλιμακώσουν. Ταυτόχρονα όμως οι σχέσεις Κίνας και Ρωσίας παραμένουν εξαιρετικά στενές. Στη συνάντηση του Πούτιν με τον Κινέζο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ντινγκ Σιουεσιάνγκ στο Βλαδιβοστόκ, οι δύο πλευρές μίλησαν για περαιτέρω ενίσχυση της στρατηγικής και οικονομικής συνεργασίας τους.

Ακριβώς γι' αυτό το Πεκίνο διαθέτει κάτι που ελάχιστες άλλες χώρες έχουν: πραγματική πρόσβαση στη Μόσχα.

Το ερώτημα είναι εάν είναι διατεθειμένο να μετατρέψει αυτή την πρόσβαση σε πραγματική πίεση για συμβιβασμό.

Το πραγματικό πρόβλημα: Τι σημαίνει «ειρήνη» για κάθε πλευρά;

Το γεγονός ότι Ρωσία και Ουκρανία δηλώνουν ότι θέλουν ειρήνη δεν σημαίνει ότι εννοούν το ίδιο πράγμα. Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Μόσχα υποστηρίζει ότι δεν επιθυμεί απλώς ένα προσωρινό πάγωμα της σύγκρουσης αλλά μια συνολική διευθέτηση. Το Κίεβο επίσης δηλώνει ότι επιδιώκει διαρκή ειρήνη. Όμως οι προϋποθέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά. Τρία ζητήματα είναι ιδιαίτερα δύσκολα.

Τα εδάφη

Η Ρωσία ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας. Το μεγαλύτερο πολιτικό εμπόδιο αφορά το κατά πόσο μια συμφωνία θα απαιτήσει από την Ουκρανία να αποδεχθεί απώλεια εδαφών ή ακόμη και να παραχωρήσει περιοχές που σήμερα δεν βρίσκονται υπό πλήρη ρωσικό έλεγχο. Το Κίεβο έχει αντισταθεί σε τέτοιες απαιτήσεις. Για οποιαδήποτε ουκρανική κυβέρνηση, η επίσημη παραχώρηση εδαφών αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη πολιτική και συνταγματική απόφαση. 

Η κατάπαυση του πυρός

Η Ουκρανία έχει υποστηρίξει την ιδέα μιας ευρείας και μακροχρόνιας κατάπαυσης του πυρός ως πρώτο βήμα προς τις διαπραγματεύσεις. Η Μόσχα φοβάται ότι μια τέτοια συμφωνία μπορεί απλώς να παγώσει το μέτωπο και να δώσει στην Ουκρανία χρόνο να επανεξοπλιστεί. Γι' αυτό το Κρεμλίνο επιμένει ότι θέλει λύση που θα αντιμετωπίζει τις αιτίες της σύγκρουσης όπως τις αντιλαμβάνεται η ίδια η Ρωσία και όχι απλώς μια προσωρινή ανακωχή.

Οι εγγυήσεις ασφαλείας

Ίσως το δυσκολότερο ζήτημα για το Κίεβο. Η Ουκρανία χρειάζεται να γνωρίζει τι θα συμβεί εάν, μετά από μια ειρηνευτική συμφωνία, η Ρωσία επιτεθεί ξανά. Χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας, μια κατάπαυση του πυρός μπορεί από ουκρανικής πλευράς να θεωρηθεί απλώς διάλειμμα πριν από τον επόμενο πόλεμο. Γι' αυτό η συμμετοχή των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών κρατών είναι τόσο σημαντική.

Η μεγάλη αντίφαση της ρωσικής στρατηγικής

Οι τελευταίες δηλώσεις του Πούτιν πρέπει επομένως να διαβαστούν σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο, αποτελούν πραγματικό διπλωματικό μήνυμα. Η Μόσχα δεν κλείνει την πόρτα σε μια συμφωνία και φαίνεται να αποδέχεται ότι ΗΠΑ και Κίνα μπορούν να συμβάλουν στη διαδικασία. Στο δεύτερο επίπεδο, όμως, η Ρωσία εξακολουθεί να πιστεύει ότι η στρατιωτική πίεση βελτιώνει τη διαπραγματευτική της θέση. Ο Πούτιν υποστηρίζει ότι οι ρωσικές δυνάμεις προελαύνουν και έχει απορρίψει ως αβάσιμες τις εκτιμήσεις ότι η Ρωσία χρειάζεται νέα γενική επιστράτευση.

Παράλληλα, η Μόσχα συνεχίζει τις μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με drones και πυραύλους εναντίον ουκρανικών πόλεων και ενεργειακών υποδομών. Άρα η ειρήνη, από τη ρωσική οπτική, δεν αποτελεί ακόμη εναλλακτική στη στρατιωτική πίεση. Οι δύο διαδικασίες εξελίσσονται παράλληλα. 

Και το Κίεβο κάνει ακριβώς το ίδιο 

Αλλά αυτή η στρατηγική δεν είναι αποκλειστικά ρωσική. Η Ουκρανία επίσης προσπαθεί να βελτιώσει τη θέση της πριν από οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση. Τα βαθιά πλήγματα στο εσωτερικό της Ρωσίας, οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και η προσπάθεια να καταστεί ακριβότερη και δυσκολότερη η χρήση του ρωσικού εναέριου χώρου αποτελούν μέρος αυτής της στρατηγικής. Το μήνυμα του Κιέβου είναι ουσιαστικά: εάν η Ρωσία μπορεί να μεταφέρει τον πόλεμο σε ολόκληρη την Ουκρανία, τότε η Ουκρανία μπορεί να μεταφέρει μέρος του κόστους του πολέμου βαθιά μέσα στη Ρωσία.

Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο. Όσο περισσότερο συζητείται η πιθανότητα επιστροφής στις διαπραγματεύσεις, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο των δύο πλευρών να αυξήσουν την πίεση πριν καθίσουν στο τραπέζι. Γιατί κάθε πλευρά θέλει να διαπραγματευθεί από όσο το δυνατόν ισχυρότερη θέση.

Γιατί η σημερινή δήλωση Πούτιν έχει σημασία

Δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Η φράση "υπάρχει πιθανότητα" απέχει πολύ από το "υπάρχει συμφωνία". Ακόμη περισσότερο απέχει από μια συμφωνία που μπορεί να γίνει αποδεκτή τόσο στη Μόσχα όσο και στο Κίεβο. Ωστόσο, υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους η δήλωση έχει πολιτική σημασία.

Πρώτον, ο Πούτιν αποφεύγει να κλείσει δημοσίως την πόρτα στις διαπραγματεύσεις.

Δεύτερον, αναγνωρίζει ρητά ότι οι μεγάλες δυνάμεις – και ειδικά ΗΠΑ και Κίνα – μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά.

Τρίτον, η δήλωση συμπίπτει χρονικά με ουκρανικές ενδείξεις ότι νέες συνομιλίες μπορούν να πραγματοποιηθούν ήδη μέσα στον Σεπτέμβριο.

Δεν έχουμε επομένως ακόμη ειρηνευτική διαδικασία. Έχουμε όμως κάτι που είχε σχεδόν εξαφανιστεί τους προηγούμενους μήνες: ένα πιθανό διπλωματικό παράθυρο.

Το παράδοξο του Σεπτεμβρίου

Ο πόλεμος μπαίνει έτσι σε μία από τις πιο παράδοξες φάσεις του. Η Ρωσία δηλώνει ότι υπάρχει πιθανότητα ειρήνης, αλλά συνεχίζει τις επιθέσεις. Η Ουκρανία δηλώνει έτοιμη για συνομιλίες, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τα πλήγματα βαθιά μέσα στη Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να επαναφέρουν τη διαπραγμάτευση. Η Κίνα ζητά αποκλιμάκωση και πολιτική λύση. Και την ίδια στιγμή, οι δύο εμπόλεμες πλευρές επιχειρούν να αποδείξουν ότι μπορούν ακόμη να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερο κόστος η μία στην άλλη.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα αντίφαση. Στην ιστορία των πολέμων, πολλές από τις σοβαρότερες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις άρχισαν ακριβώς τη στιγμή που οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να ενισχύσουν στο πεδίο τη θέση τους στο τραπέζι. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι εάν ο Πούτιν μιλά για ειρήνη. Είναι εάν η Μόσχα είναι διατεθειμένη να δεχθεί μια συμφωνία που απαιτεί πραγματικό συμβιβασμό.

Και ακριβώς το ίδιο ερώτημα ισχύει για το Κίεβο.

Προς το παρόν, τα δημόσια δεδομένα δεν αποδεικνύουν ότι το χάσμα έχει γεφυρωθεί. Αποδεικνύουν όμως ότι, μετά από μήνες στασιμότητας, Μόσχα, Κίεβο και Ουάσιγκτον αρχίζουν ξανά να μιλούν για την επόμενη διαπραγμάτευση ως πραγματικό ενδεχόμενο και όχι απλώς ως θεωρητική πιθανότητα. Και στον πέμπτο χρόνο ενός πολέμου που έχει ήδη αλλάξει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αυτό από μόνο του είναι μια εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθείται. 

Add comment

Comments

There are no comments yet.